Με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο σχολίασε τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».
Ο καθηγητής περιέγραψε μια αμερικανική πολιτική που κινείται μεταξύ απειλών, αποτυχημένων συνομιλιών και νέων προσπαθειών διαπραγμάτευσης, χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι η επαναλαμβανόμενη προειδοποίηση περί «τελευταίας ευκαιρίας» προς την Τεχεράνη έχει αρχίσει να πλήττει την ίδια την αξιοπιστία του Αμερικανού προέδρου.
«Κάθε φορά που ξεκινάει μία συνομιλία, θεωρεί ότι πρέπει να βάζει μία απειλή να επικρέμαται πάνω από το ενδεχόμενο της αποτυχίας της», ανέφερε ο Ιωάννης Μάζης. Όταν, όμως, η διαπραγμάτευση αποτυγχάνει, η απειλή δεν υλοποιείται και ξεκινά ένας νέος γύρος συνομιλιών με την ίδια ακριβώς τακτική.
«Είναι μία διαρκής διελκυστίνδα που φανερώνει μία αποτυχημένη μεθοδολογία από την πλευρά του Τραμπ», υποστήριξε, παρομοιάζοντας τον Αμερικανό πρόεδρο με τον «ψεύτη βοσκό» της γνωστής ελληνικής παροιμίας.
«Ο πραγματικός στόχος ήταν η αλλαγή καθεστώτος»
Σύμφωνα με τον καθηγητή, πίσω από τον επισήμως διακηρυγμένο στόχο της εξάλειψης της πυρηνικής δυνατότητας του Ιράν βρισκόταν ένας ευρύτερος σχεδιασμός: η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Όπως διευκρίνισε, ο στόχος αυτός δεν καταγράφηκε επισήμως στη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Προέκυπτε, όμως, από σειρά δηλώσεων, κινήσεων και τοποθετήσεων προσώπων που συμμετείχαν ή βρίσκονταν κοντά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Το σχέδιο, κατά τον Ιωάννη Μάζη, προϋπέθετε τη δημιουργία συνθηκών για μια εσωτερική εξέγερση στο Ιράν. Η προοπτική αυτή, όμως, υπονομεύθηκε από την πολιτική που ακολουθήθηκε έναντι των Κούρδων της βόρειας και βορειοανατολικής Συρίας.
Η εγκατάλειψη των Κούρδων και το μεγάλο στρατηγικό λάθος
Ο καθηγητής συνέδεσε το σημερινό αδιέξοδο με την απομάκρυνση και εγκατάλειψη των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία, αλλά και με την απελευθέρωση κρατουμένων της Αλ Κάιντα και των οικογενειών τους από στρατόπεδα που προηγουμένως ελέγχονταν από τους Κούρδους.
Κατά την ανάλυσή του, τα πρόσωπα αυτά ενίσχυσαν το σουνιτικό ριζοσπαστικό στοιχείο στη νέα συριακή πραγματικότητα, προκειμένου αυτή να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στην περιφερειακή επιρροή του Ιράν και στις ενεργειακές βλέψεις της Τεχεράνης προς τη Μεσόγειο μέσω της Συρίας.
Το τίμημα, ωστόσο, ήταν η πλήρης απώλεια της εμπιστοσύνης των Κούρδων προς τους δυτικούς συμμάχους και κυρίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό, σύμφωνα με τον Ιωάννη Μάζη, ακύρωσε έναν από τους βασικότερους παράγοντες στους οποίους θα μπορούσε να στηριχθεί μια επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν: τη δυνατότητα πρόκλησης μιας οργανωμένης εσωτερικής εξέγερσης.
Ο καθηγητής απέδωσε ιδιαίτερη ευθύνη στη «λανθασμένη συμβουλευτική» του Τομ Μπάρακ, του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα και στενού συνομιλητή του Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι εισηγήσεις του παρέσυραν τον Αμερικανό πρόεδρο σε μια επιλογή με σοβαρές στρατηγικές συνέπειες.
Διαχώρισε, πάντως, τη συγκεκριμένη γραμμή από εκείνη που ακολούθησε το Ισραήλ υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, σημειώνοντας ότι το Ισραήλ κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και υποστήριξε στρατιωτικά τους Κούρδους.
Η 7η Οκτωβρίου και η απόπειρα ανατροπής του IMEC
Ο Ιωάννης Μάζης ενέταξε τον πόλεμο και στη μεγάλη γεωοικονομική σύγκρουση γύρω από τον εμπορικό και ενεργειακό διάδρομο IMEC.
Όπως εξήγησε, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιχειρήσει, ήδη από την πρώτη προεδρική θητεία του και μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ, να δημιουργήσει ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών της περιοχής. Στόχος ήταν να διαμορφωθούν οι πολιτικές και γεωοικονομικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία της διαδρομής Ινδία–Μέση Ανατολή–Ισραήλ–Κύπρος–Ελλάδα–Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου είχε ως έναν από τους βασικούς στρατηγικούς σκοπούς να τινάξει στον αέρα αυτήν την πρωτοβουλία. Εκτίμησε ότι ο στόχος επιτεύχθηκε εν μέρει, με τα αμερικανικά λάθη και τη λανθασμένη διαχείριση του κουρδικού παράγοντα να επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
«Ομηρία» στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Η σημερινή κρίση δεν περιορίζεται, σύμφωνα με τον Ιωάννη Μάζη, σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ των εμπλεκόμενων δυνάμεων. Απειλεί κρίσιμα περάσματα του παγκόσμιου εμπορίου και, κατ’ επέκταση, ολόκληρη τη διεθνή οικονομία.
Ο καθηγητής μίλησε για «κατάσταση ομηρίας» στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, επισημαίνοντας ότι μια παρατεταμένη ένταση στα δύο αυτά στρατηγικά σημεία μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, στις θαλάσσιες μεταφορές και στις διεθνείς αγορές.
Η αποτυχία διαχείρισης της κρίσης ενδέχεται, παράλληλα, να πλήξει πολιτικά τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες πλησιάζουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η διπλή εξουσία στο εσωτερικό του Ιράν
Παρά τη διαμεσολαβητική κινητικότητα του Πακιστάν, των πετρομοναρχιών του Κόλπου και της Ελβετίας, ο Ιωάννης Μάζης εμφανίστηκε επιφυλακτικός για τις πιθανότητες μιας άμεσης αποκλιμάκωσης.
«Εκείνο που με ανησυχεί είναι ότι ο Τραμπ φαίνεται πως δεν συνομιλεί με τα σωστά πρόσωπα», παρατήρησε.
Στο εσωτερικό του Ιράν, όπως εξήγησε, υπάρχουν δύο διαφορετικά κέντρα που δεν συμφωνούν ως προς τη διαχείριση της σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η περισσότερο μετριοπαθής πολιτική γραμμή που εκφράζεται από τον Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την επανάληψη του πολέμου. Από την άλλη βρίσκεται η σκληροπυρηνική πτέρυγα των Φρουρών της Επανάστασης, η οποία διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ισχύ και επιχειρεί να περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών της πολιτικής ηγεσίας.
Για τον Ιωάννη Μάζη, το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσει η Ουάσινγκτον είναι με ποιον πραγματικά συνομιλεί και ποιος έχει τη δύναμη να δεσμεύσει την Τεχεράνη σε μια συμφωνία. Μέχρι να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, οι απειλές του Τραμπ κινδυνεύουν να παραμένουν λόγια χωρίς αντίκρισμα, ενώ ολόκληρη η περιοχή θα εξακολουθεί να βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί.