
Οχι το προσκλητήριο, κατά το λαϊκό άσμα, αλλά οι λογαριασμοί ενέργειας θα μας πέφτουν από τα χέρια. Το φυσικό αέριο (ΦΑ) στον δείκτη TTF έφτασε (Μάρτιος) έως και τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα – σχεδόν διπλασιασμός σε σχέση με τα επίπεδα των 30-32 ευρώ στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ταυτόχρονα, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 95 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αυξημένη κατά 21% σε μηνιαία κλίμακα. Τον Μάρτιο τα «πράσινα» τιμολόγια κυμαίνονταν ανάμεσα σε 0,09 και 0,16 ευρώ την κιλοβατώρα, ωστόσο για τον Απρίλιο καταγράφηκε σαφής άνοδος. Οι τιμές αρχίζουν και ξεφεύγουν διεθνώς. Ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν δήλωσε ότι από τις 28 Φεβρουαρίου οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 50% και 70% αντίστοιχα.
Σε αυτό το πλαίσιο και πριν από την εκεχειρία είχε πει: «Ακόμη κι αν η ειρήνη επιτευχθεί αύριο, δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στην κανονικότητα στο ορατό μέλλον. Οι ενεργειακές υποδομές (σ.σ.: στην περιοχή της σύγκρουσης) έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές». Ο ίδιος πρότεινε –αντιλαϊκά, σύμφωνα με αναλύσεις– μέτρα εθελοντικής μείωσης της κατανάλωσης, όπως η μείωση της ανώτατης ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους, οι μετακινήσεις με δημόσια μέσα, η τηλεργασία όπου είναι εφικτό κ.ά. Παράλληλα, η Γερμανία εξετάζει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα, ενώ η Ιταλία αναβάλλει το οριστικό κλείσιμο των σταθμών παραγωγής με καύση άνθρακα έως το 2038.
Στην Ελλάδα, απαισιόδοξες είναι οι εκτιμήσεις της Τράπεζας Πειραιώς. Η ανάλυσή της αναφέρει ότι σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 1,5% (αντί 1,9%) και ο πληθωρισμός θα ανέλθει σε 5% (αντί 2,4%). Επίσης ότι, αν δεν σταματήσει η σύρραξη, όπως πολλοί φοβούνται βλέποντας την «εκεχειρία» ως προσωρινή, θα χρειαστούν μήνες για την αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών στον Κόλπο, κάτι που σημαίνει ότι οι τιμές ενέργειας δεν θα ανακάμψουν σύντομα. Ωστόσο η κυβέρνηση προχωρά στην ολική εγκατάλειψη του λιγνίτη, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης βάσει της συγκυρίας. Ετσι, προκύπτει το ερώτημα: Πράσινη προσήλωση ή εξυπηρέτηση (συγκεκριμένων) συμφερόντων;
Σταθερή προσήλωση
Τον Μάρτιο ο υφυπουργός ενέργειας Νίκος Τσάφος φέρεται να δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει το ενδεχόμενο διατήρησης των λιγνιτικών μονάδων, είτε ως «βάση» είτε ως εφεδρεία. Παρότι, όπως λένε οι ειδικοί, ο λιγνίτης είναι ο μοναδικός εγχώριος παραγόμενος ορυκτός πλούτος. «Ο λιγνίτης, που κάποτε αποτελούσε τον πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας, έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που κάνουν το σύστημα εξαιρετικά ευαίσθητο σε διεθνείς διακυμάνσεις» λέει ο Βασίλης Λύκος, δρ Ολοκληρωμένης Περιβαλλοντικής Διαχείρισης του Πανεπιστημίου Κρήτης και ανεξάρτητος περιφερειακός σύμβουλος Στερεάς Ελλάδας.
Από την πλευρά του ο υφυπουργός εξήγησε ότι το κόστος λειτουργίας μιας λιγνιτικής μονάδας είναι ιδιαίτερα υψηλό κυρίως λόγω της επιβάρυνσης από το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Ακόμη φέρεται να δήλωσε ότι για να λειτουργήσει ένας λιγνιτικός σταθμός απαιτείται παράλληλη λειτουργία λιγνιτωρυχείου που αυξάνει ακόμη περισσότερο το κόστος. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι προσώρας Ελλάδα και Ευρώπη δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο έλλειψης φυσικού αερίου.
Το τελευταίο αφορά φυσικά τον γνωστό σχεδιασμό για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου. Πρόκειται για τη μεγάλη επένδυση της πιο σύγχρονης μονάδας θερμικής βάσης της χώρας, σύμφωνα με τον Β. Λύκο, που κόστισε στους Ελληνες φορολογούμενους 1,5 δισ. ευρώ.
«Καταστροφική επιλογή»
Από την πλευρά του ο Μανώλης Παναγιωτάκης, πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ, λέει ότι η ενεργειακή πολιτική της χώρας δεν σχετίζεται με την ευρωπαϊκή πολιτική. O ίδιος θυμίζει πως η ΕΕ είχε αποδεχτεί το «Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα που είχε καταρτίσει η […] προηγούμενη κυβέρνηση το 2018 και το οποίο προέβλεπε σταδιακή μείωση της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2030 και συνέχισή της σε ποσοστό 17% της συνολικής παραγωγής μετά το 2030».
Επομένως συνεχίζει «ο τερματισμός της λιγνιτικής παραγωγής είναι καθαρά πολιτική απόφαση που […] βλάπτει το συμφέρον της χώρας […] και την καθιστά παρά την ανάπτυξη των ΑΠΕ την πλέον εξαρτημένη από εισαγόμενα καύσιμα ευρωπαϊκή χώρα με ποσοστό εξάρτησης πλέον του 75%. Βεβαίως εξυπηρετεί το κύκλωμα του φυσικού αερίου και ειδικότερα του LNG, στο οποίο συμμετέχουν πολύ μεγάλα συμφέροντα εγχώρια και διεθνή. Τα προηγούμενα […] απαντούν […] γιατί επιμένει η κυβέρνηση, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στον τερματισμό της λιγνιτκής παραγωγής. Μάλιστα υπάρχει πληροφορία ότι πρόσφατα το υπουργείο Ενέργειας έδωσε εντολή στη διοίκηση της ΔΕΗ να τερματίσει ολοσχερώς τη λιγνιτική παραγωγή μέχρι τον Σεπτέμβριο δημιουργώντας συνθήκες που θα δυσχεράνουν κάθε απόπειρα επαναλειτουργίας των μονάδων σε περίπτωση αλλαγής της ενεργειακής πολιτικής από μια άλλη κυβέρνηση.
Αυτή η επιλογή, αν μέχρι σήμερα ήταν εξαιρετικά επιζήμια, με την προοπτική που διαμορφώνεται εξαιτίας του πολέμου στη Μ. Ανατολή, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας καθώς και τις δηλώσεις των αρμοδίων κοινοτικών παραγόντων για τα προβλήματα επάρκειας εφοδιασμού, μπορεί να αποβεί καταστροφική».
karditsastakra