Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στο Μπανγκλαντές και το Πακιστάν, δύο χώρες των οποίων οι δρόμοι χωρίστηκαν αιματηρά το 1971, επιχειρεί ανάλυση της Daily Sun, θέτοντας στο επίκεντρο ένα θεμελιώδες ερώτημα: Τι κάνει τελικά ένα κράτος ισχυρό; Τα οπλικά του συστήματα ή η οικονομία και το ανθρώπινο δυναμικό του;
Πενήντα πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτησία του, το Μπανγκλαντές όχι μόνο διέψευσε όσους προέβλεπαν ότι δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά έχει ξεπεράσει το Πακιστάν σε σειρά κρίσιμων οικονομικών και κοινωνικών δεικτών.
Η σύγκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς το Ισλαμαμπάντ βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις και συζητά δραστικές περικοπές στον κρατικό μηχανισμό, την ώρα που οι στρατιωτικές του δαπάνες εξακολουθούν να αυξάνονται.
Το Πακιστάν ψάχνει 6 τρισ. ρουπίες περικοπών
Η Επιτροπή της Γερουσίας του Πακιστάν για την Αποκέντρωση, υπό τον γερουσιαστή Ζαμίρ Χουσεΐν Γκούμρο, έχει ζητήσει το κλείσιμο περίπου δύο δεκάδων ομοσπονδιακών υπουργείων και υπηρεσιών.
Ανάμεσα στους τομείς που βρίσκονται στο τραπέζι είναι η Υγεία, η Παιδεία, η επισιτιστική ασφάλεια, οι υδάτινοι πόροι, η κλιματική αλλαγή, η στέγαση, ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη, η βιομηχανία και το πετρέλαιο.
Στόχος είναι να περιοριστούν οι ομοσπονδιακές δαπάνες από τα 19 τρισ. πακιστανικές ρουπίες στα 13 τρισ., με παράλληλη μεταφορά σημαντικών αρμοδιοτήτων στις επαρχίες.
Η ανάλυση αναγνωρίζει ότι υπάρχει βάσιμο επιχείρημα για την κατάργηση επικαλύψεων και περιττής γραφειοκρατίας. Προειδοποιεί, όμως, ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στον περιορισμό ενός υπερδιογκωμένου κρατικού μηχανισμού και στη μείωση της πραγματικής επένδυσης ενός κράτους στην υγεία, στην εκπαίδευση και στην ανθρώπινη ανάπτυξη.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μάθημα που, κατά τον αρθρογράφο, πρέπει να αντλήσει το Μπανγκλαντές από την πακιστανική εμπειρία.
Το 60% των κρατικών εσόδων του Πακιστάν πηγαίνει σε τόκους
Το πρόβλημα του Πακιστάν δεν περιορίζεται στο μέγεθος της κυβέρνησής του.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η ανάλυση, η Παγκόσμια Τράπεζα αποδίδει σημαντικό μέρος των διαχρονικών οικονομικών προβλημάτων της χώρας σε θεσμικές αδυναμίες και προβλήματα οικονομικής πολιτικής.
Οι περίοδοι ταχείας ανάπτυξης ακολουθούνταν επανειλημμένα από συσσώρευση χρέους, εμπορικές ανισορροπίες και επώδυνες οικονομικές προσαρμογές. Η κατά κεφαλήν παραγωγή αυξήθηκε κατά μέσο όρο μόλις κατά περίπου 2,2% ετησίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το βάρος εξυπηρέτησης του χρέους.
Ο οικονομολόγος Αασίμ Μ. Χουσεΐν, στη μελέτη του Rescuing Pakistan’s Economy για το Atlantic Council, υπολογίζει ότι οι πληρωμές τόκων έχουν φθάσει περίπου στο 60% των κρατικών εσόδων, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «ξεκάθαρα μη βιώσιμη».
Η λύση, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, δεν είναι απλώς η λιτότητα. Απαιτούνται ευρύτερη φορολογική βάση, μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών σχέσεων μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης και επαρχιών, μεταρρυθμίσεις στον ενεργειακό τομέα και, κυρίως, ενίσχυση των δαπανών για υγεία, παιδεία, οικογενειακό προγραμματισμό και κοινωνική προστασία.
11,9 δισ. δολάρια για την άμυνα
Εδώ εμφανίζεται και το μεγάλο ζήτημα των εθνικών προτεραιοτήτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI) που επικαλείται η ανάλυση, οι στρατιωτικές δαπάνες του Πακιστάν αυξήθηκαν κατά 11% το 2025, φθάνοντας τα 11,9 δισ. δολάρια, μεταξύ άλλων λόγω νέων παραγγελιών αεροσκαφών και πυραύλων.
Το Πακιστάν έχει πραγματικές και σοβαρές ανάγκες εθνικής ασφάλειας. Βρίσκεται απέναντι στην Ινδία, διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και αντιμετωπίζει εσωτερικές και περιφερειακές απειλές. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι η άμυνα αποτελεί πολυτέλεια.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Μπορεί ένα κράτος να θεωρείται πραγματικά ασφαλές όταν διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του καταναλώνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους και οι κοινωνικές του υποδομές παραμένουν αδύναμες;
Η ανάλυση το συμπυκνώνει σε μια χαρακτηριστική αντιπαραβολή: ένας πύραυλος μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, αλλά ένας καλά καταρτισμένος μηχανικός μπορεί να ενισχύει την οικονομία επί γενιές. Ένας στρατιώτης μπορεί να υπερασπιστεί τα σύνορα, αλλά ένας υγιής, μορφωμένος και παραγωγικός πολίτης ενισχύει ολόκληρο το κράτος.
Το «θαύμα» του πρώην Ανατολικού Πακιστάν
Το Μπανγκλαντές αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα ακριβώς επειδή ξεκίνησε από εξαιρετικά δυσμενή θέση.
Το 1971 αναδύθηκε από έναν καταστροφικό πόλεμο, βαθιά φτώχεια και τις οικονομικές ανισότητες που χαρακτήριζαν τη σχέση μεταξύ του τότε Ανατολικού και Δυτικού Πακιστάν.
Η ανεξαρτησία έδωσε στους Μπενγκάλι τη δυνατότητα να καθορίσουν διαφορετικές αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας που παραθέτει η ανάλυση, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Μπανγκλαντές αυξήθηκε περισσότερο από είκοσι φορές, από μόλις 128 δολάρια το 1971 σε 2.742 δολάρια το 2022.
Η εγγραφή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση έφθασε στο 97%, επιτεύχθηκε ισότητα μεταξύ των φύλων ως προς τη σχολική φοίτηση, η πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια έγινε καθολική και αυξήθηκε σημαντικά η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.
Αντίστοιχη ήταν η αλλαγή στους κοινωνικούς δείκτες. Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε από 46,5 χρόνια το 1972 σε περισσότερα από 70 χρόνια, ενώ η μαζική είσοδος γυναικών της υπαίθρου στην κλωστοϋφαντουργία συνέβαλε αποφασιστικά στη μετατροπή της χώρας στον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα έτοιμων ενδυμάτων στον κόσμο.
Οι γυναίκες έγιναν οικονομική δύναμη
Ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας ήταν ακριβώς η μετατροπή ενός τεράστιου πληθυσμού από θεωρούμενο οικονομικό βάρος σε παραγωγικό κεφάλαιο.
Η ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης μέσω της βιομηχανίας ενδυμάτων, οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην υγεία, η ανάπτυξη της υπαίθρου, τα εμβάσματα από το εξωτερικό και η εξαγωγική μεταποίηση αποτέλεσαν βασικούς πυλώνες του μοντέλου.
Και αυτή η πορεία έχει ιδιαίτερο ιστορικό βάρος.
Η ανάλυση επικαλείται μελέτη του οικονομολόγου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Μοχάμαντ Νιάζ Ασαντουλάχ για τις εκπαιδευτικές ανισότητες μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Πακιστάν την περίοδο 1947-1971.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο αριθμός των δημοτικών σχολείων στο Ανατολικό Πακιστάν μειώθηκε εκείνη την περίοδο, ενώ το Δυτικό Πακιστάν το ξεπέρασε τόσο ως προς τον αριθμό των σχολείων όσο και ως προς την αναλογία εκπαιδευτικών προς μαθητές.
Υπό αυτή την έννοια, η ανεξαρτησία του 1971 δεν υπήρξε μόνο πολιτική και εθνική τομή. Έδωσε στους Μπενγκάλι τη δυνατότητα να αποφασίζουν οι ίδιοι πού θα κατευθύνονται οι πόροι του κράτους τους.
Μπανγκλαντές 456 δισ. – Πακιστάν 407 δισ.
Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, η σύγκριση έχει αντιστραφεί με τρόπο που το 1971 ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας που παρατίθενται στην ανάλυση, το ΑΕΠ του Μπανγκλαντές το 2025 έφθασε περίπου στα 456 δισ. δολάρια, έναντι 407 δισ. δολαρίων του Πακιστάν.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ: περίπου 2.597 δολάρια για το Μπανγκλαντές έναντι 1.596 δολαρίων για το Πακιστάν.
Το πρώην Ανατολικό Πακιστάν έχει, δηλαδή, καταφέρει να ξεπεράσει οικονομικά το κράτος από το οποίο αποσχίστηκε έπειτα από έναν από τους πιο αιματηρούς πολέμους της Νότιας Ασίας.
Δεν είναι, όμως, ώρα για πανηγυρισμούς
Η ανάλυση προειδοποιεί ότι η επιτυχία του Μπανγκλαντές δεν πρέπει να δημιουργήσει εφησυχασμό.
Η Ντάκα αντιμετωπίζει πλέον δικά της σοβαρά προβλήματα: χαμηλή φορολογική αποτελεσματικότητα, αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος, πληθωρισμό, ανεπαρκείς επενδύσεις, ενεργειακούς περιορισμούς και επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Υπάρχει επίσης υπερβολική εξάρτηση από έναν συγκεκριμένο εξαγωγικό κλάδο. Τα έτοιμα ενδύματα εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου 82% των εξαγωγών της χώρας.
Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η διαφοροποίηση είναι εφικτή. Πρόγραμμα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών με την υποστήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας βοήθησε επιχειρήσεις εκτός του κλάδου των ενδυμάτων να δημιουργήσουν σχεδόν 180.000 θέσεις εργασίας, έναντι αρχικού στόχου 60.000.
Η πραγματική εθνική ισχύς
Το βασικό μήνυμα της ανάλυσης δεν είναι ότι το Μπανγκλαντές πρέπει να εγκαταλείψει την άμυνά του ούτε ότι το Πακιστάν βρίσκεται σε δυσχερή θέση αποκλειστικά λόγω των στρατιωτικών του δαπανών.
Είναι βαθύτερο.
Η στρατιωτική ισχύς χωρίς οικονομική βάση δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη εθνική ισχύ.
Το Μπανγκλαντές χρειάζεται δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά όχι εις βάρος των θεμελίων που το έφεραν μέχρι εδώ. Πρέπει να διευρύνει τη φορολογική βάση, να εξυγιάνει τις τράπεζες, να περιορίσει τη σπατάλη, να βελτιώσει τη διακυβέρνηση και να καταστήσει αποτελεσματικότερο τον ενεργειακό τομέα.
Οι πόροι που θα εξοικονομηθούν, όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, πρέπει να επιστρέψουν στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην τεχνική κατάρτιση, στις υποδομές, στην τεχνολογία, στην κλιματική ανθεκτικότητα και στη διαφοροποίηση των εξαγωγών.
Διότι αυτά δεν αποτελούν απλώς κοινωνική πολιτική.
Αποτελούν στοιχεία εθνικής ασφάλειας.
Το μάθημα του 1971 παραμένει επίκαιρο
Το ιστορικό παράδοξο είναι ισχυρό. Το Μπανγκλαντές γεννήθηκε μέσα από τα ερείπια του 1971 ως μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη. Το Πακιστάν διέθετε μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, κρατικούς μηχανισμούς, διεθνείς συμμαχίες και ήδη εδραιωμένες οικονομικές δομές.
Πέντε δεκαετίες αργότερα, το Μπανγκλαντές έχει αποδείξει ότι η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται αποκλειστικά από το μέγεθος του στρατού ή τον αριθμό των πυραύλων του.
Μετριέται επίσης από την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, την παραγωγικότητα, την εκπαίδευση, την υγεία, τις εξαγωγές, τις υποδομές και την ικανότητα της επόμενης γενιάς να παράγει περισσότερο πλούτο από την προηγούμενη.
Το Πακιστάν αποτελεί γι’ αυτό ένα προειδοποιητικό παράδειγμα για την Ντάκα και όχι ένα μοντέλο που πρέπει να αντιγραφεί.
Το Μπανγκλαντές κέρδισε το 1971 την πολιτική του κυριαρχία. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι να προστατεύσει την οικονομική βάση πάνω στην οποία οικοδόμησε την άνοδό του.
Γιατί, όπως καταλήγει ουσιαστικά η ανάλυση, η απελευθέρωση δεν ολοκληρώνεται μόνο με την κυριαρχία. Ολοκληρώνεται με την ευημερία – και η ισχυρότερη άμυνα αυτής της κυριαρχίας είναι μια οικονομία που δίνει σε κάθε πολίτη λόγο να επενδύσει στο μέλλον της χώρας του.