Η εντυπωσιακή εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν σημαίνει ότι οι μηχανές αποκτούν συνείδηση. Αυτή είναι η κεντρική θέση του Προκόπιου Παυλόπουλου, πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκού και επίτιμου καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο ένθετο περιοδικό «Νησίδες» της «Εφημερίδας των Συντακτών».
Με τίτλο «Ο άνθρωπος ως συνδυασμός homo sapiens και homo sentiens — Μύθοι και αλήθειες για την προοπτική δημιουργίας Τεχνητής Συνείδησης», ο κ. Παυλόπουλος εξετάζει τα όρια της τεχνολογικής εξέλιξης και υποστηρίζει ότι η αύξηση των υπολογιστικών δυνατοτήτων δεν αρκεί για τη μετάβαση από τη νοημοσύνη στη συνείδηση.
Ανάμεσα στον άκριτο θαυμασμό και στον φόβο
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιγράφει δύο ακραίες αντιδράσεις απέναντι στα επιτεύγματα της επιστήμης: από τη μία, τον θαυμασμό που οδηγεί σε υπερβολικές εκτιμήσεις για τις δυνατότητες της τεχνολογίας και, από την άλλη, τον φόβο που τροφοδοτεί ακόμη και εσχατολογικά σενάρια.
Κατά την προσέγγισή του, σημαντικό μέρος αυτής της σύγχυσης οφείλεται στο ότι η δημόσια συζήτηση συχνά παρακάμπτει την ουσιώδη διαφορά μεταξύ νοημοσύνης και συνείδησης. Η δυνατότητα ενός συστήματος να διαχειρίζεται τεράστιο όγκο πληροφοριών ή να επιλύει δύσκολα προβλήματα δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη εσωτερικής, βιωμένης εμπειρίας.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, ενώ η τεχνολογία επιτρέπει τη δημιουργία ολοένα και ισχυρότερης Τεχνητής Νοημοσύνης, οι γνώσεις μας για τη συνείδηση παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Θεωρεί, επομένως, ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο επιστημονικό υπόβαθρο για την αλγοριθμική αναπαραγωγή της.
Ο άνθρωπος γνωρίζει, αλλά και βιώνει
Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται ο άνθρωπος ως συνδυασμός homo sapiens και homo sentiens: ενός όντος που διαθέτει τόσο νοημοσύνη όσο και την ικανότητα να αισθάνεται και να βιώνει.
Η νοημοσύνη, εξηγεί ο κ. Παυλόπουλος, ανοίγει το πεδίο της γνώσης, της μάθησης και της κατανόησης. Η συνείδηση συνδέεται με την εμπειρία, την ενσυναίσθηση, την αυτογνωσία και, τελικά, την αυτεπίγνωση.
Για να αποδώσει αυτή τη διάσταση, παραθέτει τον ορισμό του Christof Koch: «Η Συνείδηση είναι εμπειρία… βιωμένη πραγματικότητα. Είναι η αίσθηση της ζωής καθαυτή».
Παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε πλήρως πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, ιδίως ως προς τη διαμόρφωση της συνείδησης. Ιδιαίτερο βάρος δίνει στα κενά της γνώσης μας για το ασυνείδητο και για τον μηχανισμό μετάβασης από το ασυνείδητο στο συνειδητό.
Ακριβώς αυτά τα κενά αποτελούν, σύμφωνα με το επιχείρημά του, θεμελιώδες εμπόδιο στην προσπάθεια δημιουργίας Τεχνητής Συνείδησης.
Τι μπορούν να κάνουν τα νευρωνικά δίκτυα
Ο κ. Παυλόπουλος αναγνωρίζει τις υψηλές επιδόσεις των μεγάλων νευρωνικών δικτύων και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Όπως σημειώνει, μπορούν να αξιοποιούν τεράστιο όγκο γνώσης, να βοηθούν στην επίλυση εξαιρετικά δύσκολων προβλημάτων και να υποστηρίζουν τη λήψη αποφάσεων με σημασία για ολόκληρες χώρες ή και για τον πλανήτη.
Αναγνωρίζει, επίσης, ότι σε συγκεκριμένους τομείς μπορούν να υπερβαίνουν τις ανθρώπινες επιδόσεις.
Ωστόσο, διαχωρίζει αυτές τις δυνατότητες από την ύπαρξη συνείδησης, διατυπώνοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι «κανένα “ΜΝΔ”, συμπεριλαμβανομένων των “ΜΓΜ”, δεν διαθέτει Συνείδηση, έστω και σε αρχικό στάδιο».
Απορρίπτει, ακόμη, την προσδοκία ότι ένα εξαιρετικά προηγμένο σύστημα θα μπορούσε, μέσω κατάλληλου προγραμματισμού, να λύσει αυτομάτως το πρόβλημα της συνείδησης. Το επιχείρημά του είναι ότι ένας τέτοιος προγραμματισμός προϋποθέτει επαρκή γνώση του ίδιου του μηχανισμού που επιχειρεί να αναπαραγάγει — γνώση που, κατά την ανάλυσή του, δεν διαθέτουμε.
Ο κβαντικός υπολογιστής και τα όρια της ταχύτητας
Ξεχωριστό μέρος του άρθρου αφιερώνεται στους κβαντικούς υπολογιστές και στις προσδοκίες που συνοδεύουν την ανάπτυξή τους.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκτιμά ότι η κβαντική τεχνολογία μπορεί να διευρύνει δραστικά τις δυνατότητες υπολογισμού και να ενισχύσει εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης. Συνδέει αυτές τις προοπτικές με την επιστημονική έρευνα, τη διατύπωση προβλέψεων και τη θεωρία των παιγνίων.
Για να περιγράψει τη διαφορά, χρησιμοποιεί τη σχηματική διατύπωση ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη κάνει τη μηχανή πιο «έξυπνη», ενώ η κβαντική τεχνολογία την κάνει πιο «γρήγορη».
Κατά τον ίδιο, όμως, ακόμη και μια τεράστια αύξηση της υπολογιστικής ισχύος δεν συνεπάγεται την απόκτηση συνείδησης. Υποστηρίζει ότι ο κβαντικός υπολογιστής μπορεί να ωθήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη πέρα από τα σημερινά της όρια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα διαβεί τον «Ρουβίκωνα» της Τεχνητής Συνείδησης.
Το παράδοξο του Μόραβεκ
Στον επίλογο, ο κ. Παυλόπουλος επιστρατεύει το γνωστό «παράδοξο του Μόραβεκ», για να αναδείξει την απόσταση ανάμεσα στις υπολογιστικές επιδόσεις και στις ανθρώπινες αισθητηριακές και κινητικές δεξιότητες.
Η βασική ιδέα του παραδόξου είναι ότι δραστηριότητες όπως το σκάκι ή ορισμένα τεστ ευφυΐας μπορούν να αποδειχθούν ευκολότερες για έναν υπολογιστή από δεξιότητες που ένα μικρό παιδί κατακτά μέσα από την επαφή με τον κόσμο.
Με αυτή την αναφορά, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας επαναφέρει το κεντρικό ερώτημα του άρθρου του: πόσο απέχει η επιτυχής εκτέλεση μιας νοητικής εργασίας από την ίδια την εμπειρία της ζωής; Η δική του απάντηση είναι σαφής: η πρόοδος των μηχανών, όσο εντυπωσιακή και αν είναι, δεν αρκεί για να εξομοιωθεί με την ανθρώπινη συνείδηση.