breaking newsΕλλάδα

Foreign Affairs: «Το τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής» – Η Ουάσινγκτον χάνει την τάξη που έχτισε μετά το 1991

Περίληψη

Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Marc Lynch, σε ανάλυσή του στο Foreign Affairs, υποστηρίζει ότι η περιφερειακή τάξη που οικοδόμησαν οι ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 βρίσκεται στο τέλος της. Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, κατά τον Lynch, αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και κλόνισε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα των μοναρχιών του Κόλπου.

Η αδυναμία ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος, τα ιρανικά πλήγματα και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έδειξαν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν πανίσχυρες, αλλά δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν χωρίς σημαντικό κόστος την περιφερειακή τάξη. Ο Lynch παραλληλίζει μάλιστα την κατάσταση με την Κρίση του Σουέζ του 1956, που σηματοδότησε την υποχώρηση Βρετανίας και Γαλλίας.

Στη νέα πραγματικότητα προβλέπει πιο αυτόνομες περιφερειακές δυνάμεις και μεταβαλλόμενους συνασπισμούς, με Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Αίγυπτο και Πακιστάν να αποκτούν αυξημένο βάρος. Παράλληλα, τα κράτη του Κόλπου ενδέχεται να επιδιώξουν συνεννόηση με το Ιράν αντί της απόλυτης αντιπαράθεσης.

Κατά τον Lynch, η Ουάσινγκτον έχει πλέον μια τελευταία ευκαιρία να αντικαταστήσει τη στρατηγική στρατιωτικής κυριαρχίας με διπλωματία, συλλογική ασφάλεια και μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική.

 

Η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να διαμορφώνουν σχεδόν μονομερώς την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της.

Αυτή είναι η κεντρική θέση του Marc Lynch, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο George Washington University, σε εκτενή ανάλυσή του στο Foreign Affairs με τίτλο «Το τέλος της αμερικανικής Μέσης Ανατολής – Το Ιράν και η τελευταία αναπνοή μιας αποτυχημένης αρχής».

Ο Lynch υποστηρίζει ότι ο πρόσφατος πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν δεν ήταν απλώς άλλη μία κρίση στη Μέση Ανατολή. Κατά την εκτίμησή του, αποτέλεσε τη στιγμή κατά την οποία αποκαλύφθηκαν με τον πιο καθαρό τρόπο τα όρια της αμερικανικής ισχύος και η φθορά της περιφερειακής τάξης που η Ουάσινγκτον οικοδομούσε επί περίπου 35 χρόνια.

«Η αμερικανική Μέση Ανατολή τελείωσε»

Η ανάλυση ανοίγει με μια απόλυτη διατύπωση:

«Η αμερικανική Μέση Ανατολή τελείωσε».

Κατά τον Lynch, η περιφερειακή τάξη που είχε διαμορφωθεί μετά το 1991 υπήρξε ένα από τα μεγάλα θύματα του πολέμου με το Ιράν.

Η αδυναμία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ να επιτύχουν ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, παρά δεκαετίες κυρώσεων, πίεσης και στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέδειξε ότι η Τεχεράνη παραμένει πολύ πιο ανθεκτική απ’ όσο υπολόγιζαν οι αντίπαλοί της.

Παράλληλα, η αδυναμία των ΗΠΑ να προστατεύσουν πλήρως τους συμμάχους τους στον Κόλπο από ιρανικά πλήγματα και να διατηρήσουν ανοιχτό το Στενό του Ορμούζ έπληξε, κατά τον Lynch, την αντίληψη περί αμερικανικής στρατιωτικής παντοδυναμίας.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ότι οι ΗΠΑ έπαψαν να είναι ισχυρές.

Είναι ότι οι περιφερειακοί παίκτες έπαψαν να θεωρούν την αμερικανική ισχύ απεριόριστη και πάντα αξιόπιστη.

Η τάξη που γεννήθηκε το 1991

Ο Lynch τοποθετεί την απαρχή της σύγχρονης αμερικανικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στον Πόλεμο του Κόλπου.

Η απελευθέρωση του Κουβέιτ το 1991 βρήκε τις Ηνωμένες Πολιτείες στη μοναδική θέση της μεταψυχροπολεμικής υπερδύναμης.

Η Ουάσινγκτον αξιοποίησε αυτή τη συγκυρία για να χτίσει ένα εκτεταμένο πλέγμα βάσεων, αμυντικών συνεργασιών, διπλωματικών σχέσεων και μηχανισμών ασφαλείας.

Αρχικός στόχος ήταν η ανάσχεση του Ιράκ και του Ιράν. Αργότερα, το βάρος μετατοπίστηκε κυρίως στην απομόνωση της Τεχεράνης και των περιφερειακών συμμάχων της.

Έτσι δημιουργήθηκαν ουσιαστικά δύο στρατόπεδα.

Από τη μία πλευρά, ένα ευρύ αμερικανικό μπλοκ που περιλάμβανε Ισραήλ, Τουρκία και σχεδόν όλα τα αραβικά κράτη.

Από την άλλη, ένα πολύ πιο χαλαρό και ανομοιογενές στρατόπεδο που περιλάμβανε το Ιράν, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ, τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και τους Χούθι.

Για δεκαετίες, αυτή η διάταξη όριζε την περιφερειακή πολιτική.

Κατά τον Lynch, πλέον καταρρέει.

Γάζα και Ιράν: τα δύο πλήγματα στην αμερικανική τάξη

Ο καθηγητής εντοπίζει δύο διαδοχικές κρίσεις που επιτάχυναν την αποσύνθεση της παλιάς αρχιτεκτονικής.

Η πρώτη ήταν ο πόλεμος στη Γάζα.

Κατά την άποψή του, η αμερικανική στήριξη στις ισραηλινές επιχειρήσεις υπονόμευσε σοβαρά την εναπομείνασα ηθική αξιοπιστία της Ουάσινγκτον στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.

Η δεύτερη και ακόμη βαθύτερη κρίση ήταν ο πόλεμος με το Ιράν.

Εκεί, σύμφωνα με τον Lynch, δεν τραυματίστηκε μόνο η πολιτική εικόνα των ΗΠΑ. Τραυματίστηκε και η πεποίθηση ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των συμμάχων της όποτε χρειαστεί.

Οι μοναρχίες του Κόλπου αισθάνονται εκτεθειμένες

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Lynch στην αντίδραση των κρατών του Κόλπου.

Κατά την ανάλυσή του, οι αραβικές μοναρχίες εξοργίστηκαν επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ προχώρησαν στον πόλεμο με το Ιράν χωρίς ουσιαστική προηγούμενη διαβούλευση μαζί τους.

Το πρόβλημα είναι προφανές: οι ίδιες αυτές χώρες θα αποτελούσαν πρώτους στόχους οποιασδήποτε ιρανικής αντίδρασης.

Και πράγματι, παρά το γεγονός ότι τα αμερικανικά συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας περιόρισαν τις ζημιές, ορισμένα ιρανικά πλήγματα πέρασαν τις άμυνες.

Αυτό έπληξε κάτι βαθύτερο από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Έπληξε το αίσθημα ασφάλειας πάνω στο οποίο οι χώρες του Κόλπου έχτισαν το οικονομικό τους μοντέλο.

Κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ χρειάζονται σταθερότητα για να προσελκύουν κεφάλαια, τουρισμό, τεχνολογία και διεθνείς επιχειρήσεις.

Ένας παρατεταμένος περιφερειακός πόλεμος καταστρέφει ακριβώς αυτή τη βάση.

Το «Σουέζ» της Αμερικής;

Ο Lynch χρησιμοποιεί μια ιστορική αναλογία με πολύ ισχυρό συμβολισμό: την Κρίση του Σουέζ του 1956.

Τότε, Βρετανία και Γαλλία εξακολουθούσαν να διαθέτουν στρατιωτική ισχύ και τεράστια διεθνή παρουσία, όμως η κρίση απέδειξε ότι η εποχή κατά την οποία μπορούσαν να επιβάλλουν τη βούλησή τους στη Μέση Ανατολή είχε τελειώσει.

Ο Lynch αναρωτιέται αν ο πόλεμος με το Ιράν θα αποδειχθεί ανάλογη στιγμή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι η αμερικανική παρουσία θα εξαφανιστεί.

Οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να διαθέτουν βάσεις, στόλους, αεροπορική ισχύ, συμμαχίες και τεράστιους οικονομικούς μοχλούς.

Όπως όμως η βρετανική και γαλλική υποχώρηση μετά το Σουέζ χρειάστηκε χρόνια για να ολοκληρωθεί, έτσι και η αμερικανική παρακμή στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να είναι σταδιακή και όχι απότομη.

Το σημαντικό, κατά τον Lynch, είναι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν αρχίσει ήδη να προσαρμόζονται σε μια εποχή στην οποία η Ουάσινγκτον δεν θεωρείται πλέον αδιαμφισβήτητος διαιτητής.

Ισραήλ και Ιράν παραμένουν παράγοντες αστάθειας

Στη νέα αυτή πραγματικότητα, ο Lynch δεν βλέπει άμεση μετάβαση σε μια πιο ειρηνική Μέση Ανατολή.

Το αντίθετο.

Θεωρεί ότι τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν έχουν ισχυρά κίνητρα να συνεχίσουν πολιτικές που παράγουν αστάθεια.

Για το Ισραήλ, εκτιμά ότι η στρατιωτική δράση πέραν των συνόρων του θα συνεχιστεί, ιδίως στον Λίβανο και στη Συρία.

Για το Ιράν, επισημαίνει ότι παρά τα σοβαρά πλήγματα που υπέστη, το καθεστώς παραμένει όρθιο και διατηρεί σημαντική ικανότητα επιρροής μέσω συμμάχων και δικτύων σε ολόκληρη την περιοχή.

Άρα το τέλος της αμερικανικής τάξης πραγμάτων δεν σημαίνει αυτόματα την εμφάνιση μιας σταθερότερης εναλλακτικής.

Μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: μια πιο πολυπολική, ρευστή και απρόβλεπτη Μέση Ανατολή.

Διαλύεται το ενιαίο αντι-ιρανικό μέτωπο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εκτίμηση του Lynch ότι η περιοχή θα απομακρύνεται σταδιακά από το ενιαίο αντι-ιρανικό μέτωπο που επί χρόνια επιχειρούσε να διαμορφώσει η Ουάσινγκτον.

Οι αραβικές μοναρχίες έχουν πλέον κάθε κίνητρο να αναζητήσουν επιμέρους συμφωνίες και μηχανισμούς αποκλιμάκωσης με την Τεχεράνη, ώστε να περιορίσουν την πιθανότητα να μετατραπούν οι ίδιες σε στόχους.

Η λογική είναι απλή: αν η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας δεν θεωρείται πλέον απόλυτη, τότε η καλύτερη άμυνα μπορεί να είναι και μια παράλληλη συνεννόηση με τον αντίπαλο.

Αυτό από μόνο του αποτελεί σοβαρή ρωγμή στην αρχιτεκτονική που οι ΗΠΑ έχτιζαν από το 1991.

Σαουδική Αραβία εναντίον ΗΑΕ

Ο Lynch διαβλέπει επίσης αυξανόμενο ανταγωνισμό για την περιφερειακή πρωτοκαθεδρία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Τα δύο κράτη συνεργάστηκαν στενά επί χρόνια, όμως σήμερα οι στρατηγικές τους φιλοδοξίες δεν συμπίπτουν πάντοτε.

Το Ριάντ επιδιώκει να αναδειχθεί σε κεντρικό πολιτικό, οικονομικό και διπλωματικό κόμβο της Μέσης Ανατολής.

Το Άμπου Ντάμπι έχει επίσης οικοδομήσει ένα ισχυρό δίκτυο επιρροής από την Ερυθρά Θάλασσα και την Αφρική μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση αυτών των δύο φιλοδοξιών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας περιφερειακής τάξης.

Στο προσκήνιο Τουρκία, Κατάρ, Αίγυπτος και Πακιστάν

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά τον συνασπισμό που, σύμφωνα με τον Lynch, είχε αρχίσει να κινητοποιεί η Σαουδική Αραβία πριν από τον πόλεμο με το Ιράν.

Σε αυτόν περιλαμβάνονταν η Αίγυπτος, το Πακιστάν, το Κατάρ και η Τουρκία.

Ο Lynch τον αντιμετωπίζει ως πιθανό αντίβαρο στον άξονα Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων–Ισραήλ, ο οποίος είχε ισχυρή αμερικανική υποστήριξη.

Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί, τότε η νέα Μέση Ανατολή δεν θα οργανώνεται γύρω από ένα ενιαίο αμερικανικό στρατόπεδο.

Θα σχηματίζονται ευέλικτοι και μεταβαλλόμενοι συνασπισμοί, ανάλογα με το ζήτημα και το συμφέρον κάθε χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία αποκτά ιδιαίτερη σημασία: ως κράτος του ΝΑΤΟ, μεγάλη στρατιωτική δύναμη και παίκτης με παρουσία στη Συρία, τη Λιβύη, τον Καύκασο, το Ιράκ και την Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως σύμμαχος της Δύσης και ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος.

Η «τελευταία ευκαιρία» της Ουάσινγκτον

Ο Lynch δεν περιορίζεται στη διάγνωση της παρακμής.

Υποστηρίζει ότι η κατάρρευση της παλιάς περιφερειακής τάξης μπορεί να αποτελέσει και ευκαιρία για μια ριζικά διαφορετική αμερικανική στρατηγική.

Κατά την άποψή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εγκαταλείψουν σταδιακά το μοντέλο της μόνιμης στρατιωτικής ανάσχεσης και να επενδύσουν περισσότερο στη διπλωματία, στη συλλογική άμυνα και στην περιφερειακή ένταξη.

Προτείνει ακόμη και τη σταδιακή ενσωμάτωση του Ιράν σε ένα νέο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας, υπό την προϋπόθεση μιας ευρύτερης διπλωματικής διαδικασίας.

Παράλληλα, ζητά επανεξέταση της σχέσης Ουάσινγκτον–Ισραήλ.

Κατά τον Lynch, οι ΗΠΑ θα πρέπει να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση για το Παλαιστινιακό, τη Δυτική Όχθη και τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Λίβανο και Συρία.

Το τέλος της παντοδυναμίας, όχι της αμερικανικής παρουσίας

Η τελική εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση δεν είναι η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Μέση Ανατολή.

Είναι κάτι πιο σύνθετο.

Η Ουάσινγκτον θα παραμείνει ισχυρός παίκτης. Θα εξακολουθεί να διαθέτει στρατιωτικές βάσεις, συμμάχους, τεχνολογία, οικονομική ισχύ και τη δυνατότητα να επηρεάζει αποφασιστικά τις εξελίξεις.

Αυτό που τελειώνει, σύμφωνα με τον Lynch, είναι η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να θεωρούν ότι η περιφερειακή τάξη υπάρχει επειδή οι ίδιες τη σχεδιάζουν και την επιβάλλουν.

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τοπικές δυνάμεις θα αναζητούν περισσότερη αυτονομία, θα αλλάζουν συμμαχίες και θα ισορροπούν ταυτόχρονα ανάμεσα σε ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία και μεταξύ τους.

Και γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα για την Ουάσινγκτον δεν είναι αν μπορεί να επαναφέρει την παλιά τάξη.

Είναι αν θα προσαρμοστεί εγκαίρως στη νέα.

Για τον Marc Lynch, αυτή ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία των Ηνωμένων Πολιτειών να εγκαταλείψουν ένα αποτυχημένο μοντέλο κυριαρχίας και να παραμείνουν καθοριστικός παίκτης σε μια Μέση Ανατολή που δεν θα είναι πλέον «αμερικανική».

Back to top button