Σοβαρούς πολιτικούς κραδασμούς προκαλεί στην Τουρκία η προφυλάκιση της πρώην υπουργού Οικογενειακής και Κοινωνικής Πολιτικής, Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, στο πλαίσιο μεγάλης έρευνας για ύποπτες χρηματιστηριακές συναλλαγές και επενδυτικά κεφάλαια. Η πρώην υπουργός και πρώην αντιπρόεδρος του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) κατηγορείται για παραβίαση της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, σε μία υπόθεση που αγγίζει πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις στο τουρκικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα.
Η απόφαση για την προφυλάκιση της Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά ελήφθη τα ξημερώματα της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου από δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης, μετά τη δεύτερη κατάθεσή της στις εισαγγελικές αρχές.
Όπως μετέδωσε το τουρκικό πρακτορείο Anadolu και επιβεβαίωσε το Reuters, η πρώην υπουργός παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη με αίτημα προσωρινής κράτησης, το οποίο έγινε δεκτό. Αντιμετωπίζει κατηγορίες που σχετίζονται με συναλλαγές στην κεφαλαιαγορά και φερόμενη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Η Καγιά είχε αποχωρήσει από τη θέση της αντιπροέδρου του AKP τον Σεπτέμβριο, όταν άρχισαν να δημοσιοποιούνται οι καταγγελίες για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της ίδιας και του συζύγου της.
Στο μικροσκόπιο της Εισαγγελίας οι χρηματιστηριακές συναλλαγές
Η έρευνα διεξάγεται από το αρμόδιο τμήμα της Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και το ξέπλυμα χρήματος, στο πλαίσιο ευρύτερης διερεύνησης συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν στην τουρκική κεφαλαιαγορά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εταιρεία Özata Denizcilik, οι μετοχές της οποίας αποτέλεσαν αντικείμενο σημαντικών αγοραπωλησιών κατά τη διάρκεια του 2026.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας που δημοσιοποίησαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης, η Καγιά είχε αποκτήσει περίπου 250.000 μετοχές της εταιρείας τον Απρίλιο, τις οποίες στη συνέχεια διέθεσε κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο.
Ο σύζυγός της, Ιλίας Καγιά, είχε επίσης αποκτήσει περίπου 150.000 μετοχές της ίδιας εταιρείας.
Το κρίσιμο ζήτημα που εξετάζουν οι εισαγγελικές αρχές είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με βάση πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες στο ευρύ επενδυτικό κοινό.
Η πρώην υπουργός και ο σύζυγός της έχουν αρνηθεί ότι διέθεταν προνομιακή πληροφόρηση ή ότι προχώρησαν σε χειραγώγηση της αγοράς.
Η μεταβίβαση μετοχών λίγο πριν από την εκκαθάριση των κεφαλαίων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν τη μεταβίβαση μετοχών της Özata Denizcilik στις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Σύμφωνα με το εισαγγελικό έγγραφο παραπομπής, η Καγιά μεταβίβασε τις μετοχές της απευθείας στην Tera Yatırım Menkul Değerler, λαμβάνοντας το αντίτιμο την ίδια ημέρα.
Η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν από την απόφαση για εκκαθάριση των εμπλεκόμενων επενδυτικών κεφαλαίων, στις 17 Σεπτεμβρίου.
Οι εισαγγελικές αρχές εξετάζουν επίσης το γεγονός ότι, ενώ ο συνήθης χρόνος εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι δύο εργάσιμες ημέρες, στην προκειμένη περίπτωση η πληρωμή πραγματοποιήθηκε αυθημερόν.
Το Συμβούλιο Κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας (SPK) φέρεται να έχει συντάξει έκθεση σύμφωνα με την οποία η πρώην υπουργός διέθετε μη δημοσιοποιημένες πληροφορίες, ικανές να επηρεάσουν την τιμή των μετοχών ή τις αποφάσεις άλλων επενδυτών.
Πρόκειται για συμπέρασμα των ελεγκτικών αρχών που αποτελεί αντικείμενο της ποινικής έρευνας και όχι για δικαστικά αποδεδειγμένη ενοχή.
Ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους ο σύζυγος και πρώην επικεφαλής της Κεφαλαιαγοράς
Στην ίδια έρευνα εμπλέκονται ο σύζυγος της πρώην υπουργού, Ιλίας Καγιά, και ο πρώην πρόεδρος του τουρκικού Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς, Ιμπραήμ Ομέρ Γκιονούλ.
Και οι δύο κλήθηκαν να καταθέσουν στις 5 Νοεμβρίου, ωστόσο το δικαστήριο αποφάσισε να αφεθούν ελεύθεροι υπό δικαστικό έλεγχο.
Συγκεκριμένα, τους επιβλήθηκε υποχρέωση τακτικής παρουσίας στις αρμόδιες αρχές και απαγόρευση εξόδου από την Τουρκία.
Η εμπλοκή πρώην επικεφαλής της εποπτικής αρχής της κεφαλαιαγοράς προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση, καθώς η έρευνα δεν περιορίζεται στις συναλλαγές ιδιωτών επενδυτών, αλλά περιλαμβάνει και πρόσωπα που είχαν αναλάβει θεσμικές αρμοδιότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Καταγγελίες για κέρδη άνω των δύο δισεκατομμυρίων λιρών
Η υπόθεση είχε αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις ήδη από τον Σεπτέμβριο, όταν εκπρόσωπος του αντιπολιτευόμενου Νέου Κόμματος κατηγόρησε το ζεύγος Καγιά ότι αποκόμισε εξαιρετικά υψηλά κέρδη από χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες που επικαλείται το Reuters, το ζευγάρι φέρεται να εισέπραξε περίπου 2,17 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες από την πώληση επενδύσεων αρχικής αξίας περίπου 163 εκατομμυρίων λιρών.
Σημαντικό μέρος των συναλλαγών αφορούσε τις μετοχές της Özata Denizcilik, των οποίων η τιμή παρουσίασε εντυπωσιακή άνοδο, από περίπου 220 λίρες στις αρχές Απριλίου σε 4.980 λίρες στις 15 Σεπτεμβρίου.
Ακολούθησε κρίση ρευστότητας στην αγορά επενδυτικών κεφαλαίων και έντονη πτώση των μετοχικών αξιών στις 16 Σεπτεμβρίου, εν μέσω υποψιών για χειραγώγηση τίτλων με περιορισμένη συναλλακτική δραστηριότητα.
Τα ποσά αυτά αποτελούν αντικείμενο καταγγελιών και δεν συνιστούν οριστικά δικαστικά διαπιστωμένα παράνομα κέρδη.
Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και πολιτικές αντιδράσεις
Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι εισαγγελικές αρχές προχώρησαν σε ενέργειες για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του ζεύγους, στο πλαίσιο της διερεύνησης των χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Η Καγιά είχε ήδη αποχωρήσει από την ηγετική θέση που κατείχε στο AKP, ενώ στη συνέχεια, σύμφωνα με το Reuters, εγκατέλειψε και το κόμμα.
Η αντιπολίτευση έχει θέσει ζήτημα ισονομίας, ζητώντας να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια δικαστικής αντιμετώπισης σε όλα τα πολιτικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης.
Η προφυλάκιση της πρώην υπουργού αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς πρόκειται για πρόσωπο που υπηρέτησε σε κυβερνητική θέση την περίοδο 2016-2018 και διατήρησε υψηλή κομματική θέση μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με τις δικαστικές αρχές να εξετάζουν τις συναλλαγές, τις διασυνδέσεις των εμπλεκόμενων προσώπων και το ενδεχόμενο αξιοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών για την αποκόμιση χρηματιστηριακού οφέλους.