Αλλαγή τάσης και σινιάλα απεμπλοκής από τη πολύμηνη ακινησία υποδηλώνει η κοινή επιστολή που απέστειλαν χθες Αθήνα και Λευκωσία προς την Ευρωπαική Τράπεζα Επενδύσεων ζητώντας να χρηματοδοτήσει το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου, το οποίο μέχρι χθες όλα έδειχναν ότι οδηγείται στις καλένδες, προς ικανοποίηση της Αγκυρας.
Αν και η αισιοδοξία που συνεπάγεται η εξέλιξη θα δοκιμαστεί στην πορεία, η κίνηση των υπουργών Ενέργειας των δύο χωρών, Σταύρου Παπασταύρου και Μιχάλη Δαμιανού να αιτηθούν από κοινού στην ΕΤΕπ τη δανειοδότηση του έργου, αφού προηγηθεί φυσικά η μελέτη δέουσας επιμέλειας, υποδηλώνει καταρχήν μια πολιτική επαναδέσμευση στον GSI και ότι αμφότερες οι κυβερνήσεις τάσσονται υπερ του project.
Καθώς και ότι μέσα από εντατικές διεργασίες κατέστη σαφές το αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιέλθει λόγω της συμφωνίας του περασμένου Νοεμβρίου να ανατεθεί σε ξένο οίκο η επικαιροποίηση των τεχνικοοικονομικών παραμέτρων του έργου, όπως δείχνει και η απουσία αποτελέσματος πέντε μήνες μετά.
Κυρίως όμως η επιλογή των δύο κυβερνήσεων να απευθυνθούν στην ΕΤΕπ, δείχνει πώς αναγνωρίζουν ότι οι όποιες αλλαγές προτείνει το due diligence σε τεχνικό, οικονομικό και ρυθμιστικό επίπεδο, θα έχουν τη «σφραγίδα» ενός αντικειμενικού και υψηλού κύρους ευρωπαϊκού φορέα, που δύσκολα θα μπορούν να αμφισβητηθούν.
Ενισχύονται με άλλα λόγια οι πιθανότητες να κλείσει ένα κεφάλαιο μόνιμης αμφισβήτησης, κριτικής και τριβών για το project που έχει τραυματίσει ουκ ολίγες φορές τις διμερείς σχέσεις.
Κι αυτό, όχι μόνο γιατί η τράπεζα είναι ένας θεσμικός παράγοντας του οποίου η αξιοπιστία δεν αμφισβητείται, αλλά και γιατί βάσει της μελέτης δέουσας επιμέλειας που θα κάνει τους επόμενους μήνες, θα κληθεί ενδεχομένως και να χρηματοδοτήσει το έργο.
Εχει επομένως κάθε λόγο να διεξάγει μια μελέτη απόλυτα αντικειμενική και ισορροπημένη για το GSI, καθώς βάσει αυτής θα βγάλει πιθανώς στη συνέχεια και κεφάλαια από τα ταμεία της για να το δανειοδοτήσει. Η διαφορά σε σχέση με την εκπόνηση μιας μελέτης από έναν ξένο οίκο εγνωσμένης αξίας είναι προφανής.
Εφόσον μάλιστα το due diligence της Ευρωπαικής Τράπεζας Επενδύσεων εισηγηθεί μια σειρά από βελτιώσεις στα τεχνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του, τότε ουδείς μπορεί να αποκλείσει να εμφανιστούν στο προσκήνιο και άλλοι ενδιαφερόμενοι, πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οσο για το ερώτημα πόσο μπορεί να διαρκέσει η μελέτη της ΕΤΕπ για ένα τέτοιο έργο, η απάντηση που δίνουν αρμόδιες πηγές είναι γύρω στους 6-7 μήνες.
Το παραπάνω αυτό σκεπτικό φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επαφές που προηγήθηκαν, όπως λένε άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτές, με τις δύο πλευρές να αναγνωρίζουν το κίνδυνο που θα σήμαινε ένα νέο «blamegame» για το καλώδιο, όπως το περυσινό.
Ειδικά στη τρέχουσα συγκυρία όπου η Αγκυρα επιχειρεί να εμπλέξει τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό στο θολό τοπίο του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στη Μ.Ανατολή και την Αν.Μεσόγειο στον απόηχο του πολέμου στο Περσικό.
Τι θα αφορά η μελέτη
Σύμφωνα με πηγές κοντά στη διαδικασία, η μελέτη δέουσας επιμέλειας θα εξετάσει από τα κόστη και το WACC βάσει του όπου προκύπτει η απόδοση του έργου μέχρι την ανάγκη βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου και τη τακτοποίηση των όποιων οικονομικών εκκρεμοτήτων.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές δεν πρόκειται να επέλθει καμία αλλαγή στη «Διασυνοριακή Συμφωνία Κατανομής Κόστους» (Cross Border Cost Allocation), καθώς επίσης και στη Μελέτη Κόστους Οφέλους (CBA), κάτι που άλλωστε έχει επισημάνει από το Δεκέμβριο και ο ίδιος ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν απαντώντας σε ερώτηση του κύπριου ευρωβουλευτή, Μ.Χατζηπαντέλα.
Κι αυτό, καθώς όπως είχε πει τότε ο κ. Γιόργκενσεν, η ανάλυση κόστους – οφέλους για το project έχει γίνει εδώ και χρόνια, όταν το GSI εντάχθηκε για πρώτη φορά στη λίστα των Εργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) όπου και παραμένει, επομένως δεν χρειάζεται να επαναληφθεί.
Τι αναφέρουν κύκλοι της ΕΤΕπ
Σχολιάζοντας το χθεσινό κοινό αίτημα Παπασταύρου – Δαμιανού, κύκλοι του αντιπροέδρου της ΕΤΕπ, Γιάννη Τσακίρη, ανέφεραν ότι οι δύο κυβερνήσεις δηλώνουν την προσήλωση τους προς το έργο το οποίο θέλουν να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό και επιζητούν την αξιολόγηση της τράπεζας για τη βιωσιμότητα, αλλά και χρηματοδότηση του, δεδομένων και των χαμηλών της επιτοκίων.
Σύμφωνα με την ίδια γραμμή ενημέρωσης, η ΕΤΕπ διαθέτει και αν χρειαστεί θα παρέχει κάθε τεχνική βοήθεια για την υλοποίηση του έργου, που αναμένεται να κοστίσει γύρω στα 2 δισ ευρώ και η γρήγορη υλοποίηση του είναι προϋπόθεση για τη λήψη του συνόλου των 657 εκατ ευρώ. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες χορηγίες όλων των εποχών που έχει εξασφαλίσει παρόμοια υποδομή από το ευρωπαικό ταμείο Connecting Europe Facility (CEF).
Σημειωτέον ότι παλαιότερα η τράπεζα είχε απαιτήσει προκειμένου να ξεκινήσει διαδικασία της χρηματοδότησης να προηγηθεί ρητή δέσμευση της Κύπρου ότι επιθυμεί με την υλοποίηση του έργου.
Η αναφορά Γιόργκενσεν στη Τουρκία
Εχει πάντως τη σημασία του ότι το τελευταίο διάστημα όλες οι εξελίξεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα το έργο, τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, έχουν ευρωπαική «σφραγίδα».
Προ ημερών ο Ευρωπαικός Σύδεσμος Διαχειριστών Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENΤSO- E) απέρριψε το αίτημα της τουρκικής και τουρκοκυπριακής πλευράς να αποκτήσει ευρωπαικό «μανδύα» η ηλεκτρική διασύνδεση με τα Κατεχόμενα, επισημαίνοντας ότι το μοναδικό εγκεκριμένο έργο διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα είναι ο Great Sea Interconnector.
Την αξία της έχει και η χθεσινή απάντηση του Επιτρόπου Γιόργκενσεν στον κύπριο ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου και στο ερώτημα του για το ποια μέτρα σκοπεύει να πάρει η Κομισιόν μπροστά στη τουρκική επιθετικότητα που μπλοκάρει το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου.
Στην απάντηση του ο Επίτροπος αναφέρεται ξεκάθαρα στη Τουρκία, κάτι που δεν μας έχουν συνηθίσει μέχρι τώρα οι δηλώσεις κοινοτικών αξιωματούχων.
«Οι μονομερείς ενέργειας που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών, παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο και την ανάπτυξη μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας», αναφέρει στην απάντησή του.
Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά του στο γενικότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενεργειακής ασφάλειας, για το οποίο λέει ότι η Κομισιόν το επανεξετάζει για να το προσαρμόσει στο τρέχον πολύπλοκο γεωπολιτικό πλαίσιο και να αυξήσει την ανθεκτικότητά του. Στη κατεύθυνση αυτή η Επιτροπή εξετάζει μεταξύ άλλων «τομείς όπως η πολιτικοστρατιωτική συνεργασία, τα μέτρα ασφαλείας που βασίζονται σε αξιολογήσεις κινδύνου και τον ανθεκτικό σχεδιασμό για τις νέες κρίσιμες ενεργειακές υποδομές».
energypress.gr