Η αποδυνάμωση του Ιράν αναδεικνύει την Τουρκία σε βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή του Ισραήλ, με τη Συρία, τον Λίβανο, τη Γάζα και την Ανατολική Μεσόγειο να μετατρέπονται στα μεγάλα πεδία σύγκρουσης για την επόμενη ημέρα της περιοχής.
Το στρατηγικό κέντρο βάρους στη Μέση Ανατολή φαίνεται να μετατοπίζεται σταδιακά. Η αντιπαράθεση με το Ιράν παραμένει ενεργή, ωστόσο στο προσκήνιο έρχεται πλέον η σύγκρουση δύο διαφορετικών σχεδίων για τη μελλοντική περιφερειακή τάξη: του Ισραήλ και της Τουρκίας.
Σε ανάλυσή του, ο ανώτερος αναλυτής θεμάτων Μέσης Ανατολής, Γιόνι Μπεν Μεναχέμ, περιγράφει έναν μακροχρόνιο ανταγωνισμό για την περιφερειακή ηγεμονία, χωρίς αυτός να οδηγεί –τουλάχιστον επί του παρόντος– σε άμεση στρατιωτική αναμέτρηση.
Η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του σουνιτικού κόσμου και να διευρύνει το αποτύπωμά της στην Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, προσπαθεί να διατηρήσει τη στρατιωτική υπεροχή του, την προνομιακή σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ελευθερία επιχειρησιακής δράσης του σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο παράγοντας Τραμπ και η ιδιαίτερη σχέση με τον Ερντογάν
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στενή σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εξηγείται από δύο βασικούς παράγοντες.
Ο πρώτος αφορά την προσωπική χημεία μεταξύ των δύο ηγετών και την προτίμηση του Αμερικανού προέδρου να συνεννοείται με ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες που ασκούν σταθερό έλεγχο στις χώρες τους.
Ο δεύτερος είναι βαθύτερος και συνδέεται με τη μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής. Στην Ουάσινγκτον φέρεται να ενισχύεται η άποψη ότι η Τουρκία μπορεί να αναλάβει ορισμένους από τους ρόλους που παραδοσιακά διαδραμάτιζε το Ισραήλ στη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων και στις σχέσεις με τα αραβικά κράτη.
Η αμερικανική διοίκηση εμφανίζεται να αναγνωρίζει ότι μια νέα αντιπαράθεση με το Ιράν, με τις ίδιες μεθόδους που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν, δύσκολα θα έφερνε διαφορετικά αποτελέσματα. Παράλληλα, μια ευρύτερη στρατιωτική επιχείρηση θα είχε σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για τις ΗΠΑ.
Για τον λόγο αυτό, η Ουάσινγκτον εξετάζει την ενίσχυση του ρόλου περιφερειακών εταίρων, με την Τουρκία να βρίσκεται ψηλά στη σχετική λίστα.
Η Άγκυρα διεκδικεί την ηγεσία του σουνιτικού κόσμου
Παρά τον ιστορικό ανταγωνισμό της με το Ιράν, η Τουρκία δεν επιθυμεί μια στρατιωτική σύγκρουση με την Τεχεράνη. Ταυτόχρονα, όμως, δεν επιδιώκει και τη δημιουργία μιας πραγματικής στρατηγικής συμμαχίας μαζί της.
Οι δύο χώρες διατηρούν έναν ελεγχόμενο ανταγωνισμό για την περιφερειακή επιρροή, φροντίζοντας να προστατεύουν τα κοινά συμφέροντα που εξακολουθούν να τις συνδέουν.
Η Άγκυρα φέρεται να θεωρεί ότι τα κράτη του Κόλπου διέπραξαν στρατηγικό λάθος, επενδύοντας σχεδόν αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Επιχειρεί, επομένως, να αξιοποιήσει τις αλλαγές στη Μέση Ανατολή για να εμφανιστεί ως ο κυριότερος πόλος του σουνιτικού κόσμου.
Αυτή η προσπάθεια δεν στρέφεται μόνο απέναντι στο Ιράν και το Ισραήλ. Αμφισβητεί παράλληλα την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ιδιαίτερα στη Συρία και τον Λίβανο.
Συρία και Λίβανος στο επίκεντρο
Το Ισραήλ παρακολουθεί με ανησυχία τη διεύρυνση της τουρκικής παρουσίας στη Συρία. Βασικός στόχος του είναι να αποτρέψει την εγκατάσταση μόνιμων τουρκικών στρατιωτικών βάσεων και συστημάτων αεράμυνας, τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιχειρησιακή ελευθερία της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον επιθυμεί την ενίσχυση του λιβανικού κράτους, ώστε να αποτραπεί η ανασυγκρότηση της Χεζμπολάχ. Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, οι Αμερικανοί θεωρούν ότι η Τουρκία, είτε απευθείας είτε μέσω της νέας συριακής κυβέρνησης υπό τον Αχμέντ αλ Σαράα, θα μπορούσε να συμβάλει σε αυτόν τον στόχο.
Οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν να αποκλείσουν εντελώς τη Σαουδική Αραβία από τον Λίβανο. Ωστόσο, κάθε διεύρυνση της τουρκικής επιρροής σε Λίβανο και Συρία εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθεί σε βάρος του Ριάντ.
Η ανησυχία του Ισραήλ για τα F-35 και τον KAAN
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και το εξοπλιστικό σκέλος του ανταγωνισμού. Η ισραηλινή ηγεσία ανησυχεί για το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να εγκρίνουν την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, καθώς και την προμήθεια κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να έχει ζητήσει επανειλημμένα από τον Ντόναλντ Τραμπ να εμποδίσει μια τέτοια συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι θα έθετε σε κίνδυνο το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ. Παράλληλα, το Τελ Αβίβ ασκεί πιέσεις σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο.
Το Ισραήλ, πάντως, προετοιμάζεται και για το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να σταματήσει την πώληση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα επιδιώξει η Τουρκία να αποκτήσει λιγότερο προηγμένη έκδοση του αεροσκάφους, ενώ η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία θα συνεχίσει να επιχειρεί με την πλέον εξελιγμένη διαμόρφωση.
Παράλληλα, η Ιερουσαλήμ φέρεται να ζητεί ένα μεγάλο αμερικανικό πακέτο αντισταθμισμάτων, το οποίο θα περιλαμβάνει προηγμένα οπλικά συστήματα, πυρομαχικά ακριβείας, διεύρυνση της τεχνολογικής συνεργασίας και περιορισμούς στη στρατιωτική εγκατάσταση της Τουρκίας στη Συρία.
Γάζα, Ιερουσαλήμ και Χαμάς
Ένα ακόμη μέτωπο ανταγωνισμού αφορά το Παλαιστινιακό. Το Ισραήλ κατηγορεί την Τουρκία ότι προσφέρει πολιτική και οικονομική υποστήριξη στη Χαμάς και ότι φιλοξενεί στελέχη της.
Παρότι ο Ερντογάν έχει υιοθετήσει σκληρή ρητορική κατά του Ισραήλ μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, η τουρκική αντίδραση έχει παραμείνει κυρίως σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο. Η Άγκυρα δεν έχει προχωρήσει σε στρατιωτική αντιπαράθεση, ούτε έχει εμποδίσει τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία, ενώ φέρεται να έχει περιορίσει τη στρατιωτική δραστηριότητα της Χαμάς στο τουρκικό έδαφος.
Το Ισραήλ, ωστόσο, αντιτίθεται σε οποιαδήποτε μελλοντική συμμετοχή τουρκικών δυνάμεων σε διεθνή αποστολή στη Λωρίδα της Γάζας. Παράλληλα, ανησυχεί για την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στην Ιερουσαλήμ και στο παλαιστινιακό πολιτικό σύστημα.
Η Ανατολική Μεσόγειος και ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ
Η αντιπαράθεση επεκτείνεται και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία αντιδρά στην εμβάθυνση της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, συνεχίζει να ενισχύει τους δεσμούς του με την Αθήνα και τη Λευκωσία, προωθώντας περιφερειακά ενεργειακά και αμυντικά σχέδια χωρίς τη συμμετοχή της Άγκυρας. Η τριμερής συνεργασία αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, καθώς λειτουργεί ως αντίβαρο στην προσπάθεια της Τουρκίας να κυριαρχήσει στην περιοχή.
Η επόμενη μεγάλη γεωπολιτική γραμμή ρήξης
Ισραηλινοί αξιωματούχοι ασφαλείας φέρεται να εκτιμούν ότι η αποδυνάμωση του Ιράν έχει αναβαθμίσει την Τουρκία στον σημαντικότερο μακροπρόθεσμο ανταγωνιστή τους στη Μέση Ανατολή.
Η Άγκυρα διαθέτει πολυάριθμες ένοπλες δυνάμεις, ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ιδιότητα μέλους του ΝΑΤΟ και αυξανόμενη δυνατότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος. Επιπλέον, στο Ισραήλ θεωρούν ότι οι αρνητικές διαθέσεις απέναντί του δεν περιορίζονται στην κυβέρνηση Ερντογάν, αλλά εντοπίζονται και σε σημαντικό μέρος της τουρκικής αντιπολίτευσης και της κοινωνίας.
Οι δύο χώρες δεν βρίσκονται σήμερα στα πρόθυρα ενός απευθείας πολέμου. Βρίσκονται, όμως, σε τροχιά μετωπικής στρατηγικής σύγκρουσης.
Το Ισραήλ αγωνίζεται να διατηρήσει την περιφερειακή του πρωτοκαθεδρία μέσα από τη στρατιωτική υπεροχή, την ειδική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διεύρυνση των συμφωνιών εξομάλυνσης με τα αραβικά κράτη. Η Τουρκία επιδιώκει μια νέα τάξη πραγμάτων, με την ίδια ως βασικό κέντρο ισχύος του σουνιτικού κόσμου και καθοριστικό διαμορφωτή των εξελίξεων.
Η σύγκρουση αυτών των δύο σχεδίων ενδέχεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές γραμμές ρήξης στη Μέση Ανατολή τα επόμενα χρόνια.