breaking newsΔιεθνή

Η πολιτική της Τουρκίας στο Μπαγκλαντές και η σκιά της Jamaat-e-Islami

Η σχέση της Τουρκίας με το Μπαγκλαντές κουβαλά ένα βαρύ ιστορικό φορτίο, το οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη υπεράσπισης της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της μουσουλμανικής αλληλεγγύης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Daily Sun, η τουρκική πολιτική απέναντι στο Μπαγκλαντές υπήρξε διαχρονικά πιο σύνθετη και αντιφατική από την εικόνα που προβάλλει η Άγκυρα. Από τη στάση της στον Πόλεμο Ανεξαρτησίας του 1971 έως τις μεταγενέστερες παρεμβάσεις υπέρ στελεχών της Jamaat-e-Islami, η Τουρκία βρέθηκε πολλές φορές απέναντι σε βασικές ευαισθησίες της μπαγκλαντεσιανής κοινωνίας.

Το 1971, όταν οι Βεγγαλέζοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους από το Πακιστάν, η Τουρκία δεν στάθηκε στο πλευρό τους. Αντίθετα, υιοθέτησε τη θέση του Ισλαμαμπάντ ότι η σύγκρουση αποτελούσε εσωτερική υπόθεση του Πακιστάν και έδωσε έμφαση στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Η Άγκυρα δεν αναγνώρισε το Μπαγκλαντές ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε αμέσως μετά τη νίκη του Δεκεμβρίου 1971. Η αναγνώριση ήρθε μόλις στις 22 Φεβρουαρίου 1974, αφού πρώτα το ίδιο το Πακιστάν αποδέχθηκε την ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές και λίγο πριν την ένταξη της χώρας στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας.

Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν τυχαία. Αντανακλούσε τις στρατηγικές προτεραιότητες της Τουρκίας, που διατηρούσε στενούς δεσμούς με το Πακιστάν στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και των σχέσεων στον μουσουλμανικό κόσμο. Για την Άγκυρα, η διατήρηση της σχέσης με το Ισλαμαμπάντ φάνηκε να υπερισχύει της στήριξης στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Βεγγαλέζων.

Ανάλογη ήταν και η στάση της Τουρκίας στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας. Δεν εμφανίστηκε ως υπέρμαχος της ανεξαρτησίας του Μπαγκλαντές, αλλά ευθυγραμμίστηκε με τη νέα πραγματικότητα όταν το Πακιστάν άλλαξε στάση. Για πολλούς πολίτες του Μπαγκλαντές, αυτή η ιστορική ακολουθία έχει σημασία, καθώς οι χώρες που στήριξαν ενεργά τον αγώνα του 1971 έχουν διαφορετική θέση στη συλλογική μνήμη από εκείνες που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία εκ των υστέρων.

Κεντρικό σημείο της ανάλυσης αποτελεί και η Jamaat-e-Islami. Κατά τον πόλεμο του 1971, η οργάνωση αντιτάχθηκε στην ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές και συντάχθηκε με το Πακιστάν. Στελέχη και μέλη της κατηγορήθηκαν αργότερα για συνεργασία με τον πακιστανικό στρατό και ορισμένα καταδικάστηκαν από τα δικαστήρια του Μπαγκλαντές για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου.

Το άρθρο διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει πειστική ιστορική απόδειξη πως η Τουρκία στήριξε ειδικά τη Jamaat-e-Islami το 1971. Ωστόσο, επειδή η Άγκυρα στήριζε τη θέση του Πακιστάν, αντικειμενικά βρέθηκε στην ίδια πλευρά της σύγκρουσης με τη Jamaat.

Η σχέση αυτή απέκτησε νέο βάθος την περίοδο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από τη δεκαετία του 2010, η Τουρκία επέκρινε επανειλημμένα το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων του Μπαγκλαντές και αντέδρασε στις εκτελέσεις στελεχών της Jamaat που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου. Η τουρκική πλευρά χαρακτήριζε τις δίκες πολιτικά υποκινούμενες και ζητούσε επιείκεια, ενώ η Ντάκα υποστήριζε ότι επρόκειτο για καθυστερημένη δικαιοσύνη απέναντι στις θηριωδίες του 1971.

Η ανάλυση συνδέει τη στάση αυτή με τη γενικότερη ιδεολογική συγγένεια της κυβέρνησης Ερντογάν με κινήματα πολιτικού Ισλάμ. Η Jamaat-e-Islami και η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι διαφορετικές οργανώσεις, με διαφορετική ιστορική αφετηρία. Η πρώτη αντλεί ιδέες από τον Αμπούλ Αλά Μαουντούντι, ενώ η δεύτερη ιδρύθηκε στην Αίγυπτο από τον Χασάν αλ-Μπάνα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κοινά στοιχεία: σύνδεση Ισλάμ και πολιτικής, έμφαση σε διακυβέρνηση με ισλαμικές αρχές, κοινωνική οργάνωση βάσης και διακρατικές σχέσεις μεταξύ ισλαμιστικών πολιτικών φορέων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Άγκυρας απέναντι στη Jamaat δημιούργησε την εντύπωση, σε μέρος της κοινής γνώμης του Μπαγκλαντές, ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει με πολιτική συμπάθεια το συγκεκριμένο κίνημα.

Η συζήτηση επεκτείνεται και στο πολιτικό τοπίο του 2026. Ορισμένοι παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η τουρκική διπλωματική δραστηριότητα και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Άγκυρας έγιναν αντιληπτές ως ευνοϊκές προς ισλαμιστικές πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα τη Jamaat. Ωστόσο, η ανάλυση τονίζει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμα στοιχεία που να αποδεικνύουν άμεση τουρκική κυβερνητική χρηματοδότηση ή επιχειρησιακή στήριξη προς τη Jamaat στις εκλογές του 2026.

Το βέβαιο, σύμφωνα με το άρθρο, είναι ότι η μακρόχρονη κριτική της Τουρκίας στις ενέργειες κατά στελεχών της Jamaat έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι η Άγκυρα διατηρεί πολιτική εγγύτητα προς το κίνημα.

Παρά τις ιστορικές εντάσεις, Τουρκία και Μπαγκλαντές έχουν διευρύνει τη συνεργασία τους σε εμπόριο, επενδύσεις, άμυνα, εκπαίδευση και ανθρωπιστικά ζητήματα. Όμως η μνήμη του 1971 παραμένει ισχυρή. Για το Μπαγκλαντές, η ανεξαρτησία δεν είναι απλώς ένα γεγονός εξωτερικής πολιτικής. Είναι ο πυρήνας της εθνικής του ταυτότητας.

Το ερώτημα, συνεπώς, είναι αν οι δύο χώρες μπορούν να οικοδομήσουν βαθύτερη συνεργασία χωρίς να αγνοούν την ιστορία. Διότι πραγματική φιλία μεταξύ κρατών δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει αναγνώριση των γεγονότων, ειλικρίνεια και σεβασμό στη μνήμη ενός λαού.

Back to top button