breaking newsΕλλάδα

Οι Χούθι ξεγυμνώνουν τη Συμφωνία της Μέκκας – Τουρκία και Πακιστάν μένουν στα λόγια

Μόλις έναν μήνα χρειάστηκε για να δοκιμαστεί στην πράξη η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας. Και το πρώτο αποτέλεσμα προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αξία της.

Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν, παρουσιάστηκε ως η βάση ενός νέου μηχανισμού συλλογικής αποτροπής στον μουσουλμανικό κόσμο. Η βασική της πρόβλεψη ήταν σαφής: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.

Το τεστ ήρθε πολύ γρηγορότερα απ’ όσο υπολόγιζαν οι τρεις πρωτεύουσες.

Οι Χούθι εξαπέλυσαν κύμα επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον σαουδαραβικών στόχων, πλήττοντας τις περιοχές Χαμίς Μουσάιτ, Άμπχα και Ταΐφ και προκαλώντας δεκάδες τραυματισμούς. Την ίδια στιγμή, διευρύνουν την παρουσία τους προς την Ερυθρά Θάλασσα και το στρατηγικό πέρασμα του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Η επίθεση που υποτίθεται ότι θα ενεργοποιούσε τη συλλογική άμυνα έχει, επομένως, ήδη πραγματοποιηθεί. Κοινή στρατιωτική αντίδραση, όμως, δεν υπάρχει.

Το πρώτο τεστ βρήκε τη συμμαχία στα χαρτιά

Η Συμφωνία της Μέκκας σχεδιάστηκε για να στείλει προς κάθε πιθανό αντίπαλο το μήνυμα ότι το Ριάντ, η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ αποτελούν πλέον έναν ενιαίο αμυντικό χώρο.

Θεωρητικά, οποιοσδήποτε επιτίθεται στη Σαουδική Αραβία θα πρέπει να γνωρίζει ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος μόνο με τις σαουδαραβικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και με τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας και του Πακιστάν.

Η αποτροπή, όμως, δεν κρίνεται στις τελετές υπογραφής ούτε στις πανηγυρικές ανακοινώσεις. Κρίνεται όταν πραγματοποιείται η επίθεση.

Οι Χούθι έπληξαν σαουδαραβικό έδαφος, δοκίμασαν τις αεράμυνες του βασιλείου και έθεσαν σε κίνδυνο κρίσιμες στρατιωτικές και αστικές υποδομές. Παρά ταύτα, δεν ανακοινώθηκε κοινή επιχείρηση, αποστολή τουρκικών ή πακιστανικών δυνάμεων ούτε κάποιος συγκεκριμένος μηχανισμός στρατιωτικής ανταπόκρισης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία έχει ακυρωθεί νομικά. Πολιτικά, όμως, το πρώτο πλήγμα στην αξιοπιστία της έχει ήδη καταγραφεί.

Το Πακιστάν έκανε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω

Η αντίφαση αποκαλύφθηκε με τον καθαρότερο τρόπο στο Ισλαμαμπάντ.

Ο υπουργός Άμυνας του Πακιστάν, Χαουάτζα Ασίφ, δήλωσε αρχικά ότι μια απρόκλητη επίθεση ή η μεταφορά του πολέμου από την Υεμένη στη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τη Συμφωνία της Μέκκας.

Η τοποθέτησή του δημιούργησε την εντύπωση ότι το Πακιστάν ήταν έτοιμο να εφαρμόσει την κεντρική πρόβλεψη της συμφωνίας και να συνδράμει στρατιωτικά τη Σαουδική Αραβία.

Μόλις μία ημέρα αργότερα, όμως, το πακιστανικό υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε να κατεβάσει τους τόνους. Διευκρίνισε ότι δεν διεξάγεται καμία συζήτηση για στρατιωτική αντίδραση στο πλαίσιο της συμφωνίας, προσθέτοντας αόριστα ότι το Ισλαμαμπάντ θα ενεργήσει «όταν έρθει η ώρα».

Το πρόβλημα είναι ότι η ώρα έχει ήδη έρθει.

Σαουδαραβικό έδαφος έχει πληγεί. Υπάρχουν τραυματίες και ζημιές, ενώ οι επιθέσεις δεν αποτελούν απειλή για το απώτερο μέλλον, αλλά πραγματικότητα του παρόντος.

Η υπαναχώρηση του Ισλαμαμπάντ δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική διακήρυξη αλληλεγγύης και άλλο η απόφαση εμπλοκής σε έναν πόλεμο με τους Χούθι και, εμμέσως, με το ευρύτερο φιλοϊρανικό δίκτυο της Μέσης Ανατολής.

Η Τουρκία μπροστά στο κόστος των δεσμεύσεών της

Ανάλογο δίλημμα αντιμετωπίζει και η Τουρκία.

Η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και χρόνια να παρουσιάζεται ως ηγετική στρατιωτική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Η συμμετοχή της στη Συμφωνία της Μέκκας υπηρετούσε ακριβώς αυτή την εικόνα: μια Τουρκία που δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση των δικών της συνόρων, αλλά προσφέρει προστασία σε στρατηγικούς εταίρους.

Τώρα, όμως, καλείται να μετατρέψει την εικόνα σε πράξη.

Μια τουρκική στρατιωτική συμμετοχή κατά των Χούθι θα μπορούσε να περιλαμβάνει μέσα αεράμυνας, μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα συστήματα, ναυτικές μονάδες ή προσωπικό υποστήριξης. Κάθε επιλογή, όμως, συνοδεύεται από σοβαρό κόστος και κίνδυνο αντιποίνων.

Η Άγκυρα γνωρίζει ότι μια ανοικτή εμπλοκή στην Υεμένη δεν θα αποτελούσε περιορισμένη επιχείρηση. Θα μπορούσε να φέρει τουρκικές δυνάμεις αντιμέτωπες με ένα έμπειρο πολεμικό δίκτυο, το οποίο διαθέτει πυραύλους, drones και δυνατότητα προσβολής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις.

Γι’ αυτό και η Τουρκία βρίσκεται τώρα μπροστά στην ίδια αντίφαση με το Πακιστάν: είτε θα εφαρμόσει τις δεσμεύσεις της και θα αναλάβει το κόστος είτε θα επιβεβαιώσει ότι η συμφωνία είχε περισσότερο επικοινωνιακό παρά επιχειρησιακό χαρακτήρα.

Η Σαουδική Αραβία δέχεται πίεση από δύο κατευθύνσεις

Η κατάσταση για το Ριάντ γίνεται ακόμη δυσκολότερη, καθώς η απειλή δεν προέρχεται αποκλειστικά από την Υεμένη.

Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εκτοξεύθηκαν από το Ιράκ έπληξαν τον κρίσιμο αγωγό East–West, αναγκάζοντας τις Αρχές να διακόψουν τη λειτουργία του.

Ο αγωγός αποτελεί στρατηγικής σημασίας υποδομή, επειδή μεταφέρει πετρέλαιο από τα ανατολικά κοιτάσματα προς τις εγκαταστάσεις της Ερυθράς Θάλασσας, προσφέροντας στο βασίλειο μια εναλλακτική διαδρομή η οποία παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ.

Η Βαγδάτη επιβεβαίωσε ότι οι επιθέσεις προήλθαν από ιρακινό έδαφος, ενώ περιφερειακές πηγές αναφέρονται σε αυξανόμενο συντονισμό μεταξύ των Χούθι και φιλοϊρανικών οργανώσεων στο Ιράκ.

Εάν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί πλήρως, τότε η Σαουδική Αραβία δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με μία απομονωμένη οργάνωση στην Υεμένη, αλλά με ένα πολυμέτωπο δίκτυο ικανό να πλήξει στρατιωτικούς στόχους, πόλεις και ενεργειακές υποδομές από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Αυτό ακριβώς ήταν το είδος της απειλής που υποτίθεται ότι θα αντιμετώπιζε η νέα τριμερής αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν ο αντίπαλος την πιστεύει

Η συλλογική άμυνα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε επίθεση πρέπει να προκαλεί αυτομάτως γενικευμένο πόλεμο. Υπάρχουν πολιτικές διαβουλεύσεις, βαθμίδες αντίδρασης και διαφορετικές μορφές στρατιωτικής συνδρομής.

Για να έχει, όμως, αποτρεπτική αξία μια τέτοια συμφωνία, ο αντίπαλος πρέπει να πιστεύει ότι η ενεργοποίησή της είναι πραγματική και πιθανή.

Εάν ένα κράτος-μέλος δέχεται επανειλημμένα πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις χωρίς ορατή αντίδραση των συμμάχων του, τότε το μήνυμα αλλάζει. Αντί για «επίθεση σε έναν σημαίνει επίθεση σε όλους», η συμφωνία αρχίζει να εκπέμπει ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από πολιτικούς υπολογισμούς, ασαφείς ερμηνείες και τον φόβο του κόστους.

Οι Χούθι δεν ακύρωσαν τυπικά τη Συμφωνία της Μέκκας. Έκαναν, όμως, κάτι στρατηγικά σημαντικότερο: ανάγκασαν τα τρία κράτη να αποκαλύψουν τι πραγματικά είναι διατεθειμένα να κάνουν όταν οι δεσμεύσεις τους πάψουν να είναι λόγια.

Συμμαχία ή πολιτική διακήρυξη;

Το πρώτο πραγματικό τεστ της Συμφωνίας της Μέκκας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι ήδη δυσάρεστο για την αξιοπιστία της.

Η Σαουδική Αραβία πλήττεται από πυραύλους και drones. Κρίσιμες ενεργειακές υποδομές βρίσκονται στο στόχαστρο. Η απειλή εξαπλώνεται από την Υεμένη προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Ιράκ.

Παρά ταύτα, η Τουρκία και το Πακιστάν δεν έχουν ενεργοποιήσει μέχρι στιγμής μια ορατή κοινή στρατιωτική απάντηση.

Η Συμφωνία της Μέκκας δεν έχει καταρρεύσει θεσμικά. Βρίσκεται, όμως, μπροστά σε μια πολύ απλή και σκληρή δοκιμασία: είτε θα λειτουργήσει ως πραγματική συμμαχία συλλογικής άμυνας είτε θα παραμείνει μια μεγαλόστομη πολιτική διακήρυξη, ισχυρή στις υπογραφές αλλά αδύναμη όταν πέφτουν οι πύραυλοι.

Back to top button