Μέρες που είναι, λίγο πριν φύγετε για τις καλοκαιρινές διακοπές σας, αγοράζετε τρία βιβλία για την παραλία ή το βουνό. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσατε αυτονόητο ότι πίσω από καθένα τους βρισκόταν ένας άνθρωπος. Σήμερα δεν είναι. Φυλλομετρώντας μία απ’ τις επιλογές σας, το μυθιστόρημα Embers of the Heart, κάτι δεν σας πείθει. Λίγο αργότερα μαθαίνετε ότι γράφτηκε με τη βοήθεια του Claude, του γλωσσικού μοντέλου της Anthropic. Μετά τη δημόσια κατακραυγή, η συγγραφέας Μία Μπάλαρντ παραδέχτηκε ότι χρησιμοποίησε το εν λόγω εργαλείο και ο εκδοτικός οίκος απέσυρε το βιβλίο. Το περιστατικό αυτό, ωστόσο, ήταν η κορυφή μόνο ενός παγόβουνου που αρχίζει να κλονίζει ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη μας προς τους δημιουργούς.
Το 2025, περισσότερα από τα μισά νέα e-books που ανέβηκαν στο Amazon φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν με τη συνδρομή εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Η εικόνα αυτή προκύπτει από την πρόσφατη έρευνα της Ίμκε Ρέιμερς, αναπληρώτριας καθηγήτριας Στρατηγικής και Οικονομικών των Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Cornell, και του οικονομολόγου Τζόελ Γουόλντφογκελ. «Αρχικά», μου λέει η Ρέιμερς, «διαπιστώσαμε μια μεγάλη αύξηση στον συνολικό αριθμό των ηλεκτρονικών βιβλίων που διατίθενται στο Amazon. Στη συνέχεια συνειδητοποιήσαμε ότι τα βιβλία τα οποία ανιχνεύεται πως έχουν γραφτεί με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης αποτελούσαν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό των νέων κυκλοφοριών, φτάνοντας σε περισσότερο από το μισό όλων των νέων τίτλων. Διαπιστώσαμε επίσης ότι έχουν κατά μέσο όρο πολύ λιγότερες κριτικές από τα βιβλία που έχουν γραφτεί από ανθρώπους. Τα περισσότερα δεν έχουν σχεδόν καμία πώληση, αν και ορισμένα σημειώνουν μέτρια εμπορική επιτυχία».
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν την οικονομική διάσταση του φαινομένου. Στον χώρο του βιβλίου, όμως, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί σε κάτι ακόμα πιο θεμελιώδες: στην εμπιστοσύνη του αναγνώστη. Η αφορμή δόθηκε πρόσφατα από τη δημόσια παραδοχή της νομπελίστριας Όλγκα Τοκάρτσουκ ότι χρησιμοποίησε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την έρευνα του νέου της βιβλίου. «Το περιστατικό αυτό δεν αφορά ένα μέτριο βιβλίο που γράφτηκε από κάποιο γλωσσικό μοντέλο», επισημαίνει ο Αργύρης Καστανιώτης, επικεφαλής των ομώνυμων εκδόσεων που κυκλοφορούν το έργο της Τοκάρτσουκ στα ελληνικά. «Η κορυφαία συγγραφέας παραδέχτηκε δημόσια κάτι που ήδη κάνουν πολλοί δημιουργοί: χρησιμοποίησε ένα εργαλείο για έρευνα. Οι αντιδράσεις δεν προκλήθηκαν από το “έγκλημα”, αλλά από τον φόβο. Δεν ενόχλησε πραγματικά η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η παραδοχή της».
Ο φόβος αυτός, όπως λέει ο κ. Καστανιώτης, αγγίζει τον πυρήνα της εκδοτικής πράξης. «Όταν αυτή η σύμβαση αμφισβητείται, δεν χάνεται μόνο η εμπιστοσύνη προς τον συγγραφέα. Αμφισβητείται και ο ρόλος του εκδότη ως εγγυητή. Ο εκδότης ιστορικά λειτουργούσε ως σφραγίδα αυθεντικότητας. Αν αρχίσει να τη βάζει σε κείμενα για τα οποία κανείς δεν γνωρίζει πώς παρήχθησαν, κινδυνεύει να χάσει το σημαντικότερο κεφάλαιό του: την αξιοπιστία».
«Το να μιμηθεί πιστά ένα ύφος είναι σχετικά εύκολο»
Οι χαμηλές πωλήσεις της πλημμυρίδας βιβλίων του ΑΙ δεν είναι τυχαίες. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των βιβλίων ανήκει στην κατηγορία που πλέον αποκαλείται «AI slop»: μαζικά παραγόμενο περιεχόμενο χαμηλής ποιότητας που κατακλύζει τις ψηφιακές πλατφόρμες. Η Ρέιμερς εκτιμά ότι, παρά την έκρηξη των AI βιβλίων, δεν υπάρχουν ακόμη ισχυρές ενδείξεις ότι οι αναγνώστες δυσκολεύονται περισσότερο να ανακαλύψουν τα βιβλία που πραγματικά τούς ενδιαφέρουν.
Ο συγγραφέας Στίβεν Μαρς, που πειραματίζεται εδώ και χρόνια με τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, δεν συμμερίζεται αυτή την αισιοδοξία. «Νομίζω ότι βρισκόμαστε εν μέσω ενός παλιρροϊκού κύματος σκουπιδιών που δημιουργείται από την τεχνητή νοημοσύνη. Τίποτε από αυτά δεν αξίζει και γι’ αυτό δεν πουλάει. Οι ανθρώπινοι οργανισμοί θέλουν ανθρώπινη τέχνη», μου λέει.
Για τον Μαρς, η πιο τοξική επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι τα πρόχειρα βιβλία που κατακλύζουν την αγορά, αλλά όσα παρουσιάζονται ως ανθρώπινα, ενώ δεν είναι. «Ο δυτικός λογοτεχνικός κόσμος ηθικολογεί διαρκώς για την ΤΝ, αλλά την ίδια στιγμή υποκρίνεται ως προς τη χρήση της, κι αυτό είναι ό,τι χειρότερο». Ο ίδιος, άλλωστε, δεν κρύβει τη σχέση του με τα εργαλεία αυτά. Έχει γράψει με τη βοήθειά τους το βιβλίο Ο θάνατος ενός συγγραφέα, ενώ το τελευταίο έργο του, Infinite Prayer for Peace, χρησιμοποιεί ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο για να παραγάγει έναν ατέρμονο αριθμό προσευχών για την ειρήνη. «Κανείς», τονίζει, «δεν είναι ακόμη σε θέση να γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί η τεχνητή νοημοσύνη. Κανείς δεν ξέρει πώς θα ενσωματωθεί στα βιβλία που θα υπογράφουν άνθρωποι ούτε πώς θα γίνει ευρύτερα αποδεκτή. Οι καλλιτέχνες καλής πίστης οφείλουν να ανακαλύψουν πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή πραγματικής τέχνης».
Μέχρι στιγμής, πάντως, η Ρέιμερς δεν διαπιστώνει ότι οι καταξιωμένοι συγγραφείς γράφουν λιγότερο. Όσο όμως τα γλωσσικά μοντέλα βελτιώνονται, τόσο θα μας απασχολεί το κρίσιμο ερώτημα: θα μπορέσει κάποτε η τεχνητή νοημοσύνη να γράψει πραγματική λογοτεχνία; Ο Στίβεν Μαρς μού θυμίζει το λεγόμενο «παράδοξο του Μόραβεκ», σύμφωνα με το οποίο οι μηχανές τα καταφέρνουν καλύτερα από τους ανθρώπους στις πολύπλοκες εργασίες, αλλά δυσκολεύονται σε εκείνες που για εμάς μοιάζουν αυτονόητες. «Η ΤΝ μπορεί να εκτελέσει πολύ καλά τις περίπλοκες εργασίες και πολύ φτωχά τις απλές», λέει. «Το να βάλεις την ΤΝ να λειτουργήσει το σύστημα του μετρό του Τόκιο είναι απολύτως εφικτό. Το να την κάνεις, όμως, να καταλάβει τι είναι μια αγελάδα είναι πολύ δύσκολο. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία. Το να μιμηθεί πιστά ένα ύφος είναι σχετικά εύκολο. Το να βρει, ωστόσο, μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ιστορία είναι σχεδόν αδύνατο. Αν εξελιχθεί αρκετά, ίσως κάποτε μπορέσει να κάνει ό,τι έκανε ο Τζέιμς Τζόις στον Οδυσσέα. Θα μπορούσε όμως να γράψει έναν νέο μύθο του Αισώπου; Κάτι που να μείνει στη συλλογική μας συνείδηση; Αυτό δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να το κάνει».
Τον ρωτώ αν θα μπορούσε ποτέ να γράψει ένα αριστούργημα. «Είναι σαν να με ρωτάς αν μπορεί μια φωτογραφική μηχανή να δημιουργήσει ένα οπτικό αριστούργημα. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιήσει μια φωτογραφική μηχανή για να δημιουργήσει κάτι εξαιρετικό. Η ίδια όμως η φωτογραφική μηχανή απλώς κάθεται εκεί. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι εργαλεία. Οι άνθρωποι πρέπει να ανακαλύψουν πώς θα χρησιμοποιήσουν αυτό το εργαλείο για να δημιουργήσουν την τέχνη που μόνο αυτό μπορεί να παράγει».
Μια νέα αμφιβολία
Η συζήτηση αυτή έχει αρχίσει πλέον να απασχολεί και τα γραφεία των ελληνικών εκδοτικών οίκων. «Λαμβάνουμε ήδη δείγματα μεταφρασμένα από τεχνητή νοημοσύνη, όπου το ερώτημα τίθεται ρητά ή σιωπηρά», αποκαλύπτει ο Αργύρης Καστανιώτης. Καθώς τα εργαλεία ανίχνευσης παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά λάθους, η μόνη πραγματική άμυνα των εκδοτών παραμένει η στενή σχέση με τον δημιουργό. «Ένας έμπειρος επιμελητής καταλαβαίνει πολύ πιο εύκολα, μέσα από τον διάλογο, τις διορθώσεις και τις επαναλαμβανόμενες επεξεργασίες, αν υπάρχει άνθρωπος πίσω από το κείμενο. Η τεχνητή νοημοσύνη παράγει ομοιόμορφο, “ασφαλές” κείμενο. Δεν έχει τις εμμονές, τις αμφιβολίες και τις παλινωδίες ενός συγγραφέα που παλεύει μήνες ή χρόνια με το έργο του», σημειώνει.
«Λαμβάνουμε ήδη δείγματα μεταφρασμένα από ΤΝ. Ένας έμπειρος επιμελητής καταλαβαίνει πολύ πιο εύκολα αν υπάρχει άνθρωπος πίσω από το κείμενο», αποκαλύπτει ο Αργύρης Καστανιώτης.
Όταν επιλέγουμε ένα βιβλίο, αναζητούμε το αποτύπωμα μιας συνείδησης. Αν αυτό το αποτύπωμα μπορεί πλέον να προσομοιωθεί πειστικά από μια μηχανή, αλλάζει και η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον συγγραφέα, τον εκδότη και τον αναγνώστη. Κι αυτή η αλλαγή αφορά και την ίδια την εμπειρία της ανάγνωσης. Μέχρι σήμερα, ακόμη κι όταν διαφωνούσαμε με τις απόψεις ενός βιβλίου, ξέραμε ότι πίσω του υπήρχε μια ανθρώπινη φωνή. Η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει μια νέα αμφιβολία: όχι αν το κείμενο είναι καλό ή κακό, αλλά αν πίσω από τις λέξεις υπάρχει πράγματι ένας άνθρωπος.