Αθώες παιδικές περιπέτειες ή ένα προσεκτικά κατασκευασμένο όχημα ρωσικής «ήπιας ισχύος» που περνά πολιτικά σύμβολα στις νεότερες ηλικίες; Η Ουκρανία έδωσε τη δική της, κατηγορηματική απάντηση, επιβάλλοντας κυρώσεις στους δημιουργούς και στους διανομείς της παγκοσμίως γνωστής σειράς κινουμένων σχεδίων «Η Μάσα και ο Μίσκα».
Στις 20 Αυγούστου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι υπέγραψε τα διατάγματα με τα οποία τέθηκαν υπό κυρώσεις πέντε Ρώσοι πολίτες και τέσσερις οργανισμοί που συνδέονται με τη δημιουργία και τη διανομή της σειράς. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η Animaccord, το στούντιο παραγωγής του δημοφιλούς παιδικού προγράμματος.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της ουκρανικής προεδρίας, η σειρά διαδίδει φιλορωσικά αφηγήματα «μεταμφιεσμένα σε παιδικό περιεχόμενο», τα οποία θεωρείται ότι απειλούν την εθνική ασφάλεια της χώρας.
«Η ρωσική προπαγάνδα δεν έχει θέση στις οθόνες των παιδιών, ούτε στην Ουκρανία ούτε αλλού στον κόσμο», διεμήνυσε η υπουργός Πολιτισμού της Ουκρανίας, Τετιάνα Μπερέζνα.
Από το ρωσικό παραμύθι στην παγκόσμια οθόνη
Η σειρά βασίζεται χαλαρά σε γνωστό ρωσικό λαϊκό παραμύθι και παρουσιάζει τις περιπέτειες της μικρής, υπερκινητικής Μάσα με έναν καλόκαρδο πρώην αρκούδο του τσίρκου, τον Μίσκα.
Η επιτυχία της υπήρξε τεράστια. Μεταγλωττίστηκε σε δεκάδες γλώσσες, ταξίδεψε σε περισσότερες από 100 χώρες και κατέκτησε τις διεθνείς πλατφόρμες. Το επεισόδιο «Recipe for Disaster» έχει ξεπεράσει τα 4,6 δισεκατομμύρια θεάσεις στο YouTube, καθιστώντας τη σειρά ένα από τα ισχυρότερα ρωσικά πολιτιστικά εξαγώγιμα προϊόντα.
Ακριβώς αυτή η παγκόσμια εμβέλεια προκαλεί ανησυχία στο Κίεβο. Για τις ουκρανικές Αρχές, ο καφέ αρκούδος δεν αποτελεί μόνο έναν συμπαθή παιδικό ήρωα. Η αρκούδα είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα αλληγορικά σύμβολα της Ρωσίας, ενώ ο κόσμος μέσα στον οποίο κινούνται οι χαρακτήρες προβάλλει μια εξιδανικευμένη, οικεία και απολύτως ακίνδυνη εικόνα της ρωσικής πραγματικότητας.
Η προπαγάνδα, άλλωστε, δεν εμφανίζεται πάντοτε με στρατιωτικά εμβατήρια και κραυγαλέα συνθήματα. Η αποτελεσματικότερη μορφή της είναι συχνά εκείνη που δεν αναγνωρίζεται αμέσως ως προπαγάνδα.
Οι στολές, η NKVD και η εξοικείωση με τα σοβιετικά σύμβολα
Το ουκρανικό Κέντρο Αντιμετώπισης της Παραπληροφόρησης υποστηρίζει ότι η «Μάσα και ο Μίσκα» λειτουργεί ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής, εξοικειώνοντας τα παιδιά με ρωσικά και σοβιετικά σύμβολα.
Σε επεισόδια της σειράς η Μάσα εμφανίζεται με στρατιωτική ενδυμασία, κράνος πληρώματος σοβιετικού άρματος και πηλήκιο συνοριοφύλακα που έχει συνδεθεί ιστορικά με την NKVD, τη σταλινική μυστική αστυνομία. Οι επικριτές της σειράς θεωρούν ότι η χρήση αυτών των συμβόλων αποσυνδέει τη σοβιετική στρατιωτική εικόνα από τις διώξεις, τις εκτελέσεις και τις μαζικές εκτοπίσεις με τις οποίες έχει συνδεθεί στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Το θέμα δεν περιορίστηκε στην Ουκρανία. Τον Ιούλιο, περισσότεροι από 50 Βρετανοί βουλευτές διαφορετικών κομμάτων ζήτησαν από την κυβέρνηση να εξετάσει την απομάκρυνση της σειράς από τις πλατφόρμες streaming. Στην επιστολή τους υποστήριξαν ότι το πρόγραμμα «κανονικοποιεί» τη σοβιετική στρατιωτική εικονογραφία για ένα παγκόσμιο κοινό μικρών παιδιών. Η Animaccord απέρριψε κατηγορηματικά τις καταγγελίες, τονίζοντας ότι είναι ιδιωτική επιχείρηση, δεν χρηματοδοτείται από το ρωσικό κράτος και δεν ενσωματώνει πολιτικά μηνύματα στις παραγωγές της.
Η αντιπαράθεση εντάθηκε μετά τη συμφωνία του Netflix για δύο νέες σεζόν και την επέκταση των δικαιωμάτων προβολής της σειράς και των παράγωγων παραγωγών της σε περισσότερες από 100 χώρες.
Το Κίεβο υποστηρίζει, επιπλέον, ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτιστικό αλλά και οικονομικό. Τα έσοδα από την παγκόσμια εκμετάλλευση της σειράς καταλήγουν, σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, σε πρόσωπα και εταιρείες που καταβάλλουν χρήματα στον ρωσικό προϋπολογισμό.
Οι κυρώσεις δημιουργούν πλέον τη νομική βάση για τον αποκλεισμό του περιεχομένου μέσα στην Ουκρανία, αλλά και για την άσκηση πίεσης προς διεθνείς πλατφόρμες, ώστε να περιορίσουν τη διανομή και την εμπορική εκμετάλλευσή του.
Η απάντηση της Μόσχας
Το Κρεμλίνο απάντησε με ειρωνεία. Ο Ντμίτρι Πεσκόφ κατηγόρησε την Ουκρανία ότι «κήρυξε πόλεμο στα κινούμενα σχέδια», υποστηρίζοντας ότι η σειρά έχει κατακτήσει τον κόσμο επειδή προβάλλει τη φιλία, την καλοσύνη και «τις καλύτερες ανθρώπινες ιδιότητες».
Η Animaccord χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς περί προπαγάνδας ψευδείς και δυσφημιστικούς. Υποστηρίζει ότι επί σχεδόν δύο δεκαετίες διασκεδάζει οικογένειες σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα από οικουμενικά θέματα και ότι τα σύμβολα που εμφανίζονται στη σειρά δεν αποδεικνύουν πολιτική ή κρατική καθοδήγηση.
Εδώ βρίσκεται και η κρίσιμη δημοσιογραφική διάκριση: το Κίεβο αντιμετωπίζει πλέον τη σειρά επισήμως ως προϊόν ρωσικής προπαγάνδας, όμως η εταιρεία παραγωγής αρνείται την κατηγορία και δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια απόδειξη ότι το περιεχόμενο υπαγορεύεται απευθείας από το Κρεμλίνο.
Αυτό δεν αναιρεί τη δυνατότητα ενός πολιτιστικού προϊόντος να λειτουργεί ως «ήπια ισχύς». Υπενθυμίζει, όμως, ότι άλλο πράγμα είναι η κρατικά οργανωμένη προπαγάνδα και άλλο η πολιτική αξιοποίηση ή ερμηνεία συμβόλων που υπάρχουν σε ένα εμπορικό έργο.
Όταν ο Ντόναλντ Ντακ επιστρατεύθηκε κατά του Χίτλερ
Η χρήση των κινουμένων σχεδίων για πολιτική και πολεμική προπαγάνδα δεν αποτελεί ρωσική επινόηση. Η Δύση τα χρησιμοποίησε μαζικά και συστηματικά, ιδιαίτερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1943 η Disney κυκλοφόρησε το «Der Fuehrer’s Face». Ο Ντόναλντ Ντακ βλέπει σε έναν εφιάλτη ότι ζει στη ναζιστική Γερμανία, εργάζεται εξαντλητικά σε εργοστάσιο πυρομαχικών και υποχρεώνεται να χαιρετά ασταμάτητα τα πορτρέτα του Χίτλερ. Στο τέλος ξυπνά στις Ηνωμένες Πολιτείες και αγκαλιάζει με ανακούφιση ένα ομοίωμα του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Το ίδιο το Μουσείο της Οικογένειας Ντίσνεϊ χαρακτηρίζει σήμερα την ταινία ξεκάθαρο έργο προπαγάνδας. Η παραγωγή κέρδισε μάλιστα το Όσκαρ καλύτερου κινουμένου σχεδίου μικρού μήκους.
Την ίδια χρονιά η Disney παρουσίασε το σκοτεινότερο «Education for Death: The Making of the Nazi». Η ιστορία ακολουθούσε ένα παιδί, τον Χανς, από τη γέννησή του μέχρι την ένταξή του στη Χιτλερική Νεολαία και την πλήρη μετατροπή του σε στρατιώτη του ναζιστικού καθεστώτος.
Η Warner Bros. επιστράτευσε επίσης τους δικούς της ήρωες. Στο «The Ducktators» του 1942, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Χιντέκι Τότζο παρουσιάζονταν ως γελοιοποιημένες πάπιες που επιχειρούσαν να καταλάβουν μια φάρμα.
Ο Ντάφι Ντακ, ο Μπαγκς Μπάνι και άλλοι δημοφιλείς χαρακτήρες χρησιμοποιήθηκαν σε ανάλογες παραγωγές. Ορισμένες, μάλιστα, περιείχαν ακραίες ρατσιστικές καρικατούρες εναντίον των Ιαπώνων. Η προπαγάνδα δεν περιορίστηκε στην καταδίκη του ναζισμού και του μιλιταρισμού. Σε αρκετές περιπτώσεις πέρασε στη δαιμονοποίηση ολόκληρων λαών.
Παράλληλα, η σειρά κινουμένων σχεδίων «Private Snafu» δημιουργήθηκε για την εκπαίδευση των Αμερικανών στρατιωτών. Με χιούμορ προειδοποιούσε για την απειθαρχία, την αποκάλυψη στρατιωτικών μυστικών, τις παγίδες και τις ασθένειες. Όπως σημειώνει το National WWII Museum, ο αδέξιος στρατιώτης πλήρωνε κάθε φορά τα λάθη του, ώστε το πραγματικό στρατιωτικό προσωπικό να κατανοήσει τη σημασία των κανονισμών.
Η CIA μπήκε ακόμη και στη «Φάρμα των Ζώων»
Στον Ψυχρό Πόλεμο, το κινούμενο σχέδιο μετατράπηκε σε όπλο ιδεολογικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον καπιταλισμό και στον κομμουνισμό.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η κινηματογραφική μεταφορά της «Φάρμας των Ζώων» του Τζορτζ Όργουελ το 1954. Δεκαετίες αργότερα αποκαλύφθηκε ότι η πρώτη βρετανική ταινία κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους είχε χρηματοδοτηθεί μυστικά από τη CIA.
Η υπηρεσία επεδίωκε να ενισχύσει το αντικομμουνιστικό μήνυμα του έργου. Το τέλος της ταινίας διαφοροποιήθηκε από εκείνο του βιβλίου, ώστε τα ζώα να εξεγείρονται τελικά εναντίον των χοίρων. Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου επιβεβαιώνει ότι η παραγωγή έγινε με συγκεκαλυμμένη χρηματοδότηση και αμερικανική εποπτεία.
Ήταν μια περίπτωση όπου οι μυστικές υπηρεσίες δεν χρησιμοποίησαν απλώς ένα έτοιμο πολιτιστικό έργο. Παρενέβησαν στη μεταφορά του, διαμορφώνοντας την αφήγησή του σύμφωνα με τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου.
Τα σοβιετικά κινούμενα σχέδια στον πόλεμο και στον Ψυχρό Πόλεμο
Η Σοβιετική Ένωση αξιοποίησε εξίσου συστηματικά την τέχνη της εμψύχωσης.
Λίγο μετά τη γερμανική εισβολή του 1941, το στούντιο Soyuzmultfilm δημιούργησε το «Οι φασιστικές μπότες δεν θα ποδοπατήσουν την πατρίδα μας». Οι ναζί παρουσιάζονταν ως κτηνώδεις εισβολείς, ενώ ο Κόκκινος Στρατός, με άρματα μάχης, ιππικό και αεροπορία, εμφανιζόταν πανίσχυρος και βέβαιος για την τελική νίκη.
Το 1942 ακολούθησε το «Kino-Circus», ένα σύντομο σατιρικό κινούμενο σχέδιο που γελοιοποιούσε τον Χίτλερ και τους συμμάχους του. Ο Γερμανός δικτάτορας παρουσιαζόταν ως αποτυχημένος θηριοδαμαστής, επίδοξος διάδοχος του Ναπολέοντα και επικίνδυνος ζογκλέρ που έπαιζε με βαρέλια πυρίτιδας.
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το βλέμμα στράφηκε προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον καπιταλισμό. Στο σοβιετικό «Ο Εκατομμυριούχος» του 1963, ένας σκύλος κληρονομεί μια τεράστια περιουσία, μετατρέπεται σε καπιταλιστή και αποκτά πολιτική δύναμη. Το χρήμα παρουσιάζεται ως μηχανισμός διαφθοράς που επιτρέπει ακόμη και στους πιο ανίκανους να κυβερνούν.
Στο «Shooting Range» του 1979, ένας άνεργος νέος στη Νέα Υόρκη αναγκάζεται να εργαστεί ως ζωντανός στόχος σε σκοπευτήριο. Η ιστορία παρουσίαζε την αμερικανική κοινωνία ως έναν αδίστακτο κόσμο εκμετάλλευσης, ανεργίας, βίας και απόλυτης κυριαρχίας του χρήματος.
Δύση και Σοβιετική Ένωση είχαν κατανοήσει την ίδια βασική αλήθεια: ένα παιδί μπορεί να ξεχάσει ένα πολιτικό σύνθημα, αλλά δύσκολα ξεχνά έναν αγαπημένο ήρωα, μια χαρακτηριστική εικόνα ή μια ιστορία που επαναλαμβάνεται καθημερινά στην οθόνη του.
Το νέο μέτωπο βρίσκεται μέσα στο παιδικό δωμάτιο
Δεν είναι όλα τα παραπάνω έργα πολιτικά ή ηθικά ισοδύναμα. Η αντιναζιστική κινητοποίηση των Συμμάχων δεν εξισώνεται με τη σταλινική προπαγάνδα, ούτε κάθε πολιτικό μήνυμα αποτελεί αυτομάτως ψεύδος. Η προπαγάνδα μπορεί να στηρίζεται σε πραγματικά εγκλήματα, αλλά να τα παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να καθοδηγεί το συναίσθημα, να κατασκευάζει τον απόλυτο εχθρό και να συσπειρώνει το κοινό γύρω από μια πλευρά.
Η ιστορική εμπειρία, πάντως, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας: τα κινούμενα σχέδια χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα ως πολιτικά και πολεμικά όπλα από όλες τις μεγάλες δυνάμεις.
Η υπόθεση της «Μάσα και του Μίσκα» διαφέρει επειδή δεν πρόκειται για μια παραγωγή που αυτοχαρακτηρίζεται πολεμική ή πολιτική. Πρόκειται για ένα διεθνές εμπορικό προϊόν που κατηγορείται ότι περνά επιλεκτικά σύμβολα και αφηγήματα κάτω από το κάλυμμα της παιδικής αθωότητας.
Για την Ουκρανία, μια χώρα που πολεμά από το 2022 για την ίδια της την ύπαρξη, η ρωσική πολιτιστική επιρροή δεν θεωρείται πλέον ξεχωριστή από τη στρατιωτική επίθεση. Ταινίες, βιβλία, τραγούδια, αθλητισμός και παιδικά προγράμματα αντιμετωπίζονται ως τμήματα του ίδιου μηχανισμού επιρροής.
Κάπως έτσι, ένα μικρό κορίτσι με ροζ μαντίλι και ένας καλοκάγαθος αρκούδος βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης που δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα.
Διεξάγεται στη μνήμη, στη γλώσσα, στα σύμβολα – ακόμη και μέσα στο παιδικό δωμάτιο.