breaking newsΕλλάδα

Το νομοσχέδιο δεν απαντά στο ιδιωτικό χρέος – Ενισχύει ΑΑΔΕ, Υπερταμείο και servicers

Σφοδρή κριτική στο νέο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ασκεί ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Ομάδας Οικονομικών του κόμματος ΝΙΚΗ, υποστηρίζοντας ότι η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε τεχνητά στο ζήτημα των αποδοχών των αρχιερέων, ενώ τα ουσιώδη σημεία του νομοσχεδίου αφορούν το ιδιωτικό χρέος, την ΑΑΔΕ, το Υπερταμείο, την ΕΤΑΔ και τη δημόσια περιουσία.

Σύμφωνα με το άρθρο, η κυβέρνηση επέλεξε να αναδείξει μια διάταξη περιορισμένου δημοσιονομικού αντικτύπου, όπως οι αμοιβές των αρχιερέων, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο ρυθμίσεις που, κατά τη ΝΙΚΗ, επηρεάζουν άμεσα εκατομμύρια πολίτες, οφειλέτες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας.

Κεντρικό σημείο της κριτικής αποτελεί το άρθρο 13, το οποίο, όπως αναφέρεται, δίνει σε τράπεζες και servicers τη δυνατότητα να αντιπροτείνουν την εκποίηση πρόσθετων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, πέραν της κύριας κατοικίας, μέχρι την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

Ο Αντώνης Καλόγηρος υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους συνδέεται όλο και περισσότερο με τη ρευστοποίηση περιουσίας και λιγότερο με την ουσιαστική οικονομική επανένταξη των πολιτών. Κατά την άποψή του, διευρύνονται οι δυνατότητες απογύμνωσης των οφειλετών από περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με χρόνια εργασίας και θυσιών.

Αντίστοιχη κριτική ασκείται και στα άρθρα 18 και 22, που αφορούν φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές. Η ΝΙΚΗ επισημαίνει ότι περισσότερα από 4 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα έχουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ ύψους 111 δισ. ευρώ, ενώ 2,3 εκατομμύρια οφείλουν στον e-ΕΦΚΑ 50,5 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Ομάδα Οικονομικών της ΝΙΚΗΣ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει τα 404 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 235 δισ. ευρώ είναι ληξιπρόθεσμα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση διατηρεί το όριο των 72 δόσεων, απορρίπτοντας στην πράξη την ευρύτερη ρύθμιση των 120 δόσεων, η οποία αποτελεί σταθερό αίτημα φορέων και πολιτών.

Κατά τον Αντώνη Καλόγηρο, η κυβερνητική επιλογή δεν δίνει πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά υπηρετεί την ενίσχυση της εισπραξιμότητας, με στόχο τη διατήρηση των πρωτογενών υπερπλεονασμάτων.

Στο πεδίο της μισθολογικής πολιτικής, η κριτική εστιάζει στο άρθρο 53, το οποίο επεκτείνει την προσωπική διαφορά σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων. Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι η ρύθμιση δεν αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα, δηλαδή τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων τα τελευταία 15 χρόνια.

Στο άρθρο σημειώνεται ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης το 2025 διαμορφώθηκε στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27, φέρνοντας τη χώρα στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Κατά τη ΝΙΚΗ, αντί για συνολική αναμόρφωση του μισθολογικού πλαισίου, η κυβέρνηση διατηρεί αποσπασματικές διορθώσεις και ειδικές εξαιρέσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διατάξεις των άρθρων 59 έως 68 για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων. Σύμφωνα με την κριτική του Αντώνη Καλόγηρου, η αύξηση οργανικών θέσεων, η διεύρυνση των κανονιστικών αρμοδιοτήτων και οι δυνατότητες μετακίνησης προσωπικού εκτός ΑΣΕΠ δημιουργούν ένα πιο συγκεντρωτικό πλαίσιο γύρω από μια ανεξάρτητη αρχή με περιορισμένη κοινοβουλευτική λογοδοσία.

Για τα άρθρα 71 έως 75, που αφορούν τον αιγιαλό, η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι διευκολύνεται η συνέχιση χρήσεων και παραχωρήσεων πριν ολοκληρωθεί ο διοικητικός έλεγχος, δημιουργώντας ένα καθεστώς προσωρινής νομιμοποίησης εμπορικών δραστηριοτήτων σε κοινόχρηστους χώρους.

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η κριτική για τα άρθρα 76 και 77, που αφορούν την ΕΤΑΔ, θυγατρική του Υπερταμείου. Η εισαγωγή του όρου «αμιγώς» αρχαιολογικά μνημεία και ακίνητα πολιτιστικής κληρονομιάς θεωρείται από τη ΝΙΚΗ προβληματική, καθώς, όπως υποστηρίζεται, περιορίζει το εύρος των εξαιρέσεων από τη διαχείριση της εταιρείας και δημιουργεί ερωτήματα για το μέλλον σύνθετων ακινήτων με πολιτιστικό, ιστορικό ή δημόσιο χαρακτήρα.

Παράλληλα, το άρθρο καταγγέλλει την περαιτέρω ενίσχυση της ΑΑΔΕ με νέα θέση υποδιοικητή, την οποία χαρακτηρίζει αχρείαστη, εκτιμώντας ότι στόχος είναι η ενδυνάμωση του βασικού εισπρακτικού μηχανισμού του κράτους.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και το Υπερταμείο, το οποίο, σύμφωνα με τη ΝΙΚΗ, αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο. Ο Αντώνης Καλόγηρος υπενθυμίζει ότι το Υπερταμείο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων και της εποπτείας των ξένων δανειστών και πλέον αποκτά ενεργότερο ρόλο στην ωρίμανση και υλοποίηση έργων στρατηγικής σημασίας.

Κατά το άρθρο, το Υπερταμείο μετατρέπεται σταδιακά από φορέα διαχείρισης δημόσιας περιουσίας σε κεντρικό τεχνικό και συμβατικό μηχανισμό του κράτους, με δυνατότητα να διενεργεί διαγωνιστικές διαδικασίες, να εποπτεύει συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προγραμμάτων, ακόμη και σε ευαίσθητους τομείς όπως η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια και η άμυνα.

Η ΝΙΚΗ καταλήγει ότι το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες που παράγουν χρέη, ακρίβεια, οικονομική ασφυξία, χαμηλή αναπτυξιακή δυναμική και μείωση διαθέσιμου εισοδήματος.

Σύμφωνα με τον Αντώνη Καλόγηρο, το σχέδιο νόμου δεν βελτιώνει το παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, δεν αποκαθιστά ουσιαστικές μισθολογικές αδικίες, δεν δίνει λύση στο ιδιωτικό χρέος των 404 δισ. ευρώ και δεν δημιουργεί προϋποθέσεις παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα της παρέμβασης είναι ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον Έλληνα πολίτη ως φορολογικό υποκείμενο, οφειλέτη και διοικούμενο, αλλά όχι ως ενεργό παράγοντα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Back to top button