Ένα πολυσχιδές και αποκεντρωμένο δίκτυο ισλαμικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, με παρουσία σε ευρωπαϊκές χώρες και με ιδεολογικούς ή οργανωτικούς δεσμούς που αποδίδονται στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, βρίσκεται στο επίκεντρο ανάλυσης για τις χρηματοδοτικές ροές προς τη Μέση Ανατολή και ειδικότερα προς οργανώσεις που έχουν συνδεθεί με τη Χαμάς.
Κεντρικός κρίκος σε αυτή την εικόνα είναι η Union of Good, γνωστή ως «Ένωση του Καλού», μια ομπρέλα φιλανθρωπικών οργανώσεων που δημιουργήθηκε υπό την καθοδήγηση του σεΐχη Γιουσούφ αλ-Καραντάουι, μιας από τις σημαντικότερες ιδεολογικές προσωπικότητες που συνδέθηκαν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Ο Καραντάουι έζησε επί δεκαετίες στο Κατάρ, απέκτησε καταριανή υπηκοότητα και διατήρησε στενές σχέσεις με την ηγεσία της χώρας. Από την Ντόχα ηγείτο της Διεθνούς Ένωσης Μουσουλμάνων Λογίων, ενώ μέσω των εκπομπών του στο Al Jazeera απέκτησε τεράστια επιρροή στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.
Από τη Δεύτερη Ιντιφάντα σε μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης
Η Union of Good εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αρχικά ως εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων υπέρ των Παλαιστινίων κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Σύμφωνα, όμως, με τις αμερικανικές αρχές, το δίκτυο εξελίχθηκε σε μηχανισμό μέσω του οποίου κατευθύνονταν κεφάλαια προς οργανώσεις στη Γάζα που συνδέονταν με τη Χαμάς.
Η δραστηριότητα αυτή έχει συσχετιστεί με την έννοια του λεγόμενου «οικονομικού τζιχάντ», δηλαδή την οικονομική υποστήριξη ενός πολιτικού ή ιδεολογικού αγώνα μέσω φιλανθρωπικών δικτύων, κοινωνικών οργανώσεων και θρησκευτικών φορέων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ζακάτ, η υποχρεωτική θρησκευτική ελεημοσύνη στο Ισλάμ, η οποία δημιουργεί μια σταθερή και μεγάλης κλίμακας δεξαμενή δωρεών. Η ύπαρξη νόμιμων φιλανθρωπικών σκοπών, όμως, μπορεί να κάνει εξαιρετικά δύσκολη την ανίχνευση του τελικού προορισμού των χρημάτων, ειδικά όταν αυτά περνούν από διαδοχικούς ενδιάμεσους φορείς.
Στις αμερικανικές κυρώσεις από το 2008
Το 2008 οι Ηνωμένες Πολιτείες έθεσαν την Union of Good υπό κυρώσεις, υποστηρίζοντας ότι παρέχει υποστήριξη στη Χαμάς.
Κατά το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, το δίκτυο είχε δημιουργηθεί από ηγετικά στελέχη της Χαμάς με σκοπό να διευκολύνει τη μεταφορά κεφαλαίων προς την οργάνωση και τους συνδεδεμένους με αυτήν φορείς.
Το κρίσιμο στοιχείο, πάντως, είναι ότι η Union of Good δεν λειτουργούσε ως μία μόνο, αυστηρά ιεραρχημένη οργάνωση.
Αντίθετα, επρόκειτο για ένα ευρύ πλέγμα φιλανθρωπικών οργανώσεων, προσωπικών σχέσεων, τοπικών ιδρυμάτων, θρησκευτικών φορέων και οργανώσεων κοινωνικής δράσης.
Αυτό ακριβώς το μοντέλο δυσκολεύει σημαντικά την παρακολούθηση της κίνησης των χρημάτων.
Όταν ένας οργανισμός τίθεται υπό κυρώσεις ή αναγκάζεται να διακόψει τη λειτουργία του, υπάρχει η δυνατότητα ορισμένες δραστηριότητες να μεταφερθούν αλλού, να συνεχιστούν μέσω άλλων φορέων ή να επανεμφανιστούν υπό διαφορετική οργανωτική μορφή.
Η περίπτωση της Interpal στη Βρετανία
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της Interpal, βρετανικής οργάνωσης που ιδρύθηκε με δηλωμένο σκοπό την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στους Παλαιστινίους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες την ενέταξαν το 2003 στον κατάλογο των Specially Designated Global Terrorists, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε βασικό τμήμα δικτύου χρηματοδότησης της Χαμάς.
Η ίδια η Interpal έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτές τις κατηγορίες και επιμένει ότι οι δραστηριότητές της είναι αποκλειστικά ανθρωπιστικές.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή οι βρετανικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν κατά καιρούς δεν κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα με τις αμερικανικές αρχές.
Η διαφορετική προσέγγιση ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου δείχνει ακριβώς πόσο δύσκολο είναι να τεκμηριωθεί νομικά η διαδρομή των χρημάτων όταν μεσολαβούν φιλανθρωπικοί και κοινωνικοί φορείς.
Το Al-Aqsa Foundation και η γερμανική απαγόρευση
Στο ευρύτερο αυτό οικοσύστημα έχει ενταχθεί και το Al-Aqsa Foundation, το οποίο είχε αναπτύξει δραστηριότητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.
Το ίδρυμα είχε βρεθεί στο στόχαστρο δυτικών αρχών λόγω καταγγελιών ότι συγκέντρωνε χρήματα προς όφελος της Χαμάς.
Το 2003 η Γερμανία προχώρησε στην απαγόρευση του Al-Aqsa Foundation, με τις γερμανικές αρχές να υποστηρίζουν ότι παρείχε οικονομική στήριξη στη Χαμάς. Η οργάνωση είχε προηγουμένως περιληφθεί και σε αμερικανικές λίστες κυρώσεων.
Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό της προσπάθειας ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών να κινηθούν εναντίον φιλανθρωπικών οργανώσεων όταν θεωρούν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία σύνδεσης με τρομοκρατική χρηματοδότηση.
Ο ρόλος του Κατάρ
Ιδιαίτερη διάσταση στην υπόθεση δίνει η παρουσία του Κατάρ.
Η Ντόχα επί χρόνια διατήρησε στενές σχέσεις με προσωπικότητες και οργανώσεις που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ αποτέλεσε βάση σημαντικών στελεχών και ιδεολογικών προσωπικοτήτων του κινήματος.
Σύμφωνα με την ανάλυση, καταριανά κεφάλαια έχουν κατευθυνθεί σε τζαμιά, σχολεία, πολιτιστικά κέντρα, οργανώσεις νέων και φιλανθρωπικούς οργανισμούς σε ευρωπαϊκές χώρες.
Η ύπαρξη τέτοιων χρηματοδοτήσεων, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη δραστηριότητα.
Για να συνδεθεί μια συγκεκριμένη ροή κεφαλαίων με τρομοκρατική χρηματοδότηση απαιτείται ξεχωριστή τεκμηρίωση για κάθε περίπτωση.
Η κυβέρνηση του Κατάρ έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες ότι χρηματοδοτεί την τρομοκρατία, υποστηρίζοντας ότι οι διεθνείς και ανθρωπιστικές της ενισχύσεις πραγματοποιούνται μέσα από νόμιμα κανάλια.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν υπάρχει καταριανή χρηματοδότηση, αλλά πού καταλήγουν τελικά τα χρήματα και ποιοι φορείς ελέγχουν την κατανομή τους.
Η αποκεντρωμένη δομή που δυσκολεύει τις αρχές
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του δικτύου που περιγράφεται.
Δεν υπάρχει απαραίτητα ένα ενιαίο «κέντρο επιχειρήσεων» που να εκδίδει εντολές προς όλες τις οργανώσεις.
Η λειτουργία βασίζεται περισσότερο σε κοινές ιδεολογικές αναφορές, προσωπικές σχέσεις, θρησκευτικές δομές, φιλανθρωπικές οργανώσεις και τοπικά δίκτυα.
Αυτό δημιουργεί ένα σύστημα πολύ πιο δύσκολο να χαρτογραφηθεί από ένα κλασικό χρηματοδοτικό δίκτυο.
Εάν μία οργάνωση τεθεί εκτός νόμου, τα κεφάλαια μπορεί να ανακατευθυνθούν. Εάν ένας φορέας κλείσει, νέος φορέας μπορεί να εμφανιστεί. Εάν μία χρηματοδοτική διαδρομή εντοπιστεί, μπορεί να αντικατασταθεί από μια άλλη.
Η αποκέντρωση αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το δυσκολότερο σημείο ελέγχου για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες.
Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης
Το βασικό πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι η διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη θρησκευτική και ανθρωπιστική δραστηριότητα και στην οικονομική υποστήριξη οργανώσεων που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.
Οι μουσουλμανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις έχουν κάθε δικαίωμα να λειτουργούν νόμιμα, να συγκεντρώνουν δωρεές και να παρέχουν ανθρωπιστική βοήθεια στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.
Η κρατική παρέμβαση απαιτεί συγκεκριμένες αποδείξεις για παράνομη χρηματοδότηση, συνέργεια σε τρομοκρατική δράση ή άλλα ποινικά αδικήματα.
Ακριβώς αυτή η απαίτηση υψηλού επιπέδου τεκμηρίωσης είναι που καθιστά το πεδίο εξαιρετικά σύνθετο.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι δίκτυα τα οποία συνδέονται ιδεολογικά ή οργανωτικά με το πολιτικό Ισλάμ μπορούν να αξιοποιούν αυτήν την πολυπλοκότητα για να διατηρούν ισχυρή παρουσία στην Ευρώπη.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να περιοριστεί η νόμιμη ισλαμική φιλανθρωπία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί η Ευρώπη να εντοπίζει και να διακόπτει χρηματοδοτικές ροές προς εξτρεμιστικές ή τρομοκρατικές οργανώσεις χωρίς να αντιμετωπίζει συλλήβδην ως ύποπτη τη νόμιμη θρησκευτική και ανθρωπιστική δραστηριότητα.
Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν λύνεται μόνο με απαγορεύσεις.
Απαιτεί οικονομική παρακολούθηση, διακρατική συνεργασία, διαφάνεια ως προς τους τελικούς δικαιούχους των δωρεών και, πάνω απ’ όλα, δυνατότητα των ευρωπαϊκών αρχών να ακολουθούν τα χρήματα μέχρι τον τελικό τους προορισμό.
Γιατί σε ένα αποκεντρωμένο δίκτυο, το όνομα μιας οργάνωσης μπορεί να αλλάξει. Η διαδρομή του χρήματος, όμως, είναι αυτή που τελικά αποκαλύπτει τη φύση του μηχανισμού.