Η Αρμενική Εκκλησία στο στόχαστρο. Η σύγκρουση του Νικόλ Πασινιάν με τον Καθολικό Πάντων των Αρμενίων και οι επιπτώσεις για το έθνος
Η Αρμενία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες εσωτερικές κρίσεις της μετασοβιετικής ιστορίας της. Για πρώτη φορά, ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, Η Αυτού Αγιότης ο Καθολικός Πάντων των Αρμενίων Καρεκίν Β΄, καλείται να λογοδοτήσει ενώπιον δικαστηρίου μαζί με έξι ακόμη ανώτερους κληρικούς.
Η υπόθεση, η οποία θα εκδικαστεί στο Πρωτοδικείο του Βαγαρσαπάτ σήμερα, κατηγορεί τον Καρεκίν Β΄ και τους έξι επισκόπους ότι δεν εκτέλεσαν δικαστική πράξη αρνούμενοι να συμμορφωθούν με δικαστική εντολή που απαιτούσε την προσωρινή επαναφορά του Επισκόπου Γκεβόργκ Σαρογιάν, όμως η πολιτική της διάσταση είναι σαφώς ευρύτερη. Η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία υποστηρίζει ότι ο διορισμός και η απόλυση επισκόπων είναι θέματα που διέπονται αποκλειστικά από το κανονικό δίκαιο και δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των κρατικών αρχών.
Για πολλούς Αρμενίους, δεν πρόκειται απλώς για μια νομική διαφορά, αλλά για μια ευθεία σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τον αρχαιότερο θεσμό του αρμενικού έθνους.
Η Εκκλησία ως θεμέλιο του αρμενικού έθνους
Η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία δεν αποτελεί απλώς έναν θρησκευτικό οργανισμό. Από το 301 μ.Χ., όταν η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στον κόσμο που υιοθέτησε επίσημα τον Χριστιανισμό, η Εκκλησία αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα διατήρησης της εθνικής ταυτότητας.
Κατά τη διάρκεια των αραβικών, σελτζουκικών, μογγολικών, περσικών και οθωμανικών κυριαρχιών, η Εκκλησία υπήρξε ο θεσμός που διατήρησε τη γλώσσα, την ιστορία, την παιδεία και την εθνική συνείδηση των Αρμενίων. Μετά τη Γενοκτονία του 1915 και τη διασπορά εκατομμυρίων Αρμενίων σε όλον τον κόσμο, έγινε το βασικό σημείο αναφοράς των κοινοτήτων της Διασποράς.
Για τον λόγο αυτό, κάθε αντιπαράθεση μεταξύ κράτους και Εκκλησίας αποκτά διαστάσεις που υπερβαίνουν την εσωτερική πολιτική.
Πώς φτάσαμε στη σημερινή κρίση
Οι σχέσεις του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν με την Εκκλησία επιδεινώθηκαν μετά την ήττα στον πόλεμο του 2020 και κορυφώθηκαν μετά τον βίαιο εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού από το Αρτσάχ το 2023.
Η Εκκλησία άσκησε δημόσια κριτική στην κυβέρνηση για τους χειρισμούς της, ενώ αρκετοί επίσκοποι ζήτησαν ακόμη και την παραίτηση του πρωθυπουργού.
Από την άλλη πλευρά, ο Πασινιάν κατηγόρησε επανειλημμένα την Εκκλησία ότι λειτουργεί ως πολιτικός αντίπαλος και ότι εξυπηρετεί ξένα – κυρίως ρωσικά – συμφέροντα, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία. Παράλληλα, έχει ζητήσει δημοσίως την παραίτηση του Καρεκίν Β΄ και την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας.
Τι επιδιώκει η κυβέρνηση;
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιδιώκει:
- την εφαρμογή του κράτους δικαίου,
- τον διαχωρισμό Εκκλησίας και πολιτικής,
- την αποτροπή της πολιτικής δράσης του κλήρου,
- τη διασφάλιση ότι κανένας θεσμός δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Ωστόσο, οι επικριτές της κυβέρνησης θεωρούν ότι οι ενέργειες αυτές συνιστούν προσπάθεια περιορισμού της επιρροής της Εκκλησίας και ελέγχου ενός θεσμού που εξακολουθεί να απολαμβάνει υψηλό κύρος στην κοινωνία.
Η στάση του Καθολικού Καρεκίν Β΄
Ο Καρεκίν Β΄ έχει αποφύγει την προσωπική πολιτική αντιπαράθεση. Η Εκκλησία, όμως, χαρακτηρίζει τις διώξεις πολιτικά υποκινούμενες και υποστηρίζει ότι το κράτος παρεμβαίνει σε εσωτερικά εκκλησιαστικά ζητήματα, παραβιάζοντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτονομία της.
Η στάση του Καθολικού Αράμ Α΄
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η στάση του Η Αυτού Αγιότης Αράμ Α΄, Καθολικού του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας.
Από την έναρξη της κρίσης προσπάθησε να λειτουργήσει ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας, προτείνοντας ακόμη και προσωπική διαμεσολάβηση.
Μετά την κλήτευση του Καρεκίν Β΄, εξέδωσε ιδιαίτερα αυστηρή ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «απαράδεκτη και καταδικαστέα». Αποκάλυψε ότι βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Καθολικό Πάντων των Αρμενίων και ότι του συνέστησε να μην παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο αλλά να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο.
Παράλληλα κάλεσε τις αρμενικές αρχές να αντιμετωπίσουν την Εκκλησία με σεβασμό και να επιδιώξουν λύση μέσω θεσμικού διαλόγου.
Η στάση των πιστών
Η αρμενική κοινωνία εμφανίζεται βαθιά διχασμένη.
Ένα μεγάλο μέρος των πιστών θεωρεί ότι η δίωξη του Καθολικού συνιστά επίθεση κατά της Εκκλησίας και της ιστορικής ταυτότητας του έθνους. Συγκεντρώσεις υποστήριξης πραγματοποιήθηκαν τόσο στην Αρμενία όσο και στο εξωτερικό, ενώ πολλοί διανοούμενοι και κοινωνικοί φορείς εξέφρασαν ανησυχία για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την αυτονομία της Εκκλησίας.
Παράλληλα, υπάρχει και ένα τμήμα της κοινωνίας που στηρίζει την κυβερνητική θέση, θεωρώντας ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να εμπλέκεται ενεργά στην πολιτική αντιπαράθεση.
Η στάση της Διασποράς
Η αντίδραση της αρμενικής Διασποράς υπήρξε σχεδόν καθολική υπέρ της Εκκλησίας.
Εκκλησιαστικές επαρχίες, οργανώσεις, κοινότητες και προσωπικότητες από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια και Νότια Αμερική εξέφρασαν τη στήριξή τους προς τον Καρεκίν Β΄ και υπογράμμισαν ότι η αυτονομία της Εκκλησίας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενότητα του αρμενικού λαού. Παράλληλα, η Σύνοδος των Επισκόπων του Ετσμιατζίν επανέλαβε ομόφωνα την εμπιστοσύνη της προς τον Καθολικό και κατήγγειλε τις ποινικές διώξεις ως αδικαιολόγητες.
Τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Κωνσταντινούπολης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τόσο το Αρμενικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όσο και το Αρμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους προς τον Καρεκίν Β΄ μέσω μηνυμάτων που αναγνώστηκαν στη Σύνοδο των Επισκόπων του Ετσμιατζίν. Η στάση αυτή δείχνει ότι η κρίση δεν αντιμετωπίζεται ως ένα τοπικό ζήτημα της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αλλά ως υπόθεση που αφορά το σύνολο της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας.
Η σύγκρουση με την Εκκλησία, η νέα πολιτική πορεία της κυβέρνησης και οι εθνικές προεκτάσεις
Η αντιπαράθεση της κυβέρνησης Πασινιάν με την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία δεν εξελίσσεται σε πολιτικό κενό. Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια διαφορετική στρατηγική για το μέλλον της χώρας, η οποία βασίζεται στην εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, ακόμη και μέσα από δύσκολους συμβιβασμούς.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η Αρμενία πρέπει να επικεντρωθεί στη διεθνώς αναγνωρισμένη επικράτειά της, αφήνοντας πίσω πολιτικές και αντιλήψεις που, κατά την άποψή του, οδήγησαν τη χώρα σε διαρκείς συγκρούσεις. Παράλληλα, η κυβέρνησή του προωθεί το δόγμα της λεγόμενης «Πραγματικής Αρμενίας» (Real Armenia), σύμφωνα με το οποίο η ανάπτυξη και η ασφάλεια της χώρας πρέπει να στηριχθούν στη δημιουργία σχέσεων ειρήνης με τους γείτονές της.
Οι επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η πολιτική αυτή συνοδεύεται από μια σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών θεσμών που επί δεκαεπτά αιώνες κράτησε ενωμένο τον αρμενικό λαό, ιδιαίτερα στις περιόδους όπου δεν υπήρχε ανεξάρτητο αρμενικό κράτος. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγουν την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, τις οργανώσεις της Διασποράς και, γενικότερα, όσους επιμένουν στη διατήρηση της ιστορικής διεκδίκησης για το Αρτσάχ και τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων ως αναπόσπαστων στοιχείων της εθνικής ταυτότητας.
Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης δεν θα καθορίσει μόνο τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας. Είναι πιθανό να επηρεάσει την ίδια τη φυσιογνωμία της Αρμενίας και τη σχέση της με τα εκατομμύρια των Αρμενίων της Διασποράς, για τους οποίους η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο συνεκτικό δεσμό του έθνους.