Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Υπάρχουν στιγμές που ένα κείμενο γραμμένο για έναν αντίπαλο μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο μάθημα για εσένα τον ίδιο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη συζήτηση που έχει ανοίξει στην Τουρκία μετά τα ισραηλινά πλήγματα στη Συρία και ιδιαίτερα μετά την επίθεση στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ.
Στην Άγκυρα έχει αρχίσει μια σοβαρή συζήτηση για το εάν η Τουρκία έχασε την αποτρεπτική της αξιοπιστία έναντι του Ισραήλ. Και όσα γράφονται εκεί πρέπει να τα διαβάσουμε στην Ελλάδα πολύ προσεκτικά.
Γιατί εάν σε αυτά τα κείμενα αντικαταστήσουμε τη λέξη «Ισραήλ» με τη λέξη «Τουρκία» και τη λέξη «Τουρκία» με τη λέξη «Ελλάδα», προκύπτει ένα μικρό αλλά εξαιρετικά χρήσιμο σεμινάριο εθνικής στρατηγικής.
Το Ισραήλ δοκιμάζει τα όρια της Τουρκίας
Η ουσία της τουρκικής ανησυχίας είναι απλή: το Ισραήλ επιχειρεί να διαπιστώσει μέχρι πού μπορεί να φθάσει χωρίς να πληρώσει κόστος.
Η επίθεση στη Συρία δεν αντιμετωπίζεται πλέον στην Άγκυρα ως ένα μεμονωμένο στρατιωτικό περιστατικό. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος θα διαμορφώσει την αρχιτεκτονική ασφαλείας νοτίως της Τουρκίας.
Με τις επιχειρήσεις του, το Ισραήλ στέλνει ένα μήνυμα: ότι είναι διατεθειμένο να καθορίσει όρια στην τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία.
Για την Άγκυρα αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό. Διότι εάν αποδεχθεί στην πράξη ότι ένα άλλο κράτος μπορεί να καθορίζει πού και μέχρι ποιο σημείο θα αναπτύσσονται οι τουρκικές δυνάμεις, τότε περιορίζεται το περιφερειακό της βάρος.
Γι’ αυτό ακριβώς οι Τούρκοι συζητούν σήμερα για την αξιοπιστία της αποτροπής.
Και εδώ βρίσκεται το μάθημα για την Ελλάδα.
Αποτροπή σημαίνει κόστος
Η αποτροπή δεν είναι ο αριθμός των Rafale, των φρεγατών ή των πυραύλων που διαθέτει ένα κράτος.
Αυτά είναι τα μέσα.
Αποτροπή είναι η πεποίθηση του αντιπάλου ότι, όταν χρειαστεί, θα χρησιμοποιήσεις αυτά τα μέσα.
Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης.
Μπορείς να διαθέτεις πανίσχυρες Ένοπλες Δυνάμεις. Εάν όμως ο αντίπαλος θεωρεί ότι η πολιτική σου ηγεσία δεν πρόκειται να τις χρησιμοποιήσει για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, η πραγματική αποτρεπτική τους αξία μειώνεται.
Οι κόκκινες γραμμές έχουν νόημα μόνο όταν η παραβίασή τους συνεπάγεται κόστος.
Διαφορετικά, έπειτα από λίγο παύουν να είναι κόκκινες γραμμές.
Ας κάνουμε λοιπόν την ερώτηση που πρέπει να κάνουμε:
Όταν η Τουρκία σχεδιάζει την επόμενη κίνησή της στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, φοβάται πραγματικά ποια θα είναι η ελληνική αντίδραση;
Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε έχουμε πρόβλημα αποτροπής.
Τι θα κάνει η Ελλάδα – όχι τι θα πει
Ο στόχος της ελληνικής πολιτικής ασφαλώς δεν μπορεί να είναι ο πόλεμος με την Τουρκία.
Ακριβώς το αντίθετο.
Η πραγματική αποτροπή υπάρχει για να αποτρέπεται ο πόλεμος.
Όταν όμως η Άγκυρα σχεδιάζει την επόμενη ενέργειά της, το ερώτημα στο τουρκικό επιτελείο δεν πρέπει να είναι:
«Τι θα δηλώσει η Αθήνα;»
Πρέπει να είναι:
«Τι θα κάνει η Ελλάδα;»
Εκεί κρίνεται η αποτροπή.
Και η απάντηση δεν χρειάζεται πάντοτε να δίνεται με δηλώσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις και διπλωματία μεγαφώνων.
Τα σοβαρά κράτη πολλές φορές απαντούν σιωπηλά.
Στρατιωτικές αναπτύξεις, πληροφορίες, ηλεκτρονικός πόλεμος, αεράμυνα, διπλωματικές συμμαχίες, οικονομικά εργαλεία και ενεργειακή διπλωματία μπορούν να χρησιμοποιούνται χωρίς να προαναγγέλλονται.
Η απάντηση πρέπει να είναι νόμιμη, αναλογική, σοβαρή και, όταν απαιτείται, απρόβλεπτη.
Από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο
Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται πλέον τη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο και την κατεχόμενη Κύπρο ως ένα ενιαίο γεωστρατηγικό σύστημα.
Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε και εμείς.
Για την Ελλάδα η ασφάλεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίος χώρος από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ αποκτά υπό αυτές τις συνθήκες ιδιαίτερη σημασία.
Αυτό, όμως, προϋποθέτει καθαρές θέσεις.
Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ανεξάρτητο κράτος και πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη, χωρίς ξένους στρατούς κατοχής και χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις. Η ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της Κύπρου δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο επικίνδυνων θεωριών ή γεωπολιτικών παιχνιδιών.
Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει την πρωτοβουλία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής στρατηγικής είναι ότι εδώ και χρόνια αφήνουμε την Τουρκία να έχει την πρωτοβουλία.
Η Τουρκία ενεργεί και εμείς αντιδρούμε.
Η Τουρκία δημιουργεί τετελεσμένα και εμείς προσπαθούμε εκ των υστέρων να τα αντιμετωπίσουμε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Τουρκία αντιλήφθηκε ότι εάν η Ελλάδα προχωρούσε εγκαίρως σε οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία, η δική της στρατηγική θα αντιμετώπιζε τεράστιες δυσκολίες.
Εμείς δεν κινηθήκαμε.
Κινήθηκε η Τουρκία.
Το ίδιο πρόβλημα βλέπουμε σήμερα με τη «Γαλάζια Πατρίδα», τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα και τη συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργεί επί του πεδίου τη δική της πραγματικότητα.
Δεν αρκεί λοιπόν να δηλώνουμε ότι οι ελληνικές θέσεις είναι σύμφωνες με το Διεθνές Δίκαιο.
Πρέπει να ασκούμε τα δικαιώματα που μας παρέχει το Διεθνές Δίκαιο.
Το ελληνικό οπλοστάσιο που παραμένει ανενεργό
Υπάρχουν συγκεκριμένες κινήσεις που η Ελλάδα μπορεί να εξετάσει στο πλαίσιο μιας ενεργητικότερης στρατηγικής.
Να καθορίσει γραμμές βάσης.
Να κλείσει τους κόλπους όπου αυτό επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο.
Να προχωρήσει στην ανακήρυξη ΑΟΖ και να καλέσει τις όμορες χώρες σε διαπραγματεύσεις για οριοθέτηση.
Να προχωρήσει στην οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας βεβαίως τις δεσμεύσεις που έχουν δημιουργηθεί από προηγούμενες συμφωνίες.
Να επιλύσει την αναντιστοιχία μεταξύ χωρικών υδάτων και εθνικού εναέριου χώρου προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης και όχι της συρρίκνωσης των ελληνικών δικαιωμάτων.
Και να ασκήσει, όταν κριθεί κατάλληλο, το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Αυτό είναι ένα σημαντικό νομικό και γεωπολιτικό οπλοστάσιο.
Το ερώτημα είναι γιατί παραμένει σε τόσο μεγάλο βαθμό ανενεργό.
Τα «ήρεμα νερά» δεν αποτελούν στρατηγική
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η περίοδος των «ήρεμων νερών» έδωσε στην Ελλάδα χρόνο να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της.
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων ασφαλώς είναι θετική και πρέπει να αναγνωρίζεται.
Όμως τα εξοπλιστικά προγράμματα δεν υποκαθιστούν τη στρατηγική.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι αντίληψη έχει σχηματίσει η Άγκυρα για την ελληνική αποφασιστικότητα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί μονίμως να φοβάται ότι κάθε άσκηση νόμιμου κυριαρχικού δικαιώματος θα προκαλέσει τουρκική αντίδραση.
Εάν συμβαίνει αυτό, τότε η αποτροπή λειτουργεί ανάποδα: η Τουρκία αποτρέπει την Ελλάδα από την άσκηση των δικαιωμάτων της.
Το μάθημα των Patriot στη Σαουδική Αραβία
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ζήτημα που αποκαλύπτει ένα γενικότερο πρόβλημα ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.
Η Ελλάδα έχει αναπτύξει από το 2021 συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία.
Πρόκειται για σημαντική ελληνική στρατιωτική συνεισφορά προς μια από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου.
Το ερώτημα είναι απλό:
Ποιο είναι το συγκεκριμένο στρατηγικό αντάλλαγμα για την Ελλάδα;
Η επιχειρησιακή εμπειρία που απέκτησαν τα στελέχη μας είναι ασφαλώς πολύτιμη. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της το αντάλλαγμα μιας πολυετούς στρατιωτικής ανάπτυξης.
Όταν ένα κράτος διαθέτει κρίσιμο στρατιωτικό μέσο για την προστασία ενός εταίρου, πρέπει από την αρχή να έχει εξασφαλίσει συγκεκριμένα, δεσμευτικά και μετρήσιμα ανταλλάγματα.
Η συζήτηση για αναβάθμιση των ελληνικών Patriot με σαουδαραβική χρηματοδότηση θα έπρεπε να είχε ενταχθεί εξαρχής σε ένα απολύτως συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι φιλανθρωπία.
Είναι ανταλλαγή συμφερόντων.
Το Ριάντ αλλάζει και η Αθήνα πρέπει να το καταλάβει
Ταυτόχρονα, η Σαουδική Αραβία πραγματοποιεί δικές της γεωπολιτικές προσαρμογές.
Οι εξελίξεις γύρω από το East to Med Data Corridor, η συζήτηση για αλλαγή της διαδρομής του ώστε να παρακάμπτει το Ισραήλ, η στάση του Ριάντ απέναντι στον IMEC και οι κινήσεις περιφερειακής αμυντικής συνεργασίας πρέπει να μελετηθούν ως τμήματα της ίδιας εικόνας.
Και εδώ εμφανίζεται ξανά το ίδιο ελληνικό πρόβλημα:
Ο φόβος της τουρκικής αντίδρασης.
Εάν η Αθήνα καθυστερεί κρίσιμα έργα επειδή φοβάται πώς θα αντιδράσει η Άγκυρα στις θαλάσσιες έρευνες ή στην πόντιση ενός καλωδίου, τότε έχουμε πάλι μπροστά μας το πρόβλημα της αποτροπής.
Μόνο που αυτή τη φορά η Τουρκία δεν χρειάζεται καν να ενεργήσει.
Αρκεί η πιθανότητα ότι μπορεί να ενεργήσει.
Η αποτροπή αρχίζει από την πολιτική βούληση
Το συμπέρασμα είναι ένα.
Δεν αρκεί να αγοράζεις όπλα.
Δεν αρκεί να διαθέτεις ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις.
Δεν αρκεί να επικαλείσαι το Διεθνές Δίκαιο.
Δεν αρκεί να λες ότι έχεις κόκκινες γραμμές.
Ο αντίπαλος πρέπει να γνωρίζει ότι η παραβίαση αυτών των γραμμών θα έχει κόστος.
Η Τουρκία το αντιλαμβάνεται σήμερα, επειδή θεωρεί ότι το Ισραήλ δοκιμάζει τη δική της αποτροπή.
Η Ελλάδα πρέπει να μελετήσει αυτή τη συζήτηση πολύ προσεκτικά.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα όπλα έχουμε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι πιστεύει η Άγκυρα ότι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε με αυτά.
Και μέχρι να αλλάξει αυτός ο υπολογισμός στην απέναντι πλευρά, δεν μπορούμε να μιλάμε για ολοκληρωμένη και αξιόπιστη ελληνική αποτροπή.