Σε εξαιρετικά δύσκολη πολιτική συγκυρία εισέρχεται ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς νέα δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos καταγράφει τη δημοτικότητά του στο χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης προεδρικής του θητείας, με την ανησυχία για τον πόλεμο εναντίον του Ιράν να βαραίνει ολοένα περισσότερο την αμερικανική κοινή γνώμη.
Σύμφωνα με την τετραήμερη έρευνα, μόλις το 33% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εγκρίνει τις επιδόσεις του Αμερικανού προέδρου, ενώ το 64% τις αποδοκιμάζει.
Το ποσοστό αποδοχής είχε βρεθεί στο 35% σε προηγούμενη μέτρηση μέσα στον ίδιο μήνα. Το σημερινό 33% αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας Τραμπ και ισοφαρίζει το χαμηλότερο σημείο που είχε καταγράψει στην πρώτη του προεδρία, τον Δεκέμβριο του 2017.
Από την επιστροφή στον Λευκό Οίκο στην απότομη φθορά
Όταν επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ διέθετε θετική εικόνα σε ποσοστό λίγο μικρότερο του 50%.
Έκτοτε, όμως, η δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει αισθητά και η πτώση φαίνεται να επιταχύνεται μετά την απόφαση της Ουάσινγκτον να εμπλακεί από κοινού με το Ισραήλ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Τραμπ είχε βασίσει μεγάλο μέρος της προεκλογικής του στρατηγικής σε δύο υποσχέσεις:
ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής και ότι δεν θα εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε νέους μακροχρόνιους πολέμους.
Η σημερινή πραγματικότητα, όμως, έρχεται σε σύγκρουση με αυτή την εικόνα.
Ο πόλεμος που δεν τελείωσε σε «μερικές εβδομάδες»
Ο Τραμπ είχε αρχικά διαβεβαιώσει ότι η σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε μερικές εβδομάδες.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της δημοσκόπησης, η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών δεν πιστεύει πλέον σε ένα σύντομο τέλος.
Το 80% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Η εκτίμηση αυτή διαπερνά μάλιστα σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Το ίδιο πιστεύει το 87% των Δημοκρατικών και το 71% των Ρεπουμπλικάνων.
Μόλις το 16% θεωρεί ότι η σύγκρουση μπορεί να τελειώσει μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Το εύρημα δείχνει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη έχει πλέον απομακρυνθεί σημαντικά από τις αρχικές προσδοκίες για μια περιορισμένη και γρήγορη στρατιωτική επιχείρηση.
Μόλις ένας στους πέντε θεωρεί ότι ο πόλεμος έπρεπε να γίνει
Ακόμη πιο ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο είναι το εύρημα σχετικά με την ίδια την απόφαση εμπλοκής στον πόλεμο.
Μόλις περίπου ένας στους πέντε Αμερικανούς θεωρεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν έπρεπε να γίνει.
Ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων η στήριξη δεν είναι καθολική. Σύμφωνα με την έρευνα, περίπου ένας στους δύο Ρεπουμπλικάνους θεωρεί δικαιολογημένη τη σύγκρουση.
Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα δεν προκαλεί πολιτικό κόστος μόνο στους ανεξάρτητους ή στους παραδοσιακούς αντιπάλους του προέδρου.
Δημιουργεί ρωγμές ακόμη και μέσα στην ίδια τη ρεπουμπλικανική εκλογική βάση.
Το Ορμούζ μεταφέρει τον πόλεμο στις τσέπες των Αμερικανών
Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας πολιτικής φθοράς είναι οικονομικός.
Η ανθεκτικότητα του Ιράν και η απόφαση της Τεχεράνης να κλείσει το στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ έχουν προκαλέσει μακροχρόνιες επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων.
Για εκατομμύρια Αμερικανούς ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή γεωπολιτική σύγκρουση.
Αποτυπώνεται καθημερινά στο κόστος της βενζίνης και ευρύτερα στο κόστος ζωής.
Και αυτό πλήττει τον Τραμπ ακριβώς σε έναν από τους τομείς στους οποίους είχε επενδύσει πολιτικά περισσότερο: την οικονομία και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ανατροπή στην οικονομία: Μπροστά οι Δημοκρατικοί
Η δημοσκόπηση καταγράφει ένα εύρημα που μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο ανησυχητικό για τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Για πρώτη φορά εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, σύμφωνα με την έρευνα, περισσότεροι ψηφοφόροι θεωρούν ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα την οικονομία.
Το 38% επιλέγει τους Δημοκρατικούς έναντι 35% που εμπιστεύεται τους Ρεπουμπλικάνους.
Πρόκειται για μία ουσιαστική πολιτική αντιστροφή.
Η οικονομία υπήρξε επί χρόνια ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και ειδικά του Τραμπ. Η απώλεια αυτού του προβαδίσματος, έστω και οριακά, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Υποχώρηση ακόμη και στο μεταναστευτικό
Η φθορά δεν περιορίζεται στον πόλεμο και την οικονομία.
Ακόμη και στο μεταναστευτικό, ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά χαρτιά του Τραμπ, το προβάδισμα των Ρεπουμπλικάνων συρρικνώνεται.
Το 40% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν καλύτερη προσέγγιση στο μεταναστευτικό, έναντι 38% που επιλέγει τους Δημοκρατικούς.
Η διαφορά των μόλις δύο ποσοστιαίων μονάδων είναι η μικρότερη από την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ.
Τον Ιανουάριο του 2025, η αντίστοιχη διαφορά υπέρ των Ρεπουμπλικάνων ανερχόταν στις 26 ποσοστιαίες μονάδες.
Η κατακόρυφη υποχώρηση αποδίδεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μεταξύ άλλων στις αντιδράσεις για θανάτους και την αύξηση των συλλήψεων, ιδιαίτερα ανηλίκων.
Το πρόβλημα για τον Τραμπ γίνεται στρατηγικό
Τα ευρήματα της Reuters/Ipsos συνθέτουν μια πολιτικά δύσκολη εικόνα για τον Λευκό Οίκο.
Ο Τραμπ εμφανίζεται να χάνει έδαφος ταυτόχρονα σε τρία πεδία στα οποία είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας:
την αποφυγή μακροχρόνιων πολέμων, την οικονομία και το μεταναστευτικό.
Ιδιαίτερα ο πόλεμος με το Ιράν εξελίσσεται σε πολιτικό βάρος που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη δεύτερη θητεία του.
Η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών πιστεύει πλέον ότι πρόκειται για μια σύγκρουση μακράς διάρκειας. Παράλληλα, η οικονομική επίπτωση μέσω των καυσίμων μετατρέπει τον πόλεμο σε καθημερινό πρόβλημα για τους πολίτες.
Το ερώτημα για τον Τραμπ είναι κατά πόσο μπορεί να αντιστρέψει την εικόνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Διότι μια προεδρία που εξελέγη με την υπόσχεση «όχι άλλοι ατελείωτοι πόλεμοι» βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια κοινή γνώμη η οποία, σε ποσοστό 80%, εκτιμά ότι ο νέος πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα.
Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα από μια απλή πτώση μερικών μονάδων στις δημοσκοπήσεις.
Η διαδικτυακή δημοσκόπηση Reuters/Ipsos πραγματοποιήθηκε σε πανεθνικό δείγμα 1.166 ενηλίκων και έχει περιθώριο στατιστικού σφάλματος ±3 ποσοστιαίες μονάδες.