Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή ανάλυση για τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών, Τουρκίας και Ισραήλ, ο απόστρατος συνταγματάρχης και πρώην σύμβουλος του Πενταγώνου Ντάγκλας ΜακΓκρέγκορ υποστήριξε ότι η αμερικανική προσέγγιση προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης προς την Άγκυρα, αλλά μια ωμή συναλλαγή με συγκεκριμένο γεωπολιτικό στόχο.
Σύμφωνα με τον ΜακΓκρέγκορ, οι δημόσιοι έπαινοι του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Τούρκο πρόεδρο, η συζήτηση για άρση κυρώσεων και το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως επιβράβευση της τουρκικής πολιτικής.
Αντίθετα, εκτίμησε ότι πρόκειται για ένα «αντάλλαγμα», προκειμένου η Τουρκία να παραμείνει στο περιθώριο μιας ενδεχόμενης ευρύτερης πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και περιφερειακών δυνάμεων.
«Δωροδοκούμε τον Ερντογάν και τους Τούρκους για να μείνουν έξω από τον πόλεμο με το Ισραήλ», ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση του Αμερικανού αναλυτή, ο οποίος παρουσίασε τα F-35 ως το βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο της Ουάσιγκτον απέναντι στην Άγκυρα.
Η Τουρκία ως ρυθμιστής
Κατά τον ΜακΓκρέγκορ, η αμερικανική κυβέρνηση επιθυμεί να αποφύγει πάση θυσία την άμεση εμπλοκή της Τουρκίας σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να λάβει γενικευμένες διαστάσεις στη Μέση Ανατολή.
Η είσοδος της Τουρκίας σε ένα τέτοιο μέτωπο θα άλλαζε δραματικά τους συσχετισμούς ισχύος, εξαιτίας του μεγέθους των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της πολιτικής επιρροής που ασκεί στον μουσουλμανικό κόσμο.
Υπό αυτήν την έννοια, η προσφορά προηγμένων οπλικών συστημάτων δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική ή αμυντική συμφωνία, αλλά τμήμα μιας προσπάθειας εξαγοράς της τουρκικής ουδετερότητας.
Ο ΜακΓκρέγκορ περιέγραψε τον Ερντογάν ως έναν εξαιρετικά ικανό διαπραγματευτή, ο οποίος γνωρίζει πώς να εκμεταλλεύεται τις ανάγκες και τους φόβους των συμμάχων του.
Η Άγκυρα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν δεσμεύεται από συναισθηματικές συμμαχίες. Αντιθέτως, εξετάζει κάθε κρίση μέσα από το πρίσμα του εθνικού της συμφέροντος και απαιτεί συγκεκριμένα ανταλλάγματα για κάθε παραχώρηση.
Η λογική της τουρκικής ηγεσίας συνοψίζεται, κατά τον ίδιο, στην ερώτηση: «Τι θα μου δώσετε;».
Έτσι, η υπόσχεση ότι η Τουρκία θα παραμείνει εκτός μιας σύγκρουσης με το Ισραήλ μπορεί να συνοδευτεί από αξιώσεις για F-35, άρση κυρώσεων και ευρύτερη πολιτική αναβάθμιση.
«Ο Ερντογάν είναι εξυπνότερος από τον Τραμπ»
Ο Αμερικανός συνταγματάρχης προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι ο Ερντογάν είναι πολύ πιο επιδέξιος από τον Ντόναλντ Τραμπ στη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση.
Όπως ανέφερε, ακόμη και αν ο Τούρκος πρόεδρος συμφωνήσει προσωρινά να παραμείνει στο περιθώριο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα τηρήσει απαρέγκλιτα τη στάση αυτή σε βάθος χρόνου.
Ο Ερντογάν μπορεί να δεσμευτεί ότι δεν θα αναλάβει στρατιωτική δράση, διατηρώντας παράλληλα σκληρή αντιισραηλινή ρητορική στο εσωτερικό της Τουρκίας, ώστε να βρίσκεται στην «ορθή πλευρά» του ζητήματος απέναντι στην τουρκική κοινή γνώμη.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποσπάσει ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον, χωρίς να εγκαταλείψει τη δυνατότητα μελλοντικής παρέμβασης, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν ή ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί τους τουρκικούς σχεδιασμούς.
Ο ΜακΓκρέγκορ προειδοποίησε ότι η τουρκική αποχή από μια σύγκρουση δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη ή μόνιμη. Η Άγκυρα θα παραμείνει αδρανής μόνο έως τη στιγμή που θα αποφασίσει ότι έχει λόγο να κινηθεί.
«Η πραγματική υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ είναι η Τουρκία»
Το πλέον εντυπωσιακό τμήμα της ανάλυσής του αφορούσε την εκτίμηση ότι η Τουρκία και όχι το Ιράν αποτελεί τη σοβαρότερη δυνητική υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.
Ο ΜακΓκρέγκορ αναφέρθηκε σε παρουσίαση που είχε πραγματοποιήσει στο Ισραήλ το 2013, κατά τη διάρκεια συνεδρίου για τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973.
Όπως υποστήριξε, είχε τότε επισημάνει στους Ισραηλινούς συνομιλητές του ότι η διαρκής προσήλωση στην ιρανική απειλή τούς εμπόδιζε να αντιληφθούν τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική μεταμόρφωση της Τουρκίας.
Κατά την άποψή του, το Ιράν δεν αποτελεί ιστορικά ένα κράτος καταδικασμένο να βρίσκεται σε μόνιμη εχθρότητα με το Ισραήλ ή τη Δύση. Αντίθετα, Ιράν και Ισραήλ θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, να αναγνωρίσουν κοινά συμφέροντα και κοινούς αντιπάλους.
Η Τουρκία, όμως, διαθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
«Οι Ιρανοί μπορούν να εκτοξεύουν πυραύλους και βόμβες, αλλά δεν μπορούν να εισβάλουν στο Ισραήλ. Οι Τούρκοι μπορούν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ΜακΓκρέγκορ συνέδεσε την εκτίμησή του με τη γεωγραφική εγγύτητα, τη στρατιωτική ισχύ και την οθωμανική ιστορική παρουσία στην περιοχή.
Υπενθύμισε ότι τα εδάφη στα οποία βρίσκεται σήμερα το Ισραήλ διοικούνταν επί αιώνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η νεοοθωμανική αντίληψη της σημερινής τουρκικής ηγεσίας θα μπορούσε μελλοντικά να αποκτήσει και στρατιωτική διάσταση.
Το τέλος της κεμαλικής Τουρκίας
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησης του ΜακΓκρέγκορ ήταν η άποψη ότι η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να αναλύεται με βάση τα δεδομένα του 20ού αιώνα και της κεμαλικής περιόδου.
Για πολλές δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Ευρώπη αντιμετώπιζαν την Τουρκία ως ένα κοσμικό, δυτικόστροφο και προβλέψιμο κράτος, το οποίο λειτουργούσε ως προπύργιο του ΝΑΤΟ στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Ο ΜακΓκρέγκορ υποστήριξε ότι αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα.
Η σημερινή Τουρκία δεν είναι η Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Έχει επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της, αναζητώντας τις ρίζες της περισσότερο στο Ισλάμ, στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία παρά στην Ευρώπη.
«Οι Τούρκοι γνωρίζουν ποιοι είναι. Δεν είναι Ευρωπαίοι. Είναι Τούρκοι», ανέφερε, θέλοντας να δείξει ότι η δυτική στρατηγική απέναντι στην Άγκυρα εξακολουθεί να στηρίζεται σε παρωχημένες αντιλήψεις.
Η εύθραυστη σχέση με το ΝΑΤΟ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ΜακΓκρέγκορ χαρακτήρισε τη σχέση της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ εξαιρετικά εύθραυστη.
Εκτίμησε ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να αποχωρήσει οικειοθελώς από τη Συμμαχία, επειδή η συμμετοχή της προσφέρει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ όταν αυτές συγκρούονται με τα τουρκικά συμφέροντα.
Για την τουρκική ηγεσία, η Συμμαχία δεν αποτελεί έναν υπερεθνικό θεσμό στον οποίο οφείλει αδιαπραγμάτευτη πίστη. Αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται επιλεκτικά.
Όταν οι νατοϊκές δεσμεύσεις εξυπηρετούν την Τουρκία, η Άγκυρα τις επικαλείται. Όταν δεν την εξυπηρετούν, τις παρακάμπτει.
Αυτή ακριβώς η στρατηγική αυτονομία, σύμφωνα με τον ΜακΓκρέγκορ, καθιστά την Τουρκία έναν εξαιρετικά δύσκολο και απρόβλεπτο σύμμαχο.
Προειδοποίηση προς το Ισραήλ
Ο Αμερικανός αναλυτής επέκρινε παράλληλα τις δημόσιες απειλές που διατυπώνονται από ισραηλινής πλευράς εναντίον της Τουρκίας.
Χαρακτήρισε «ανόητη ιδέα» οποιαδήποτε συζήτηση περί ισραηλινής επίθεσης κατά της Τουρκίας, θεωρώντας ότι τέτοιες δηλώσεις υποτιμούν τις πραγματικές στρατιωτικές και γεωπολιτικές δυνατότητες της Άγκυρας.
Κατά την άποψή του, τμήμα της ισραηλινής ηγεσίας εμφανίζει υπερβολική αυτοπεποίθηση και θεωρεί ότι διαθέτει την απόλυτη υποστήριξη της Ουάσιγκτον, με αποτέλεσμα να πιστεύει ότι μπορεί να ενεργεί χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Η αντίληψη αυτή, υποστήριξε, οδηγεί σε επικίνδυνη αλαζονεία και σε υποτίμηση των κινδύνων που θα προκαλούσε μια άμεση αντιπαράθεση με μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη όπως η Τουρκία.
Η μεγάλη γεωπολιτική συναλλαγή
Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης του ΜακΓκρέγκορ είναι ότι η πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 δεν αφορά μόνο το ζήτημα των S-400 ή την τεχνική συμβατότητα της Άγκυρας με τα νατοϊκά οπλικά συστήματα.
Αποτελεί τμήμα μιας πολύ μεγαλύτερης γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιδιώκουν την εξασφάλιση της τουρκικής ουδετερότητας απέναντι στο Ισραήλ, προσφέροντας ως αντάλλαγμα στρατηγικά οφέλη που η Άγκυρα διεκδικεί εδώ και χρόνια.
Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, επιχειρεί να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη χωρίς να δεσμευτεί οριστικά υπέρ καμίας πλευράς.
Παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, συνομιλεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, απευθύνεται στον μουσουλμανικό κόσμο και ταυτόχρονα οικοδομεί την εικόνα μιας αυτόνομης περιφερειακής υπερδύναμης.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα αποκτήσει τα F-35.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακριβώς θα προσφέρει σε αντάλλαγμα, για πόσο χρονικό διάστημα θα τηρήσει τις υποσχέσεις της και τι θα συμβεί όταν η τουρκική ηγεσία κρίνει ότι οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή έχουν αλλάξει προς όφελός της.