Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Η αρχαιολογική ανασκαφή για το 2026 της κοινής Αρμενοϊταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής στο Σαμιράμ, στην περιφέρεια Αραγκατσότν της Δημοκρατίας της Αρμενίας, ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Η αποστολή πραγματοποιείται στο πλαίσιο της μακροχρόνιας επιστημονικής συνεργασίας μεταξύ του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας και Εθνογραφίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Δημοκρατίας της Αρμενίας και του ISMEO – Διεθνούς Ένωσης Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών. Τη διεύθυνση του έργου έχουν η Βαρντούχι Μελικιάν από αρμενικής πλευράς και ο Ρομπέρτο Νταν από ιταλικής.
Η ανασκαφική περίοδος του 2026, η οποία διήρκεσε από τις 26 Μαΐου έως τις 25 Ιουνίου, επικεντρώθηκε σε καίριους τομείς του αρχαιολογικού χώρου, με στόχο τη διερεύνηση της χρονολόγησης, της λειτουργίας και της εξέλιξης ενός από τα πλέον σύνθετα αρχαιολογικά τοπία της κεντρικής Αρμενίας.
Το Σαμιράμ αποτελεί έναν ιδιαίτερα σύνθετο και πολυεπίπεδο αρχαιολογικό χώρο, που περιλαμβάνει εκτεταμένο οχυρωμένο βραχώδες οροπέδιο, πολλαπλές μνημειακές οχυρώσεις και σημαντικές ταφικές ζώνες. Οι φετινές έρευνες επιβεβαίωσαν τη μακραίωνη και σχεδόν αδιάλειπτη κατοίκηση του χώρου, από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού έως και τη Μεταμεσαιωνική περίοδο.
Μεταξύ των σημαντικότερων αποτελεσμάτων της φετινής έρευνας συγκαταλέγεται η συνέχιση της ανασκαφής του Τάφου 3, ενός μνημειακού ταφικού συγκροτήματος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Το ταφικό μνημείο διαθέτει ομόκεντρους λίθινους κύκλους, κεντρική λιθόκτιστη κιβωτιόσχημη ταφή και πλούσια κτερίσματα, μεταξύ των οποίων χάλκινα όπλα, αιχμές βελών από οψιδιανό και μέταλλο, καθώς και τα λείψανα αλόγου που είχε αποτεθεί στο πλαίσιο τελετουργικής θυσίας.
Η ανακάλυψη αυτή προσφέρει ιδιαίτερα σημαντικά νέα δεδομένα για τη μελέτη των τοπικών ελίτ, των ταφικών πρακτικών και του συμβολικού ρόλου του αλόγου στις κοινωνίες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Αρμενία.
Παράλληλα, συνεχίστηκε η έρευνα στους οχυρωμένους τομείς του χώρου. Η μελέτη του συστήματος εισόδου του Τείχους 2 έδειξε ότι η ορατή σήμερα είσοδος, σχήματος «L», πιθανότατα αναδιαμορφώθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο πάνω σε προγενέστερα στρώματα της Εποχής του Σιδήρου. Επιπλέον, οι ανασκαφές επιβεβαίωσαν τον μνημειακό χαρακτήρα του ουραρτικού οχυρωματικού συστήματος, αποκαλύπτοντας μια εξαιρετικά καλοδιατηρημένη μεγαλιθική κατασκευή.
Η ανασκαφή του 2026 ανέδειξε επίσης νέα στοιχεία για τις μεταγενέστερες φάσεις κατοίκησης του Σαμιράμ. Στην Περιοχή 7 αποκαλύφθηκαν χώροι με βάσεις κιόνων, αρχιτεκτονικές κατασκευές που είχαν ανεγερθεί σε επαφή με τους ουραρτικούς πύργους, καθώς και καλά διατηρημένες μεσαιωνικές εγκαταστάσεις. Τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν ότι οι αρχαίες οχυρώσεις συνέχισαν να επηρεάζουν την οργάνωση και τη χρήση του χώρου επί πολλούς αιώνες.
Τα αποτελέσματα της φετινής ανασκαφικής περιόδου επιβεβαιώνουν ότι το Σαμιράμ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους για την κατανόηση της μακρόχρονης ιστορίας της κεντρικής Αρμενίας και της εξέλιξης των κοινωνιών της από την προϊστορία έως τους μεταμεσαιωνικούς χρόνους.
Η μελέτη των ευρημάτων, καθώς και οι ανθρωπολογικές, αρχαιοζωολογικές και λοιπές εξειδικευμένες αναλύσεις, θα συνεχιστούν τους προσεχείς μήνες και αναμένεται να προσφέρουν νέα στοιχεία για την ιστορία του Σαμιράμ και τον ρόλο του στην αρχαία Αρμενία.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF