Σε μια παρέμβαση με αιχμές για την Τουρκία, την αμερικανική διπλωματία αλλά κυρίως για την αδυναμία της Ευρώπης να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα ασφαλείας, ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγκολφόπουλος μίλησε στη «Ναυτεμπορική», υπογραμμίζοντας ότι οι εξελίξεις πλέον απαιτούν γρήγορες αποφάσεις και ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη νέα απειλή των μη επανδρωμένων συστημάτων, συνδέοντας μάλιστα την αντιμετώπισή τους με τα συστήματα που αποκτά η Ελλάδα στο πλαίσιο της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
Η Αλεξανδρούπολη στο επίκεντρο
Αναφερόμενος στη δραστηριότητα που καταγράφηκε στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης, ο Γιάννης Εγκολφόπουλος στάθηκε στη στρατηγική σημασία της περιοχής.
Όπως εξήγησε, στην Αλεξανδρούπολη βρίσκεται κρίσιμη ενεργειακή υποδομή μέσω της οποίας υγροποιημένο φυσικό αέριο διοχετεύεται προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και άλλες χώρες της περιοχής, ενώ παράλληλα στο λιμάνι υπάρχουν αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Κατά την εκτίμησή του, λοιπόν, η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν ήταν τυχαία, αλλά είχε χαρακτήρα παρακολούθησης.
Ο αντιναύαρχος ε.α. χαρακτήρισε μάλιστα ορισμένες από τις κινήσεις της Άγκυρας «σπασμωδικές», εκτιμώντας ότι μπορούν τελικά να λειτουργήσουν ως μπούμερανγκ για την ίδια την Τουρκία.
«Η Ελλάδα δεν φοβάται»
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος εμφανίστηκε κατηγορηματικός ως προς τη θέση της Ελλάδας.
«Η Ελλάδα δεν φοβάται», τόνισε, παραπέμποντας στην ελληνοτουρκική κρίση του 2020 και στις εξελίξεις που ακολούθησαν στις σχέσεις της Άγκυρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν απολαμβάνει πλέον την υποστήριξη που είχε σε παλαιότερες περιόδους στο αμερικανικό σύστημα, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κυβέρνηση Τραμπ.
Οι αιχμές για την αμερικανική διπλωματία
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της παρέμβασης ήταν η κριτική του Γιάννη Εγκολφόπουλου στην επιλογή προσώπων χωρίς επαρκή διπλωματική εμπειρία για τη διαχείριση εξαιρετικά σύνθετων διεθνών κρίσεων.
Κατά τον ίδιο, η κυβέρνηση Τραμπ έχει τοποθετήσει σε κρίσιμες θέσεις ανθρώπους που προέρχονται εκτός της μόνιμης αμερικανικής διοίκησης και οι οποίοι δεν γνωρίζουν πάντοτε την ιστορική διαδρομή και τις λεπτές ισορροπίες των προβλημάτων που καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Συνέδεσε αυτή την έλλειψη εμπειρίας με το γεγονός ότι μεγάλα μέτωπα, όπως η Ουκρανία και η Γάζα, εξακολουθούν να παραμένουν ανοικτά.
Αντίθετα, έκανε θετική αναφορά στον Μάρκο Ρούμπιο, τον οποίο παρουσίασε ως παράδειγμα περισσότερο έμπειρου στελέχους που γνωρίζει καλύτερα τον τρόπο λειτουργίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το καμπανάκι από τη Γερμανία – «Αυτό είναι υβριδικός πόλεμος»
Ιδιαίτερα σοβαρή ήταν η αναφορά του αντιναυάρχου ε.α. στην ένταση μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας και στην απειλή των drones.
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι περιστατικό κατά το οποίο drone φθάνει μέχρι το αεροδρόμιο της Λειψίας και εκρήγνυται κοντά σε μεταγωγικό αεροσκάφος δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι ασήμαντο.
Το ενέταξε ευθέως στο πλαίσιο του «υβριδικού πολέμου», επισημαίνοντας ότι καμία χώρα δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί παθητικά ανάλογες ενέργειες.
Παράλληλα εξήγησε ότι η αντιμετώπιση της απειλής των σύγχρονων drones απαιτεί εξειδικευμένα συστήματα εντοπισμού και αναχαίτισης.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και το νέο πεδίο μάχης
Στο σημείο αυτό ο Γιάννης Εγκολφόπουλος συνέδεσε άμεσα τις ευρωπαϊκές εξελίξεις με την ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Όπως επισήμανε, απαιτούνται πλέον ειδικά συστήματα για τον έγκαιρο εντοπισμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών, «σαν και αυτά που πήραμε για την Ασπίδα του Αχιλλέα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι αντίστοιχα ισραηλινά συστήματα έχει ήδη προμηθευτεί και η Γερμανία, αν και, σύμφωνα με όσα είπε, δεν έχουν ακόμη εγκατασταθεί πλήρως.
Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας: οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται πλέον να δημιουργήσουν πολυεπίπεδη άμυνα όχι μόνο απέναντι σε συμβατικά αεροσκάφη και πυραύλους, αλλά και απέναντι στη μαζική χρήση drones.
«Η Ευρώπη πρέπει να αντιδράσει»
Ο αντιναύαρχος ε.α. εκτίμησε ότι θα υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση στις σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας και ζήτησε ουσιαστικότερη ευρωπαϊκή αντίδραση.
«Η Ευρώπη πρέπει να αντιδράσει», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να παραμένει αδρανής απέναντι στις νέες προκλήσεις.
Κατά την εκτίμησή του, το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιλέξει ανάμεσα στην πραγματικότητα που αντιμετωπίζει και στις διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις που επικρατούν μεταξύ των κρατών-μελών.
Έθεσε παράλληλα το ζήτημα του βέτο και της δυσκολίας λήψης γρήγορων αποφάσεων σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο οι εξελίξεις τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.
Σκληρή κριτική στην ηγεσία της ΕΕ
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος δεν έκρυψε την έντονη απογοήτευσή του για την ευρωπαϊκή ηγεσία, ασκώντας ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην Κάγια Κάλας.
Κατά την άποψή του, υπάρχουν σοβαρά κενά στην ικανότητα της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας να ανταποκριθεί στο μέγεθος των γεωπολιτικών προκλήσεων.
Προειδοποίησε μάλιστα ότι, εάν δεν ληφθούν γρήγορα αποφάσεις, «η Ευρώπη θα μείνει πίσω» και τελικά οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα πληρώσουν το κόστος.
Το μεταναστευτικό και το προηγούμενο του Έβρου
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο αντιναύαρχος ε.α. συνέδεσε τις αδυναμίες της Ευρώπης και με τη διαχείριση του μεταναστευτικού.
Αναφέρθηκε στην κατάσταση στην Ισπανία και στη Θέουτα, υποστηρίζοντας ότι όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώνονται στα σύνορα μιας χώρας, οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι αιφνιδιάστηκαν.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την Ελλάδα και τα γεγονότα του Έβρου το 2020, όταν η χώρα αντιμετώπισε μαζική πίεση στα σύνορά της από την πλευρά της Τουρκίας.
Κατά τον Γιάννη Εγκολφόπουλο, η Ευρώπη όφειλε ήδη από τότε να έχει αντλήσει τα απαραίτητα διδάγματα και να έχει δημιουργήσει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς πρόληψης.
Το βασικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η εποχή κατά την οποία η Ευρώπη μπορούσε να αντιδρά εκ των υστέρων έχει τελειώσει. Από τα drones και τον υβριδικό πόλεμο μέχρι το μεταναστευτικό και τις περιφερειακές κρίσεις, απαιτούνται έγκαιρη προετοιμασία, αποτροπή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική επένδυση σε σύγχρονα συστήματα αεράμυνας και αντι-drone προστασίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.