Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Ο πόλεμος αλλάζει με ταχύτητα που συχνά ξεπερνά όχι μόνο τις πολιτικές ηγεσίες, αλλά ακόμη και τους ίδιους τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Τα φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα περιφερόμενα πυρομαχικά και τα σμήνη drones έχουν μεταβάλει δραστικά τα δεδομένα στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Μέχρι σήμερα, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν η αντιμετώπιση δεκάδων ή εκατοντάδων φθηνών drones χωρίς να εξαντλούνται πανάκριβα αντιαεροπορικά βλήματα. Δεν είναι επιχειρησιακά ούτε οικονομικά βιώσιμο να χρησιμοποιείται ένας πύραυλος εκατοντάδων χιλιάδων ή ακόμη και εκατομμυρίων ευρώ για την καταστροφή ενός drone που μπορεί να κοστίζει μερικές χιλιάδες.
Μια ισραηλινή εταιρεία, η Regulus Cyber, με έδρα τη Χάιφα, έχει αναπτύξει μια διαφορετική απάντηση σε αυτό το πρόβλημα. Αντί να καταρρίπτει τα εχθρικά drones με πυρά, παρεμβαίνει στα συστήματα πλοήγησής τους.
Η συσκευή εκπέμπει παραπλανητικά σήματα GNSS, επηρεάζοντας δορυφορικά δίκτυα πλοήγησης όπως τα GPS, GLONASS, Galileo και BeiDou. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να πάρει τον έλεγχο της πλοήγησης του εχθρικού drone, αναγκάζοντάς το να αλλάξει πορεία, να επιστρέψει, να εισέλθει σε κατάσταση αναμονής ή ακόμη και να προσγειωθεί ελεγχόμενα.
Η απειλή δεν καταστρέφεται. Εξουδετερώνεται ηλεκτρονικά.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα έχει πολύ μεγάλη επιχειρησιακή αξία. Πρώτον, δεν απαιτεί την κατανάλωση αντιαεροπορικών πυραύλων. Δεύτερον, δεν δημιουργεί συντρίμμια που μπορεί να πέσουν σε κατοικημένες περιοχές και να προκαλέσουν απώλειες μεταξύ αμάχων. Τρίτον, επιτρέπει στις δυνάμεις που αμύνονται να αποκτήσουν το εχθρικό drone σχεδόν ανέπαφο.
Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να εξετάσουν την κατασκευή του, τα ηλεκτρονικά συστήματα, το λογισμικό, τον εξοπλισμό συλλογής πληροφοριών και, ενδεχομένως, την προέλευσή του. Με άλλα λόγια, το ίδιο το εχθρικό όπλο μετατρέπεται σε πολύτιμη πηγή πληροφοριών.
Οι νεότερες εκδόσεις της ισραηλινής τεχνολογίας συνδυάζουν την παραπλάνηση των δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης με παθητική ανίχνευση μέσω ραδιοσυχνοτήτων και ηλεκτρονικές παρεμβολές. Έτσι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ακόμη και drones που διαθέτουν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από δορυφορικά σήματα.
Το μεγάλο ερώτημα που τίθεται πλέον στα στρατιωτικά επιτελεία είναι σαφές: Το μέλλον της αντιαεροπορικής άμυνας θα στηρίζεται αποκλειστικά στα βλήματα ή θα περάσει σε έναν συνδυασμό κινητικών και ηλεκτρονικών μέσων;
Η απάντηση, κατά την άποψή μου, βρίσκεται στον συνδυασμό. Τα αντιαεροπορικά βλήματα παραμένουν απολύτως απαραίτητα για την αντιμετώπιση αεροσκαφών, πυραύλων και στόχων υψηλής αξίας. Δεν μπορούμε, όμως, να εξαντλούμε τα αποθέματά μας απέναντι σε κύματα φθηνών drones. Εκεί απαιτούνται συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολών, εξαπάτησης, κατευθυνόμενης ενέργειας και πυροβόλων μικρότερου κόστους.
Η ένωση των θόλων Ελλάδας και Κύπρου
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον αποκτά εξαιρετική σημασία η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των υπουργών Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Δένδια και Βασίλη Πάλμα.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η διαλειτουργικότητα της ελληνικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» με τα αντιαεροπορικά συστήματα Barak MX που έχει ήδη αποκτήσει και εντάξει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Δεν πρόκειται απλώς για δύο χώρες που αγοράζουν ισραηλινά αντιαεροπορικά συστήματα. Η πραγματική επανάσταση βρίσκεται στη δυνατότητα διασύνδεσης των ραντάρ, των αισθητήρων και των κέντρων διοίκησης και ελέγχου.
Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να αποκτήσουν μία ενιαία και αναγνωρισμένη αεροπορική εικόνα από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Τα δεδομένα από τα ελληνικά και τα κυπριακά ραντάρ θα μπορούν να συγκεντρώνονται σε ένα κοινό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Τα ίχνη που εντοπίζονται από διαφορετικούς αισθητήρες θα συσχετίζονται, ώστε ένα αεροσκάφος, ένα drone ή ένας πύραυλος κρουζ να μην εμφανίζεται ως διαφορετικός στόχος σε κάθε ραντάρ, αλλά ως μία ενιαία απειλή.
Το σύστημα θα γνωρίζει τη θέση, το ύψος, την ταχύτητα, την κατεύθυνση και, στον βαθμό που είναι εφικτό, το είδος του στόχου. Στη συνέχεια θα αξιολογεί ποιο είναι το πλησιέστερο και καταλληλότερο διαθέσιμο μέσο για την αντιμετώπισή του.
Αυτό είναι το νόημα της δικτυοκεντρικής αεράμυνας. Τα επιμέρους συστήματα παύουν να λειτουργούν ως απομονωμένες νησίδες και μετατρέπονται σε τμήματα ενός κοινού αμυντικού δικτύου.
Ένα κυπριακό Barak MX θα μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες όχι μόνο από το δικό του ραντάρ, αλλά και από άλλους αισθητήρες που συμμετέχουν στο δίκτυο. Το ίδιο θα ισχύει για τα ελληνικά συστήματα της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Η τελική εμπλοκή θα εξακολουθεί να πραγματοποιείται από το σύστημα που έχει επιλεγεί και με τους δικούς του αλγορίθμους ελέγχου πυρός. Η εικόνα του στόχου και η εντολή ανάθεσης, όμως, θα μπορούν να προέρχονται από το ευρύτερο δίκτυο.
Έτσι ενώνονται στην πράξη οι αμυντικοί θόλοι Ελλάδας και Κύπρου.
Ο ισραηλινός κρίκος και η εθνική συνέχεια
Στην εξίσωση αυτή υπάρχει και ένας τρίτος, εξαιρετικά σημαντικός κρίκος: το Ισραήλ. Η ισραηλινή τεχνολογία έχει δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες πολέμου, ενώ το Ισραήλ διαθέτει ήδη ανεπτυγμένο δίκτυο ραντάρ, αισθητήρων και πολυεπίπεδων συστημάτων αεράμυνας.
Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί κάποια κίνηση εναντίον τρίτων. Είναι η φυσική απάντηση τριών κρατών που αντιμετωπίζουν πραγματικές απειλές και επιδιώκουν να προστατεύσουν τον εναέριο χώρο, τις υποδομές και τους πολίτες τους.
Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει κάθε αμυντική κίνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως παράγοντα αποσταθεροποίησης. Αποσταθεροποίηση, όμως, δεν προκαλεί η προσπάθεια της Κύπρου να αμυνθεί. Αποσταθεροποίηση προκαλεί η συνεχιζόμενη κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες.
Η δημιουργία μιας κοινής αεροπορικής εικόνας Ελλάδας και Κύπρου είναι εξέλιξη ζωτικής εθνικής σημασίας. Δεν αρκεί, όμως, να συμφωνηθεί πολιτικά ή να σχεδιαστεί σε επίπεδο παρουσιάσεων. Απαιτεί τεχνική προσαρμογή, ασφαλείς επικοινωνίες, κοινές διαδικασίες, ασκήσεις, εκπαίδευση προσωπικού και σταθερή συνεργασία των γενικών επιτελείων.
Κυρίως απαιτεί συνέχεια.
Οι αποφάσεις αυτές δεν επιτρέπεται να εξαρτώνται από την εκάστοτε κυβέρνηση ή από έναν υπουργικό κύκλο. Πρέπει να μετατραπούν σε διαχρονική εθνική στρατηγική της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Γιατί ο σύγχρονος πόλεμος δεν κερδίζεται μόνο από εκείνον που διαθέτει τους περισσότερους πυραύλους. Κερδίζεται από εκείνον που εντοπίζει πρώτος την απειλή, κατανοεί τι ακριβώς συμβαίνει και επιλέγει εγκαίρως το κατάλληλο μέσο για να την εξουδετερώσει.
Και η κοινή αεροπορική εικόνα Ελλάδας–Κύπρου μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο ενός πραγματικού αμυντικού χώρου του Ελληνισμού.