breaking newsΕλλάδα

Γιατί ο Τραμπ “φρενάρει” τις ασκήσεις με τη Νότιο Κορέα;

Η αιφνιδιαστική απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει σημαντικά την αμερικανική συμμετοχή στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ΗΠΑ–Νότιας Κορέας δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη διακηρυγμένη «πολύ καλή σχέση» του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν.

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Πίσω από την κίνηση βρίσκεται ένας συνδυασμός διπλωματικών, στρατιωτικών και οικονομικών υπολογισμών: η επιθυμία του Τραμπ να ξανανοίξει προσωπικό δίαυλο με την Πιονγκγιάνγκ, η παραδοσιακή δυσφορία του για το κόστος των αμερικανικών συμμαχιών, η δυσαρέσκεια απέναντι στη Σεούλ επειδή δεν ακολούθησε την Ουάσινγκτον στον πόλεμο κατά του Ιράν και –ίσως σημαντικότερο– η πίεση που ασκεί ο πολύμηνος πόλεμος στη Μέση Ανατολή στις αμερικανικές δυνάμεις και στα αποθέματα πυρομαχικών.

Ο ίδιος ο Τραμπ έδωσε δύο από τις εξηγήσεις. Χαρακτήρισε τις ασκήσεις δαπανηρές και υποστήριξε ότι στέλνουν προς τη Βόρεια Κορέα «εντελώς ακατάλληλο και εχθρικό μήνυμα». Παράλληλα, συνέδεσε δημοσίως την απόφασή του με την άρνηση της Νότιας Κορέας να συνδράμει τις αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.

Επομένως, η ερώτηση «γιατί ο Τραμπ διακόπτει τις ασκήσεις;» έχει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές απαντήσεις.

1. Θέλει να ξαναφέρει τον Κιμ στο τραπέζι

Η πρώτη και πιο εμφανής εξήγηση είναι η προσπάθεια επανεκκίνησης της απευθείας διπλωματίας με τη Βόρεια Κορέα.

Ο Τραμπ πιστεύει διαχρονικά πολύ περισσότερο στην προσωπική διαπραγμάτευση μεταξύ ηγετών από ό,τι στη σταδιακή οικοδόμηση μιας συμφωνίας μέσω παραδοσιακών διπλωματικών μηχανισμών.

Αυτό φάνηκε ήδη στην πρώτη του θητεία.

Μετά τη σύνοδο της Σιγκαπούρης με τον Κιμ Γιονγκ Ουν το 2018, η αμερικανική κυβέρνηση ανέστειλε μεγάλης κλίμακας κοινές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα προκειμένου, όπως έλεγε τότε το ίδιο το Πεντάγωνο, να δημιουργηθεί χώρος για τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις.

Η σημερινή κίνηση θυμίζει έντονα εκείνη την τακτική.

Ο Τραμπ θέλει να προσφέρει στον Κιμ κάτι χειροπιαστό πριν ακόμη ξεκινήσει μια νέα διαπραγμάτευση: τη μείωση μιας στρατιωτικής δραστηριότητας που η Πιονγκγιάνγκ παρουσιάζει εδώ και δεκαετίες ως πρόβα εισβολής.

Δεν είναι τυχαίο ότι μία ημέρα μετά την ανακοίνωση της μείωσης των ασκήσεων ο Τραμπ δήλωσε πως ο Κιμ έχει ανταποκριθεί στις προσπάθειες προσέγγισής του, χωρίς να αποκαλύψει τι ακριβώς σημαίνει αυτή η ανταπόκριση.

Άρα η υποχώρηση στις ασκήσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προκαταβολική διπλωματική χειρονομία.

Ο Τραμπ προσπαθεί να δείξει στον Κιμ ότι είναι έτοιμος να αλλάξει τη στρατιωτική συμπεριφορά της Ουάσινγκτον εάν η Πιονγκγιάνγκ επιστρέψει στον διάλογο.

2. Επιχειρεί να αποσπάσει τη Βόρεια Κορέα από τη Ρωσία

Υπάρχει όμως μία σημαντική διαφορά από το 2018.

Η σημερινή Βόρεια Κορέα βρίσκεται σε πολύ ισχυρότερη γεωπολιτική θέση.

Τα τελευταία χρόνια έχει εμβαθύνει δραματικά τη στρατιωτική σχέση της με τη Ρωσία, ενώ βορειοκορεατικές δυνάμεις απέκτησαν πραγματική πολεμική εμπειρία συμμετέχοντας στο πλευρό των Ρώσων στον πόλεμο της Ουκρανίας. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα φετινά Ulchi Freedom Shield σχεδιάστηκαν ώστε να ενσωματώσουν νέες απειλές και τακτικές.

Τα γυμνάσια περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αντιμετώπιση drones, παρεμβολών GPS και κυβερνοεπιθέσεων, δηλαδή στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τα διδάγματα των σύγχρονων πολέμων.

Από αυτή την οπτική, η προσπάθεια Τραμπ μπορεί να έχει έναν ευρύτερο στόχο:

να αποτρέψει την πλήρη στρατηγική πρόσδεση της Πιονγκγιάνγκ στη Μόσχα και το Πεκίνο.

Εάν ο Κιμ θεωρήσει ότι μπορεί να αποσπάσει πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά ανταλλάγματα απευθείας από την Ουάσινγκτον, τότε ίσως έχει κίνητρο να διατηρήσει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα.

Πρόκειται βεβαίως για στοίχημα.

Διότι ο σημερινός Κιμ δεν χρειάζεται την αμερικανική αναγνώριση στον ίδιο βαθμό που τη χρειαζόταν το 2018.

3. Ο πόλεμος με το Ιράν τραβά τις ΗΠΑ από την Ασία

Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο θεαματικός, αλλά ίσως περισσότερο ουσιαστικός λόγος: οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πλέον πραγματικό πρόβλημα κατανομής στρατιωτικών πόρων.

Ο πόλεμος με το Ιράν διαρκεί σχεδόν έξι μήνες και έχει ήδη αναγκάσει την Ουάσινγκτον να μεταφέρει μέσα από άλλα θέατρα επιχειρήσεων προς τη Μέση Ανατολή.

Τον Μάρτιο είχε γίνει γνωστό ότι Ουάσινγκτον και Σεούλ συζητούσαν ακόμη και πιθανή μεταφορά αμερικανικών συστημάτων Patriot από τη Νότια Κορέα για τις ανάγκες του πολέμου κατά του Ιράν.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο συστήματα αεράμυνας.

Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters στις αρχές Αυγούστου, ο αμερικανικός στρατός είχε καταναλώσει σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων αποθεμάτων ορισμένων πυραύλων μεγάλης ακρίβειας, ενώ είχε χρησιμοποιηθεί και σημαντικό μέρος των διαθέσιμων Tomahawk, προκαλώντας ερωτήματα για την ετοιμότητα των ΗΠΑ απέναντι σε άλλες πιθανές κρίσεις.

Αυτό είναι καθοριστικό.

Μια παγκόσμια στρατιωτική δύναμη μπορεί να διατηρεί πολλές δεσμεύσεις ταυτόχρονα, αλλά όχι χωρίς κόστος. Πολεμικά πλοία, αεροσκάφη, συστήματα αεράμυνας, πυρομαχικά, προσωπικό συντήρησης και διοικητική μέριμνα δεν είναι απεριόριστα.

Ο πόλεμος στο Ιράν αναγκάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες να κάνουν ιεράρχηση θεάτρων επιχειρήσεων.

Και η μείωση του εύρους των ασκήσεων στην Κορέα μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως διπλωματική χειρονομία προς τον Κιμ και ως πρακτικός τρόπος περιορισμού της στρατιωτικής επιβάρυνσης.

4. Ο Τραμπ τιμωρεί και τη Σεούλ

Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκρυψε ακόμη μία παράμετρο.

Είναι δυσαρεστημένος επειδή η Νότια Κορέα αρνήθηκε να συνδράμει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Το Reuters επιβεβαίωσε ότι ο Τραμπ επικαλέστηκε ρητά τόσο το κόστος των ασκήσεων όσο και τη στάση της Σεούλ απέναντι στο Ιράν ως λόγους για τη μείωση της αμερικανικής συμμετοχής.

Εδώ εμφανίζεται ένα γνώριμο χαρακτηριστικό της στρατηγικής Τραμπ:

η συμμαχία αντιμετωπίζεται σε σημαντικό βαθμό ως συναλλακτική σχέση.

Η λογική είναι περίπου η εξής:

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν τεράστια ποσά για να προστατεύουν τη Νότια Κορέα και διατηρούν 28.500 Αμερικανούς στρατιωτικούς στο έδαφός της, τότε η Σεούλ οφείλει να ανταποκρίνεται όταν η Ουάσινγκτον ζητά βοήθεια σε άλλο μέτωπο.

Η Νότια Κορέα, φυσικά, δεν αντιλαμβάνεται απαραίτητα τη συμμαχία με τον ίδιο τρόπο.

Για τη Σεούλ, η αμερικανοκορεατική συνθήκη αφορά πρωτίστως την αποτροπή της Βόρειας Κορέας και όχι την αυτόματη συμμετοχή της σε αμερικανικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή.

Ακριβώς αυτή η διαφορετική αντίληψη περί συμμαχίας βρίσκεται πίσω από τη σημερινή ένταση.

Οι ασκήσεις δεν είναι απλή επίδειξη δύναμης

Υπάρχει όμως ένα σοβαρό στρατιωτικό πρόβλημα στην απόφαση του Τραμπ.

Οι κοινές ασκήσεις δεν γίνονται μόνο για να σταλεί μήνυμα στην Πιονγκγιάνγκ.

Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου δύο διαφορετικές ένοπλες δυνάμεις μαθαίνουν να πολεμούν ως μία συμμαχική δύναμη.

Το φετινό Ulchi Freedom Shield διεξάγεται από τις 17 έως τις 27 Αυγούστου, με περίπου 18.000 Νοτιοκορεάτες στρατιωτικούς, ενώ συμμετέχουν και στοιχεία της αμερικανικής δύναμης που βρίσκεται μόνιμα στην Κορεατική Χερσόνησο.

Τέτοιες ασκήσεις δοκιμάζουν διοίκηση και έλεγχο, μεταφορά ενισχύσεων, αεράμυνα, επικοινωνίες, κυβερνοάμυνα, logistics και επιχειρησιακή συνεργασία.

Με απλά λόγια:

η αποτροπή δεν βασίζεται μόνο στον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων που βρίσκονται στην Κορέα, αλλά και στην ικανότητά τους να επιχειρήσουν αμέσως μαζί με τους Νοτιοκορεάτες εάν ξεσπάσει πόλεμος.

Γι’ αυτό η μείωση της εκπαίδευσης δεν είναι στρατιωτικά ουδέτερη.

Η Σεούλ προσπαθεί να μην έρθει σε ρήξη

Ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας Λι Τζε Μιούνγκ βρίσκεται τώρα σε δύσκολη θέση.

Από τη μία πλευρά, θέλει και ο ίδιος την αποκλιμάκωση.

Από την ανάληψη της προεδρίας του το 2025 έχει διαφοροποιηθεί από την περισσότερο σκληρή πολιτική του προκατόχου του και έχει προσφέρει στην Πιονγκγιάνγκ συνομιλίες χωρίς προϋποθέσεις.

Από την άλλη, δεν μπορεί να επιτρέψει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι κοινές ασκήσεις είναι επιθετικές ή ότι η συμμαχία αποδυναμώνεται.

Γι’ αυτό η Σεούλ υπογραμμίζει ότι ο θεμελιώδης σκοπός τους είναι η άμυνα και η προστασία του πληθυσμού, όχι η προετοιμασία εισβολής στον Βορρά. Η νοτιοκορεατική ηγεσία ταυτόχρονα επαναλαμβάνει τη σημασία της αμερικανικής συμμαχίας.

Γιατί ανησυχεί η Ιαπωνία

Η αντίδραση της Ιαπωνίας εξηγείται εύκολα.

Για το Τόκιο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Κορεατική Χερσόνησος.

Η τριμερής συνεργασία ΗΠΑ–Ιαπωνίας–Νότιας Κορέας αποτελεί βασικό τμήμα της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της βορειοανατολικής Ασίας, απέναντι όχι μόνο στη Βόρεια Κορέα αλλά και στην αυξανόμενη στρατιωτική ισχύ της Κίνας και στη νέα σχέση Μόσχας–Πιονγκγιάνγκ. Αναλυτές έχουν επισημάνει ότι η τριμερής συνεργασία έχει αποκτήσει κρίσιμο ρόλο για τη σταθερότητα του Ινδοειρηνικού.

Εάν η Ουάσινγκτον αρχίσει να μεταχειρίζεται την άσκηση κοινής άμυνας ως διαπραγματευτικό χαρτί που μπορεί να αφαιρεί μονομερώς, το Τόκιο έχει λόγο να αναρωτηθεί κατά πόσο κάτι ανάλογο μπορεί αύριο να συμβεί και στη δική του συμμαχία.

Το μεγάλο ρίσκο: Ο Κιμ παίρνει αντάλλαγμα χωρίς να δίνει τίποτα

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της στρατηγικής Τραμπ.

Η μείωση των ασκήσεων μπορεί να έχει νόημα εάν αποτελεί μέρος μιας αμοιβαίας διαδικασίας αποκλιμάκωσης.

Για παράδειγμα:

λιγότερες αμερικανονοτιοκορεατικές ασκήσεις με αντάλλαγμα περιορισμό πυραυλικών δοκιμών, πάγωμα παραγωγής πυρηνικού υλικού, επιθεωρήσεις ή άλλες επαληθεύσιμες κινήσεις της Πιονγκγιάνγκ.

Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί ανάλογο βορειοκορεατικό αντάλλαγμα.

Το προηγούμενο του 2018 δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες τότε ανέστειλαν σημαντικές ασκήσεις για να δημιουργήσουν διπλωματικό χώρο, αλλά οι συνομιλίες τελικά κατέρρευσαν το 2019 λόγω της διαφωνίας για την αποπυρηνικοποίηση και την άρση των κυρώσεων. Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση, δεν επιτεύχθηκε μόνιμη συμφωνία για το βορειοκορεατικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Άρα υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθεί το ίδιο μοτίβο:

η Ουάσινγκτον να παραχωρήσει ένα στρατιωτικά χρήσιμο μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης και η Πιονγκγιάνγκ να κρατήσει ακέραιες τις πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητές της.

Η άλλη ανάγνωση: Ο Τραμπ θεωρεί ότι η αποτροπή πρέπει να γίνει φθηνότερη

Υπάρχει τέλος και μια βαθύτερη στρατηγική ανάγνωση.

Ο Τραμπ δεν φαίνεται να αμφισβητεί κατ’ ανάγκην ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παραμείνουν ισχυρές στον Ινδοειρηνικό.

Αμφισβητεί όμως το πόσο πρέπει να πληρώνει η Αμερική για την ασφάλεια εύπορων συμμάχων.

Αυτή η αντίληψη ήταν εμφανής ήδη στην πρώτη θητεία του. Αμερικανικές στρατιωτικές αναλύσεις της εποχής κατέγραφαν ότι το κόστος αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στην απόφαση Τραμπ να περιορίσει ασκήσεις γύρω από τις συνόδους με τον Κιμ.

Η σημερινή απόφαση ενδέχεται επομένως να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας:

η Νότια Κορέα να αναλάβει μεγαλύτερο τμήμα της συμβατικής της άμυνας, ενώ οι ΗΠΑ θα διατηρούν κυρίως τις στρατηγικές δυνατότητες, την πυρηνική ομπρέλα και τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για μια μεγάλη σύγκρουση.

Αυτό θα ήταν μια σημαντική μεταβολή του μοντέλου συμμαχίας.

Και τότε γιατί η απόφαση είναι τόσο επικίνδυνη;

Διότι η γεωπολιτική συγκυρία δεν είναι εκείνη του 2018.

Η Βόρεια Κορέα σήμερα είναι:

πιο ισχυρή πυρηνικά,

πιο προηγμένη πυραυλικά,

περισσότερο έμπειρη επιχειρησιακά,

και πολύ στενότερα συνδεδεμένη με τη Ρωσία.

Ταυτόχρονα, η Κίνα ασκεί μεγαλύτερη στρατιωτική πίεση στον δυτικό Ειρηνικό και οι ΗΠΑ έχουν ανοικτό μέτωπο με το Ιράν.

Επομένως η μείωση της στρατιωτικής ετοιμότητας στην Κορεατική Χερσόνησο πραγματοποιείται ακριβώς τη στιγμή που η αμερικανική στρατηγική αντιμετωπίζει το κλασικό πρόβλημα της υπερεπέκτασης: περισσότερες πιθανές κρίσεις από όσες μπορούν να αντιμετωπιστούν άνετα ταυτόχρονα.

Τι πραγματικά κάνει ο Τραμπ

Η απόφαση, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια φιλοφρόνηση προς τον Κιμ Γιονγκ Ουν.

Ο Τραμπ επιχειρεί ταυτόχρονα να πετύχει τέσσερα πράγματα:

  1. Να ανοίξει ξανά τη διαπραγμάτευση με την Πιονγκγιάνγκ.
  2. Να περιορίσει την εξάρτηση του Κιμ από τη Ρωσία και την Κίνα.
  3. Να εξοικονομήσει στρατιωτικούς πόρους ενώ οι ΗΠΑ είναι βυθισμένες στον πόλεμο με το Ιράν.
  4. Να πιέσει τη Νότια Κορέα να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος και να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με την αμερικανική στρατηγική.

Το αν πρόκειται για έξυπνη διπλωματική κίνηση ή επικίνδυνη μονομερή παραχώρηση θα εξαρτηθεί από το τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Εάν ο Κιμ ανταποκριθεί με πραγματικές και επαληθεύσιμες κινήσεις, ο Τραμπ θα μπορεί να υποστηρίξει ότι χρησιμοποίησε μια στρατιωτική άσκηση ως εργαλείο για να ανοίξει μια νέα διπλωματική διαδικασία.

Εάν όμως η Βόρεια Κορέα κρατήσει το όφελος, συνεχίσει την ενίσχυση των πυρηνικών και πυραυλικών δυνάμεών της και δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό σε αντάλλαγμα, τότε η απόφαση θα έχει διαφορετική ανάγνωση:

οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν μειώσει την ετοιμότητα μιας κρίσιμης συμμαχίας, τη στιγμή που ο αντίπαλος γίνεται ισχυρότερος.

Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει το μεγαλύτερο ζήτημα: ο πόλεμος με το Ιράν αρχίζει να παράγει επιπτώσεις πολύ μακριά από τη Μέση Ανατολή. Η συζήτηση για Patriot που θα μπορούσαν να φύγουν από την Κορέα, η κατανάλωση αμερικανικών πυρομαχικών και τώρα η μείωση των ασκήσεων δείχνουν ότι ο πόλεμος ενός θεάτρου αρχίζει να επηρεάζει την ισορροπία δυνάμεων σε ένα άλλο.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό στρατηγικό μήνυμα της απόφασης Τραμπ! Η Αμερική εξακολουθεί να είναι παγκόσμια υπερδύναμη, αλλά ακόμη και μια υπερδύναμη αναγκάζεται κάποια στιγμή να αποφασίσει πού θα διαθέσει τις δυνάμεις, τα πυρομαχικά και το πολιτικό της κεφάλαιο.

Back to top button