breaking newsΕλλάδα

Μπόση: Άφωνη, άβουλη και αόρατη η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία

Μια συνολική και ιδιαιτέρως ανησυχητική εικόνα για την κατεύθυνση προς την οποία κινείται ο δυτικός κόσμος περιέγραψε η καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας Μαίρη Μπόση, κατά την παρέμβασή της στο Ράδιο 98.4 και στην εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη.

Από τους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή μέχρι την τουρκική επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο, την επανεμφάνιση της τρομοκρατίας στην πολιτική ατζέντα και τη σταδιακή περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων, η καθηγήτρια υποστήριξε ότι διαμορφώνεται μία νέα, εξαιρετικά συντηρητική τάξη πραγμάτων. Μία κατάσταση στην οποία, όπως προειδοποίησε, «οι ελάχιστοι θα καθορίζουν το πώς θα βιώνουν οι πολλοί».

Πιέσεις στον Τραμπ και κίνδυνος νέας πυρηνικής κούρσας

Αναφερόμενη στην πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, η Μαίρη Μπόση σημείωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δέχεται πλέον σοβαρές πιέσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με την ίδια, στην αμερικανική δημόσια συζήτηση δεν εξετάζεται μόνο η εξέλιξη του πολέμου, αλλά και ο πρωτοφανής προσωπικός πλουτισμός του Αμερικανού προέδρου και της οικογένειάς του μέσω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε άλλα κράτη.

Όπως εξήγησε, τίθενται ερωτήματα για το παράδειγμα που δίνει ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ στους συμμάχους του σχετικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, αλλά και για τη στάση του απέναντι στη διαφθορά.

Παράλληλα, υπενθύμισε τις προηγούμενες αμερικανικές αποτυχίες στο Βιετνάμ και στο Αφγανιστάν, υποστηρίζοντας ότι ανάλογα ερωτήματα τίθενται πλέον και για την επέμβαση στο Ιράν. Αναφέρθηκε επίσης στη δυσαρέσκεια αραβικών κρατών που δέχονται ιρανικές επιθέσεις, καθώς και στην αποτυχία της Ουάσιγκτον να εξασθενήσει την Κίνα και τη Ρωσία.

Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε για τη συζήτηση γύρω από την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος στη Σαουδική Αραβία. Μία τέτοια συμφωνία, τόνισε, μπορεί να προσφέρει τεράστια συμβόλαια σε αμερικανικές επιχειρήσεις, δεν απαντά όμως στο κρίσιμο ερώτημα εάν θα πυροδοτήσει μια νέα πυρηνική κούρσα.

Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε τις κινήσεις της Γερμανίας, την ταχύτατη ανάπτυξη της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και τη συνεργασία του Βερολίνου με το Παρίσι. Κατά την εκτίμησή της, οι συγκεκριμένες εξελίξεις δεν φαίνεται να προκαλούν την ανησυχία που θα έπρεπε στους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

«Η Ελλάδα είναι άφωνη, άβουλη και αόρατη»

Ιδιαίτερα αιχμηρή υπήρξε η Μαίρη Μπόση για την ελληνική στάση απέναντι στην Τουρκία. Επισήμανε ότι η Άγκυρα κινείται με μεγάλη ταχύτητα, δημιουργώντας στρατιωτικές βάσεις και διευρύνοντας την παρουσία της από τα Κατεχόμενα και τη Συρία μέχρι το Ιράκ, το Κατάρ, τη Σομαλία, τη Λιβύη και την Αλβανία.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την καθηγήτρια, η Τουρκία επιμένει στη λύση των δύο κρατών στην Κύπρο και επιχειρεί να εκφοβίσει την Κυπριακή Δημοκρατία επειδή προχωρά σε αμυντικές συμφωνίες με χώρες όπως η Γαλλία.

«Έχουμε φτάσει στο σημείο η Τουρκία να απαιτεί να της ζητούμε άδεια για οποιαδήποτε πράξη στο Αιγαίο και η Ελλάδα να είναι άφωνη, άβουλη και αόρατη», υπογράμμισε.

Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο σύστημα παρακολούθησης πλοίων που εγκαταστάθηκε στα Κατεχόμενα, με την τουρκική πλευρά να κάνει λόγο για «θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας» του ψευδοκράτους και για προστασία της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η προειδοποίησή της ήταν σκληρή:

«Πριν αλέκτορα λαλήσει, με την ακινησία της Ελλάδας, η “Γαλάζια Πατρίδα” των Τούρκων θα έχει ολοκληρωθεί».

Κατά την ίδια, η μακροχρόνια και συστηματική προπαγάνδα της Άγκυρας έχει πείσει πλέον μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινωνίας ότι οι θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου ανήκουν στην Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και τις παράνομες εισόδους τουρκικών αλιευτικών στα ελληνικά χωρικά ύδατα, επισημαίνοντας την απουσία ουσιαστικής αντίδρασης από την Αθήνα.

Η τρομοκρατία ως «χρηστικό εργαλείο»

Το μεγαλύτερο μέρος της παρέμβασής της αφιερώθηκε στη διεθνή και εγχώρια τρομοκρατία, με αφορμή τη συνάντηση 70 κρατών στην Ουάσιγκτον για την αντιμετώπιση της λεγόμενης «ακροαριστερής τρομοκρατίας», τις νέες συλλήψεις για την υπόθεση της Marfin και τη θανατηφόρα έκρηξη στη Θεσσαλονίκη.

Η Μαίρη Μπόση εξήγησε ότι μια πράξη αξιολογείται με βάση το ιστορικό της πλαίσιο, τον στόχο, τον δράστη, τη μέθοδο, το αποτέλεσμα, την ανάληψη ευθύνης και την απήχησή της σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Για την υπόθεση της Marfin ζήτησε να υπάρξει μεγάλη προσοχή και αναμονή μέχρι να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις. Έθεσε ερωτήματα για το κατά πόσο φωτογραφίες, αντικείμενα και ταυτοποιήσεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης αρκούν για να αποδειχθεί η συμμετοχή ενός προσώπου σε μια δολοφονική ενέργεια.

«Αυτά θα πρέπει να αποδειχθούν», τόνισε, θυμίζοντας ότι στο παρελθόν άνθρωποι ταλαιπωρήθηκαν επί χρόνια πριν τελικά αθωωθούν.

Για τη θανατηφόρα ενέργεια στη Θεσσαλονίκη, διευκρίνισε ότι η μετάβαση από τη λεγόμενη «ήπια βία» στην τρομοκρατία συντελείται όταν υπάρχει ανθρώπινη απώλεια. Μία ενέργεια μπορεί να ξεκινά ως συμβολική επίθεση, αλλά όταν καταλήγει σε θάνατο παύει να έχει αυτόν τον χαρακτήρα και μετατρέπεται σε δολοφονική τρομοκρατική πράξη.

Η ίδια προειδοποίησε ότι τέτοιες ενέργειες οδηγούν σχεδόν πάντοτε σε αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου, η οποία γίνεται αποδεκτή από την κοινωνία στο όνομα της ασφάλειας.

«Η τρομοκρατία είναι εξαιρετική πηγή μείωσης των ελευθεριών των πολιτών, με τη δική τους ανοχή. Γι’ αυτό λέω ότι η τρομοκρατία είναι χρηστικό εργαλείο για ένα κράτος», επισήμανε.

«Οι ΗΠΑ διολισθαίνουν προς μια δικτατορία»

Η καθηγήτρια στάθηκε και στην άνοδο οργανωμένων ακροδεξιών και νεοναζιστικών ομάδων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατονόμασε οργανώσεις όπως το Active Club, το Patriot Front και την Atomwaffen Division, επισημαίνοντας ότι την ώρα που η κυβέρνηση Τραμπ στρέφει το βάρος της εναντίον της «ακροαριστερής τρομοκρατίας», υποβαθμίζει την κινητικότητα του ακραίου δεξιού χώρου.

Κατά τη Μαίρη Μπόση, η πιθανότητα συνεργασίας ή ανοχής ακραίων οργανώσεων από την πολιτική εξουσία αποτελεί ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη.

«Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διολισθαίνουν προς μια δικτατορία», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, προέβλεψε ότι η αυστηροποίηση των δυτικών κρατών θα επιταχυνθεί και ότι νέα μέτρα ελέγχου θα παρουσιαστούν ως αναγκαία για την αντιμετώπιση της βίας και της τρομοκρατίας.

«Οδεύουμε σε μία εξαιρετικά συντηρητική τάξη πραγμάτων, στην οποία οι ελάχιστοι θα καθορίζουν το πώς θα βιώνουν οι πολλοί», ανέφερε.

Παραστρατιωτικές δομές και οικονομία πολέμου

Η Μαίρη Μπόση υποστήριξε ότι η χρησιμοποίηση εκπαιδευμένων ομάδων παραστρατιωτικού χαρακτήρα έχει ήδη αρχίσει σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Βρετανία και η Γερμανία, ενώ σχετική συζήτηση γίνεται και στη Γαλλία.

Δεν απέκλεισε στο μέλλον να εμφανιστούν αντίστοιχες μορφές «εθελοντικής κινητοποίησης» και στην Ελλάδα. Κατά την εκτίμησή της, η συντηρητικοποίηση «καλπάζει πλέον στον δυτικό κόσμο», την ώρα που οι χώρες μετατρέπουν τις οικονομίες τους σε οικονομίες πολέμου.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση υποστήριξε ότι η έννοια της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής έχει ουσιαστικά αποδυναμωθεί, καθώς κυριαρχούν συγκεκριμένα ισχυρά κράτη που συγκροτούν το αποκαλούμενο «κόμμα του πολέμου». Στις εξελίξεις αυτές ενέταξε τη στρατιωτική κινητικότητα της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας, καθώς και τις αμερικανικές πιέσεις μέσω του ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Η Συρία, ο αλ-Τζολάνι και η αναβάθμιση της Τουρκίας

Η καθηγήτρια άσκησε δριμεία κριτική και στη δυτική αντιμετώπιση του Σύρου ηγέτη αλ-Τζολάνι, τον οποίο χαρακτήρισε «ανεκδιήγητο», καταγγέλλοντας ότι συνεχίζει να σκοτώνει ανθρώπους στο εσωτερικό της Συρίας χωρίς να υπάρχει ανάλογη προβολή από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης.

Συνέδεσε την αποδοχή του από τη Δύση με τη γεωπολιτική χρησιμότητά του και με τη δημιουργία μιας νέας οδού μεταφοράς πετρελαίου από το Ιράκ, μέσω Συρίας και Τουρκίας. Αυτή η διαδρομή, κατά την ανάλυσή της, αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας των προβλημάτων στα Στενά του Ορμούζ και της σύγκρουσης με το Ιράν.

Κοινός παρονομαστής είναι και πάλι η Τουρκία, η οποία, όπως τόνισε, «αναβαθμίζεται διαρκώς».

Κοινωνίες κλεισμένες στον φόβο και στην επιβίωση

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή της, η Μαίρη Μπόση μίλησε για το «κλείσιμο» των δυτικών κοινωνιών. Η οικονομική ανασφάλεια, η καθημερινή μάχη για την επιβίωση και η έτοιμη πληροφόρηση που προσφέρουν τα μέσα ενημέρωσης οδηγούν, σύμφωνα με την ίδια, τους πολίτες στην αδράνεια.

Οι άνθρωποι, όπως ανέφερε, σταματούν να μιλούν, να συμμετέχουν και να αμφισβητούν, αφήνοντας άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή και το μέλλον τους.

Ως τρεις κορυφαίες αγωνίες της ανέδειξε τους νέους ανθρώπους και την πορεία τους προς την παραγωγική ηλικία, την ανάγκη η οικονομία να έχει πραγματικό αντίκρισμα στον καθημερινό πολίτη και, τέλος, τα εθνικά θέματα.

Για την καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας, η σχέση του πολίτη με την πατρίδα και τα χερσαία, θαλάσσια και εναέρια σύνορά της παραμένει ένα ζήτημα θεμελιώδες – ιδιαίτερα σε μία εποχή κατά την οποία η ισχύς, ο φόβος και ο πόλεμος επανέρχονται στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής.

Back to top button