Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Το σοβαρότερο πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι η ισορροπία των στρατιωτικών δυνάμεων. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σύγχρονα οπλικά συστήματα και προσωπικό υψηλού επιπέδου. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην πολιτική βούληση και, κυρίως, στην αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής.
Στις διεθνείς σχέσεις δεν αρκεί να έχεις ισχύ. Πρέπει ο αντίπαλος να πιστεύει ότι είσαι αποφασισμένος να τη χρησιμοποιήσεις όταν απειλούνται η εθνική σου κυριαρχία και τα κυριαρχικά σου δικαιώματα. Όταν επί δεκαετίες δίνεις την εικόνα ότι σε κάθε κρίση θα αναζητήσεις πρώτος τον συμβιβασμό, τότε όχι μόνο η Τουρκία, αλλά και οι σύμμαχοί σου προεξοφλούν ότι τελικά θα κάνεις πίσω.
Αυτό ακριβώς προκύπτει και από τις εκτιμήσεις που διαμορφώνονται στους αμερικανικούς μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων. Κατά την περίοδο της έντασης με το «Oruc Reis», όταν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, η εκτίμηση που φαίνεται ότι επικρατούσε ήταν απλή και εξαιρετικά δυσάρεστη: ό,τι κι αν συμβεί, οι Έλληνες στο τέλος θα υποχωρήσουν.
Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί προσβολή προς τους Έλληνες στρατιωτικούς. Το αντίθετο. Οι ικανότητες της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού και συνολικά των Ενόπλων Δυνάμεων αναγνωρίζονται διεθνώς. Το πρόβλημα είναι ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μετατρέπεται πάντοτε σε συνεκτική εθνική στρατηγική.
Η πολιτική του κατευνασμού δεν εξημερώνει το θηρίο. Το κάνει πιο απαιτητικό. Όσο του δίνεις, τόσο περισσότερο θεωρεί ότι μπορεί να διεκδικήσει. Η Άγκυρα δεν αξιολογεί τις προθέσεις μας από τις δηλώσεις καλής θέλησης, αλλά από το κόστος που αντιμετωπίζει κάθε φορά που προκαλεί. Εάν δεν υπάρχει κόστος, η πρόκληση επαναλαμβάνεται και κλιμακώνεται.
Γι’ αυτό χρειάζεται μια διαφορετική στρατηγική. Για κάθε τουρκική ενέργεια πρέπει να υπάρχει έτοιμο ένα ελληνικό αντίμετρο. Όχι μια σπασμωδική αντίδραση, αλλά ένα οργανωμένο σύστημα σεναρίων. Εάν η Τουρκία κάνει το ένα, η Ελλάδα απαντά με το άλλο. Εάν προωθεί νομοθετικά τη «Γαλάζια Πατρίδα», η Αθήνα οφείλει να εξετάζει πώς θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της. Εάν παρεμβαίνει στη Θράκη, πρέπει να γνωρίζει ότι θα υπάρξουν συγκεκριμένες πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες.
Η αποτροπή δεν σημαίνει ότι επιδιώκεις τον πόλεμο. Σημαίνει ότι πείθεις τον αντίπαλο πως ο πόλεμος ή η κρίση που θα προκαλέσει θα του κοστίσει περισσότερο από όσα ελπίζει να κερδίσει. Μέχρι σήμερα έχουμε επιτρέψει να σχηματιστεί η αντίθετη εντύπωση: ότι η Τουρκία μπορεί να ανεβάζει την ένταση και η Ελλάδα, υπό την πίεση των συμμάχων, θα αναζητεί τον τρόπο αποκλιμάκωσης.
Το στρατηγικό λάθος των S-400
Η υπόθεση των τουρκικών S-400 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια ηγεσία μπορεί να θυσιάσει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική μιας χώρας για λόγους θυμού, προσωπικού γοήτρου και εσωτερικής κατανάλωσης.
Η Τουρκία απέκτησε το ρωσικό σύστημα καταβάλλοντας περίπου 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια, παρότι γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ενσωματωθεί ομαλά στη νατοϊκή αρχιτεκτονική αεράμυνας. Η αγορά παρουσιάστηκε ως πράξη εθνικής ανεξαρτησίας και αντίστασης στις αμερικανικές πιέσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, υπονόμευσε τη στρατηγική που η ίδια η Τουρκία είχε σχεδιάσει για την Πολεμική της Αεροπορία.
Η Τουρκία συμμετείχε ως συμπαραγωγός στο πρόγραμμα των F-35 και υπολόγιζε ότι τα αεροσκάφη πέμπτης γενιάς θα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της αεροπορικής της ισχύος για τις επόμενες δεκαετίες. Με την παραλαβή των S-400, αποβλήθηκε από το πρόγραμμα, έχασε τα αεροσκάφη που είχε ήδη πληρώσει, στερήθηκε τεχνογνωσία και βιομηχανικό έργο και υποχρεώθηκε να αναζητήσει ακριβότερες και λιγότερο ολοκληρωμένες λύσεις.
Η συνολική οικονομική και στρατηγική ζημία για την Τουρκία υπολογίζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Οι S-400 χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστα και ουσιαστικά παραμένουν ανενεργοί. Τώρα η Άγκυρα φαίνεται να αναζητεί τρόπο να τους απομακρύνει, να τους πουλήσει ή να τους μεταφέρει σε τρίτη χώρα, ώστε να ανοίξει ξανά η πόρτα των F-35.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ειρωνεία. Εκείνοι που παρουσίαζαν την αγορά ως θρίαμβο της τουρκικής κυριαρχίας θα επιχειρήσουν, εφόσον απαλλαγούν από το σύστημα, να παρουσιάσουν και την απαλλαγή ως νέα διπλωματική νίκη.
Το λάθος των S-400 δεν προέκυψε μόνο από τις αποφάσεις του Ερντογάν. Ευθύνη έχει και η στρατιωτική ηγεσία, η οποία δεν αντέδρασε αποφασιστικά. Η οργή απέναντι στις ΗΠΑ, εξαιτίας της αμερικανικής συνεργασίας με τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, επηρέασε και το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο. Έτσι, μια απόφαση που αντέβαινε στον μακροχρόνιο σχεδιασμό της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας προχώρησε χωρίς να εμποδιστεί.
Η κρατική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να χαράσσεται με βάση τον θυμό. Η σοβαρή στρατηγική απαιτεί πρόβλεψη των συνεπειών σε βάθος δεκαετιών. Η Τουρκία πλήρωσε ακριβά την απόφαση αυτή και σήμερα προσπαθεί να επαναφέρει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να παραδεχθεί δημοσίως το μέγεθος της αποτυχίας.
Για την Ελλάδα η υπόθεση αποτελεί μάθημα. Η Τουρκία δεν είναι άτρωτη ούτε αλάνθαστη. Κάνει σοβαρά στρατηγικά λάθη, τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε, αρκεί να διαθέτουμε σχέδιο, συνέχεια και πολιτική αποφασιστικότητα.
Η Κύπρος, η Ιστορία και η ευρωπαϊκή εμπλοκή
Η παρουσία της φρεγάτας «Νικηφόρος Φωκάς» στην Κύπρο έχει έναν ιδιαίτερο ιστορικό και συμβολικό χαρακτήρα. Ο Νικηφόρος Φωκάς συνδέεται με την απελευθέρωση της Κρήτης και την επανένταξη της Κύπρου στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 10ο αιώνα. Όταν τιμούμε την Ιστορία, δεν κάνουμε απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν. Ενισχύουμε τη συνείδηση της συνέχειας του Ελληνισμού και το αίσθημα ευθύνης απέναντι στο παρόν και το μέλλον.
Η Κύπρος δεν είναι ένα απομονωμένο διεθνές ζήτημα. Είναι κατεχόμενο τμήμα του Ελληνισμού και έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανάληψη ενεργότερου ρόλου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο διορισμός ειδικού εκπροσώπου μπορούν να λειτουργήσουν θετικά, υπό μία βασική προϋπόθεση: η λύση να στηρίζεται στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και στις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεν μπορεί να υπάρξει λειτουργική λύση που να νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής, τη μόνιμη παρουσία κατοχικού στρατού ή εγγυητικά δικαιώματα τρίτων χωρών. Η ευρωπαϊκή εμπλοκή αποκτά νόημα μόνο εφόσον η Κύπρος αντιμετωπιστεί ως ευρωπαϊκό κράτος και όχι ως χώρος πάνω στον οποίο η Τουρκία δικαιούται να ασκεί μόνιμη επιρροή.
Ο νέος κίνδυνος στα Στενά του Ορμούζ
Την ίδια στιγμή, στον Περσικό Κόλπο διαμορφώνεται μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση. Στο εσωτερικό του Ιράν φαίνεται να υπάρχει πραγματικό ρήγμα τόσο στη θρησκευτική ηγεσία όσο και στους Φρουρούς της Επανάστασης. Η σύγκρουση δεν γίνεται ανάμεσα στους μετριοπαθείς και τους σκληρούς, αλλά ανάμεσα στους σκληρούς και στους ακόμη σκληρότερους.
Ένα τμήμα του ιρανικού καθεστώτος θεωρεί ότι, αφού η χώρα άντεξε στις επιθέσεις, δεν πρέπει να κάνει καμία υποχώρηση. Παράλληλα, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και οι αμερικανικές ανταποδόσεις δημιουργούν μια αλυσίδα κλιμάκωσης, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν τεράστια σημασία για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια. Η δήλωση Ιρανού αξιωματούχου ότι το θαλάσσιο πέρασμα είναι σημαντικότερο από δεκάδες πυρηνικές βόμβες αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται τη στρατηγική του αξία.
Από την άλλη πλευρά, οι αμερικανικές προθέσεις να αναλάβουν τον έλεγχο και τη φύλαξη των Στενών, ζητώντας μάλιστα οικονομική αποζημίωση από τις πλούσιες χώρες του Κόλπου, δείχνουν ότι εισερχόμαστε σε μια νέα φάση. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικού ελέγχου και οικονομικής επιβολής.
Το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο σκληρό και συναλλακτικό. Οι χώρες που δεν διαθέτουν στρατηγική, αποφασιστικότητα και αξιόπιστη αποτροπή θα πληρώνουν τις αποφάσεις των ισχυρότερων. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν την πολυτέλεια να παρακολουθούν παθητικά τις εξελίξεις. Πρέπει να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, να αξιοποιούν τις συμμαχίες τους και, πάνω απ’ όλα, να αποδεικνύουν έμπρακτα ότι δεν είναι οι δεδομένοι υποχωρητικοί της περιοχής.