Την εκτίμηση ότι ο μεγάλος γεωπολιτικός κερδισμένος από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή δεν είναι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε οι άμεσοι εμπλεκόμενοι, αλλά η Κίνα, διατύπωσε ο Σταύρος Καλεντερίδης σε εκτενή ανάλυσή του, επιχειρώντας να χαρτογραφήσει τη “μεγάλη εικόνα” πίσω από τη σύγκρουση. Όπως υποστήριξε, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να εμπλέκονται στρατιωτικά και διπλωματικά απέναντι στο Ιράν, όμως το συνολικό ισοζύγιο της κρίσης ευνοεί το Πεκίνο σε πολλά επίπεδα: ενεργειακά, οικονομικά, τεχνολογικά και στρατηγικά.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το πρώτο και πιο κρίσιμο πεδίο στο οποίο η Κίνα βγαίνει ενισχυμένη είναι το ενεργειακό. Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η αναταραχή στη Μέση Ανατολή και η εργαλειοποίηση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από το Ιράν ωθούν ολοένα και περισσότερες χώρες να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις, κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Και εκεί, όπως σημείωσε, η Κίνα έχει χτίσει μια σχεδόν δεσπόζουσα θέση, ελέγχοντας τεράστιο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής φωτοβολταϊκών, μπαταριών, ανεμογεννητριών και ηλεκτρικών οχημάτων.
Η βασική του θέση ήταν ότι όσο πιο ακριβό, ασταθές και επισφαλές γίνεται το ενεργειακό περιβάλλον που βασίζεται στους υδρογονάνθρακες, τόσο περισσότερο ο πλανήτης σπρώχνεται σε τεχνολογίες και αλυσίδες παραγωγής που περνούν μέσα από το Πεκίνο. Με άλλα λόγια, κατά την προσέγγισή του, ο δρόμος της «πράσινης μετάβασης», ειδικά όταν επιταχύνεται βίαια υπό συνθήκες πολέμου, δεν οδηγεί σε πραγματική ανεξαρτησία, αλλά σε νέα μορφή εξάρτησης, αυτή τη φορά από την Κίνα.
Ο Καλεντερίδης στάθηκε ιδιαίτερα και στο ζήτημα των σπάνιων γαιών και των κρίσιμων μετάλλων, τονίζοντας ότι η κινεζική υπεροχή δεν περιορίζεται στα τελικά προϊόντα, αλλά επεκτείνεται και στην επεξεργασία των βασικών υλικών που απαιτούνται για τη βιομηχανία της «καθαρής» ενέργειας. Εκεί εντόπισε και τη μεγάλη παγίδα για τη Δύση: ότι επιχειρώντας να μειώσει την εξάρτησή της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, κινδυνεύει να πέσει σε ακόμη πιο βαθιά εξάρτηση από την κινεζική βιομηχανική μηχανή.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις πιέσεις που, όπως είπε, αρχίζουν να εκδηλώνονται ακόμη και στο νομισματικό πεδίο. Επικαλέστηκε πληροφορίες και σενάρια σύμφωνα με τα οποία χώρες του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εξετάζουν εναλλακτικές αν δεν εξασφαλίσουν τη ρευστότητα και τη στήριξη που θέλουν από την Ουάσιγκτον, ακόμη και με κατεύθυνση το κινεζικό γουάν. Κατά τον ίδιο, αυτό δείχνει ότι η κρίση μπορεί να πλήξει έμμεσα και τον πυρήνα της αμερικανικής ισχύος, δηλαδή το σύστημα του πετροδολαρίου.
Πέρα όμως από την οικονομία και την ενέργεια, ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Κίνα κερδίζει και σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, χωρίς να ρίξει ούτε μία σφαίρα. Όπως σημείωσε, το Πεκίνο παρακολουθεί από κοντά τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούν δυνάμεις, μεταφέρουν κρίσιμα οπλικά συστήματα, χρησιμοποιούν αεροπλανοφόρα, αντιπυραυλικές ασπίδες και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για στοχοποίηση και επιχειρησιακή διαχείριση. Στην ουσία, είπε, η Κίνα παρακολουθεί ένα «ζωντανό εργαστήριο πολέμου», από το οποίο αποκομίζει πολύτιμα συμπεράσματα για ένα πιθανό μελλοντικό μέτωπο στον Ινδο-Ειρηνικό και ειδικά γύρω από την Ταϊβάν.
Σε αυτό το σημείο επέμεινε ιδιαίτερα και στο ζήτημα των φθηνών drones, τα οποία, όπως τόνισε, μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογη φθορά ακόμη και σε πολύ ακριβές αμερικανικές αμυντικές υποδομές. Κατά την ανάγνωσή του, η Κίνα δεν παρακολουθεί απλώς τις αμερικανικές δυνατότητες, αλλά και τις αδυναμίες τους: πόσο κοστίζει η άμυνα απέναντι σε μαζικές, φθηνές επιθέσεις, πόσο γρήγορα αδειάζουν αποθέματα και πόσο δύσκολο είναι να συντηρηθεί μακροχρόνια ένας τέτοιος πόλεμος.
Ένα ακόμη σημείο της παρέμβασής του ήταν οι επενδύσεις των αμερικανικών και δυτικών τεχνολογικών κολοσσών στον Κόλπο, ιδίως σε data centers και υποδομές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι αυτές οι πανάκριβες εγκαταστάσεις μπαίνουν πλέον σε ζώνη γεωπολιτικού ρίσκου, κάτι που, εφόσον η αστάθεια παραταθεί, μπορεί να φθείρει τις δυτικές θέσεις και να ενισχύσει έμμεσα το κινεζικό τεχνολογικό αποτύπωμα.
Δεν έλειψε και η ευθεία κριτική του προς την Ευρώπη. Κατά την ανάλυσή του, οι Βρυξέλλες δεν έχουν καταλάβει ότι η βίαιη απομάκρυνση από τους υδρογονάνθρακες, χωρίς επαρκές στρατηγικό υπόβαθρο, οδηγεί την ήπειρο σε νέα εξάρτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε και στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η εγκατάλειψη του λιγνίτη και η αποδυνάμωση της εγχώριας ενεργειακής βάσης στερούν από τη χώρα ένα σημαντικό βαθμό ανθεκτικότητας σε μια περίοδο μεγάλων διεθνών αναταράξεων.
Το κεντρικό συμπέρασμα της παρέμβασης ήταν καθαρό: η Αμερική μπορεί να θεωρεί ότι πιέζει το Ιράν, όμως ο πόλεμος αυτός αναδιανέμει ισχύ προς όφελος της Κίνας. Κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, το Πεκίνο δεν χρειάζεται να αναμειχθεί άμεσα. Του αρκεί να βλέπει τη Δύση να ξοδεύει στρατιωτικό κεφάλαιο, να φθείρει αποθέματα, να εκτίθεται ενεργειακά και να σπρώχνει τελικά όλο και περισσότερες οικονομίες προς κινεζικές λύσεις. Σε αυτή τη λογική, ο πραγματικός νικητής της σύγκρουσης μπορεί να μην είναι αυτός που πολεμά, αλλά αυτός που περιμένει, παρακολουθεί και εισπράττει τα γεωπολιτικά κέρδη.