Γράφει ο Κωνσταντίνος Γρίβας
Η διεθνής πολιτική εισέρχεται, σύμφωνα με την ανάλυση, σε μια περίοδο «ασαφούς πολυπολικότητας», πολύ πιο κατακερματισμένη και ασταθή από το μοντέλο ενός κόσμου που θα ελεγχόταν από λίγες μεγάλες δυνάμεις. Η αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν παρουσιάζεται ως καταλύτης αυτής της μετάβασης, καθώς ανέδειξε τόσο τη δυσκολία μετατροπής της στρατιωτικής υπεροχής σε μακροπρόθεσμο πολιτικό αποτέλεσμα όσο και τα όρια διατήρησης ενός πολέμου υψηλής κατανάλωσης προηγμένων πυρομαχικών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται μια κατηγορία ισχυρών περιφερειακών κρατών, η λεγόμενη «κατώτερη αριστοκρατία», που δεν αρκείται πλέον στον ρόλο του συμμάχου των μεγάλων δυνάμεων. Τα κράτη αυτά αξιοποιούν τη γεωγραφία, τις συμμαχίες και τον ανταγωνισμό των ισχυρών για να οικοδομήσουν δική τους αυτονομία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα θεωρείται η Τουρκία, η οποία χρησιμοποιεί ταυτόχρονα το ΝΑΤΟ, τις σχέσεις με τη Ρωσία, το άνοιγμα προς την Κίνα, τον μουσουλμανικό κόσμο και την Κεντρική Ασία με στόχο τη δημιουργία ενός αυτόνομου τουρκοευρασιατικού πόλου. Η βασική θέση είναι ότι, αντί η Ουάσινγκτον να χρησιμοποιεί την Τουρκία, η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τις αμερικανικές ανάγκες για να ενισχύσει τη μελλοντική αυτονομία της.
Ως εναλλακτική προτείνεται μια «στρατηγική κατανεμημένων αντιβάρων»: οι μεγάλες δυνάμεις, αντί να επενδύουν σε έναν πανίσχυρο περιφερειακό εταίρο, θα μπορούσαν να ενισχύουν μικρότερα, στρατηγικά τοποθετημένα κράτη που έχουν τη δυνατότητα να εμποδίζουν την ανάδυση περιφερειακών ηγεμονιών. Πρόκειται για έναν «γεωπολιτικό βελονισμό», όπου συγκεκριμένα κράτη λειτουργούν ως δυνάμεις «άρνησης ηγεμονίας».
Σε αυτή ακριβώς τη στρατηγική τοποθετείται η Ελλάδα ως γεωπολιτικός «κόφτης» της Τουρκίας. Η Αθήνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει την Τουρκία ως περιφερειακή ηγεμονική δύναμη ούτε να συναγωνιστεί όλα τα δημογραφικά και στρατιωτικά μεγέθη της. Χρειάζεται να διαθέτει επαρκή ισχύ ώστε να εμποδίζει την τουρκική ηγεμονική στρατηγική: τον έλεγχο του Αιγαίου, την ενοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», την απομόνωση της Κύπρου και τη δημιουργία μιας ενιαίας τουρκικής γεωπολιτικής ζώνης από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Λιβύη.
Μια ισχυρότερη Ελλάδα, σύμφωνα με την ανάλυση, θα μπορούσε να εξυπηρετεί διαφορετικά συμφέροντα των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Ινδίας, ακόμη και της Κίνας και της Ρωσίας, καθώς καμία από αυτές τις δυνάμεις δεν έχει συμφέρον από μια ανεξέλεγκτη τουρκική περιφερειακή ηγεμονία.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν πρόκειται να προσφερθεί έτοιμη στην Αθήνα. Η Ελλάδα πρέπει να τη διαμορφώσει και να την προωθήσει η ίδια. Κυρίως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως φοβισμένο κράτος που ζητά προστασία από την Τουρκία, αλλά ως αυτόνομος παραγωγός περιφερειακής ισορροπίας. Έτσι μπορεί να εξελιχθεί σε κρίσιμο αντίβαρο στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι ως εντολοδόχος κάποιας μεγάλης δύναμης, αλλά ως αυθύπαρκτη ρυθμιστική δύναμη με δική της στρατηγική βούληση.
