Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου), Romfea.gr
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) θα κληθεί να αποφασίσει (υπόθεση C-12/25, Bisdom Gent) αν ένα πρόσωπο που αποχωρεί από μια εκκλησιαστική κοινότητα (εν προκειμένω από τους Ρωμαιοκαθολικούς) μπορεί να απαιτήσει, βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR), τη διαγραφή των δεδομένων του από τα μητρώα βαπτίσεων.
Η κρίση του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου ενδέχεται να έχει ευρύτερες συνέπειες για τις θρησκευτικές κοινότητες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου και για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Είναι γνωστό ότι αιτήματα «αποβάπτισης» έχουν απασχολήσει και ενορίες της Εκκλησίας της Ελλάδος στα οποία ανακύπτει η σύγκρουση αφ’ ενός των δικαιωμάτων που ερείδονται στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (π.χ. του δικαιώματος διαγραφής προσωπικών δεδομένων κατά το άρθρο 17) και αφ’ ετέρου της θρησκευτικής ελευθερίας στη θεσμική της διάσταση και της εκκλησιαστικής αυτονομίας.
Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ η Γενική Εισαγγελέας του ΔΕΕ, Laila Medina, έχει προγραμματιστεί να παρουσιάσει τις προτάσεις της την 1η Οκτωβρίου του 2026. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα εκδώσει την κρίσιμης σημασίας απόφασή του.
Η υπόθεση ξεκίνησε από ένα πρόσωπο που είχε βαπτιστεί ενώ ήταν ανήλικος στους Ρωμαιοκαθολικούς στο Βέλγιο και μετά από πολλά χρόνια εξέφρασε την πρόθεσή του να αποχωρήσει και να αποσυνδεθεί από την εκκλησιαστική κοινότητα. Ζήτησε, λοιπόν, στις 7 Απριλίου του 2021 να αφαιρεθεί κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από τα εκκλησιαστικά μητρώα και αρχεία.
Η αρμόδια Επισκοπή της Γάνδης δεν διέγραψε την εγγραφή της βάπτισής του. Αντί γι’ αυτό, προσέθεσε στο περιθώριο του μητρώου σημείωση που ανέφερε την πρόθεση του ενδιαφερομένου να αποχωρήσει από την Εκκλησία. Με τον τρόπο αυτό διατηρούνταν το ιστορικό και μυστηριακό γεγονός της βάπτισης χωρίς να παρουσιάζεται ο ενδιαφερόμενος ως ενεργό μέλος της Εκκλησίας.
Ακολούθως το εν λόγω πρόσωπο προσέφυγε στις 14 Απριλίου του 2021 στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία στις 19 Δεκεμβρίου του 2023 διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα του από το μητρώο βαπτίσεων. Η Αρχή αναγνώρισε ότι το δικαίωμα διαγραφής βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων δεν είναι απόλυτο και ότι η Εκκλησία έχει έννομο συμφέρον να τηρεί μητρώα βαπτίσεων. Ωστόσο, έκρινε τελικά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η διατήρηση των δεδομένων του ενδιαφερομένου για ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του ήταν δυσανάλογη, από τη στιγμή που είχε εκφράσει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία την επιθυμία του να αποστασιοποιηθεί από την Εκκλησία.
Στη συνέχεια, η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση και το Εφετείο Βρυξελλών αποφάσισε στις 11 Δεκεμβρίου 2024 να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα καθορίσει πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Λόγω των ενδεχόμενων ευρύτερων συνεπειών της απόφασης, η Επιτροπή των Επισκοπικών Διασκέψεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (“Commission of the Bishops’ Conferences of the European Union”) δημοσίευσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 ένα νομικό κείμενο υπερασπιζόμενη την ακεραιότητα των μητρώων βαπτίσεων.
Σε αυτό οι Ευρωπαίοι Ρωμαιοκαθολικοί Επίσκοποι υποστηρίζουν ότι η διαμάχη υπερβαίνει κατά πολύ ένα απλό διοικητικό ζήτημα σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Κατά την άποψή τους, αυτό που διακυβεύεται είναι μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάσει η ευρωπαϊκή νομοθεσία παρεμβαίνοντας στην εσωτερική οργάνωση μιας θρησκευτικής κοινότητας.
Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι το μητρώο βαπτίσεων επιτελεί ουσιώδη λειτουργία στο Κανονικό Δίκαιο. Η βάπτιση αποτελεί την πύλη εισόδου στα άλλα μυστήρια και παράγει μια πραγματικότητα η οποία, για την Εκκλησία, δεν μπορεί απλώς να παύσει να υπάρχει κατόπιν μεταγενέστερης βούλησης του βαπτισμένου προσώπου.
Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή των Επισκοπικών Διασκέψεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρεί ότι η υποχρέωση της Εκκλησίας να διαγράψει τα συγκεκριμένα δεδομένα θα έθιγε τη θεσμική της αυτονομία και τη θρησκευτική ελευθερία.
Το ζήτημα παρουσιάζει από νομικής άποψης μια ιδιαιτερότητα που διαφοροποιεί αυτά τα μητρώα από μια απλή βάση δεδομένων μελών μιας οποιασδήποτε άλλης δομής: για την Εκκλησία, η βάπτιση εντυπώνει ανεξάλειπτο χαρακτήρα και δεν μπορεί να επαναληφθεί ούτε να ακυρωθεί.
Ως εκ τούτου, η τήρηση του μητρώου καθιστά δυνατή την εξακρίβωση ότι ένα πρόσωπο έχει ήδη λάβει έγκυρα το μυστήριο. Είναι επίσης αναγκαία για μεταγενέστερες πράξεις του Κανονικού Δικαίου, ιδίως όταν τελούνται άλλα μυστήρια ή όταν διεκπεραιώνεται η διαδικασία του γάμου.
Επιπλέον, μια εγγραφή βάπτισης δεν περιέχει αποκλειστικά πληροφορίες για το βαπτισμένο πρόσωπο. Περιλαμβάνει και δεδομένα που αφορούν τους γονείς, τους αναδόχους και τον θρησκευτικό λειτουργό που τέλεσε το μυστήριο. Επομένως, η διαγραφή αυτών των δεδομένων θα μπορούσε να επηρεάσει τρίτα πρόσωπα και να αλλοιώσει την ακεραιότητα των εγγράφων που πιστοποιούν ιστορικά γεγονότα.
Στην ανωτέρω σύγκρουση οι αρχές των κρατών-μελών έχουν δώσει εντελώς διαφορετικές απαντήσεις. Για παράδειγμα, η ιρλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων έκρινε το 2023 ότι ο Αρχιεπίσκοπος του Δουβλίνου μπορούσε να επικαλεστεί το έννομο συμφέρον (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του GDPR) για τη διατήρηση των δεδομένων που περιέχονται σε μητρώο βαπτίσεων και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν επιθυμούσε πλέον να συνδέεται με την Εκκλησία. Ακόμα, διοικητικό δικαστήριο στη Σλοβενία είχε δεχθεί τη διατήρηση δεδομένων μητρώου βαπτίσεων, κρίνοντας ότι η επεξεργασία εξυπηρετούσε σκοπό αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον.
Στην Ισπανία υπάρχουν επίσης δικαστικά προηγούμενα σχετικά με τη σχέση μεταξύ θρησκευτικών μητρώων και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, σε υπόθεση που αφορούσε τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, ότι μια θρησκευτική κοινότητα μπορεί να διατηρεί τα προσωπικά δεδομένα πρώην μέλους που είναι αναγκαία για τους θρησκευτικούς σκοπούς της, εφόσον η διατήρησή τους πληροί τις απαιτήσεις της καταλληλότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Μια πρόσφατη επιστημονική δημοσίευση της Καθηγήτριας Θρησκείας, Δικαίου και Κοινωνίας Sophie van Bijsterveld φωτίζει με μεγάλη λεπτομέρεια το διακύβευμα της επερχόμενης απόφασης του ΔΕΕ. Κατά την άποψή της, η βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων αντιμετώπισε το ζήτημα μονομερώς υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ η ιρλανδική Αρχή ακολούθησε πολύ πιο ισορροπημένη, νομικά και κοινωνικά «εύλογη» προσέγγιση.
Κατά τη Sophie van Bijsterveld το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο από μια απλή διαφορά για τα προσωπικά δεδομένα. Δεν αφορά μόνο το δικαίωμα στη διαγραφή (άρθρο 17 του GDPR), τη νομιμότητα της επεξεργασίας (άρθρο 6 του GDPR) ή τις ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων (δεδομένα που αποκαλύπτουν θρησκευτικές πεποιθήσεις – άρθρο 9 του GDPR) αλλά αγγίζει την εκκλησιαστική αυτονομία, τη θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και κυρίως το άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), σύμφωνα με το οποίο η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν κατά το εθνικό δίκαιο οι Εκκλησίες, οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.
Άρα το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει στη μελέτη της είναι το εξής: Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) ώστε να προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των υποκειμένων των δεδομένων χωρίς να θίγεται δυσανάλογα η θεσμική θρησκευτική ελευθερία της Εκκλησίας και χωρίς να καταλήγει η εφαρμογή του Κανονισμού σε παράλογα αποτελέσματα από νομικής και κοινωνικής άποψης;
Η Καθηγήτρια ασκεί έντονη κριτική στην ανωτέρω απόφαση της βελγικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Θεωρεί ότι ερμήνευσε σχεδόν όλες τις κρίσιμες διατάξεις του GDPR υπέρ του αιτούντος τη διαγραφή και εις βάρος της Εκκλησίας, χωρίς να αποδώσει ουσιαστικό βάρος στη θεσμική θρησκευτική ελευθερία και την εκκλησιαστική αυτονομία. Το βασικό της σφάλμα είναι ότι αντιμετώπισε τη διαφορά ως σύγκρουση μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων και απλών «συμφερόντων» της Εκκλησίας, ενώ η Εκκλησία είναι επίσης φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως της συλλογικής και οργανωτικής διάστασης της θρησκευτικής ελευθερίας.
Αντιθέτως, κρίνει ότι πιο πειστική είναι η απόφαση της ιρλανδικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων για το αντίστοιχο ζήτημα καθώς στάθμισε τα δικαιώματα και των δύο πλευρών, έλαβε υπόψη την πραγματική λειτουργία του μητρώου βαπτίσεων και αξιολόγησε την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα με βάση την κοινωνική πραγματικότητα.
Η διατήρηση της εγγραφής της βάπτισης θεωρείται από την Καθηγήτρια δικαιολογημένη, επειδή το μητρώο δεν αποτελεί κατάλογο ενεργών μελών αλλά καταγραφή ενός πραγματικού και, για την Εκκλησία, μυστηριακά μη αναστρέψιμου γεγονότος. Παράλληλα, τα δεδομένα είναι περιορισμένα, το μητρώο είναι εμπιστευτικό και η πρακτική επίπτωση στην ιδιωτικότητα του ενδιαφερομένου είναι μικρή σε σχέση με τη σημασία της εγγραφής για τη δογματική και οργανωτική λειτουργία της Εκκλησίας.
Τέλος, τονίζει ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων δεν μπορεί να ερμηνεύεται απομονωμένα και μηχανιστικά. Η εφαρμογή του οφείλει να γίνεται υπό το φως της θρησκευτικής ελευθερίας του άρθρου 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), το οποίο υποχρεώνει την Ένωση να σέβεται το καθεστώς των θρησκευτικών κοινοτήτων στα κράτη-μέλη, λειτουργώντας ως όριο στην ευρωπαϊκή παρέμβαση στο πεδίο των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους.
Η εκκρεμής υπόθεση θέτει, επομένως, ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ την τύχη μιας μεμονωμένης εγγραφής σε ένα βιβλίο βαπτίσεων: αν και μέχρι ποιο σημείο το ενωσιακό δίκαιο προστασίας προσωπικών δεδομένων μπορεί να επιβάλει σε μια Εκκλησία την τροποποίηση των αρχείων μέσω των οποίων καταγράφει ένα γεγονός με ιδιαίτερη θεολογική, κανονική και ιστορική σημασία. Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κρίνει όχι αν μπορεί να «αναιρεθεί» το ίδιο το μυστήριο της βάπτισης, αλλά αν και υπό ποιες προϋποθέσεις το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να απαιτήσει τη διαγραφή της σχετικής καταχώρισης.