Νέα στοιχεία για τον μηχανισμό στρατολόγησης και μεταφοράς Σύρων ενόπλων στο Αζερμπαϊτζάν, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020, παρουσιάζει ο Αμπντουλάχ Μποζκούρτ σε δημοσίευμά του στη Nordic Monitor.
Το ρεπορτάζ βασίζεται στους φακέλους της ποινικής υπόθεσης δύο Σύρων υπηκόων, οι οποίοι συνελήφθησαν από τις αρμενικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του πολέμου των 44 ημερών. Σύμφωνα με τον Μποζκούρτ, τα δικαστικά έγγραφα περιγράφουν με ασυνήθιστη λεπτομέρεια ένα οργανωμένο δίκτυο που ξεκινούσε από τις περιοχές της βόρειας Συρίας, περνούσε από το τουρκικό έδαφος και κατέληγε σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Αζερμπαϊτζάν.
Οι αρμενικές αρχές υποστήριξαν ότι πίσω από την επιχείρηση βρίσκονταν η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών MİT, στελέχη των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και παραστρατιωτικές οργανώσεις που είχαν συγκροτηθεί με την υποστήριξη της Άγκυρας.
Στρατολόγηση με αμοιβή 2.000 δολαρίων
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται οι Σύροι Μουχράμπ Μοχάμεντ αλ-Σκχέρι και Γιούσεφ Αλααμπέτ αλ-Χάτζι, ηλικίας 51 και 38 ετών αντίστοιχα. Οι δύο άνδρες συνελήφθησαν κατά τις συγκρούσεις που άρχισαν στις 27 Σεπτεμβρίου 2020 και ολοκληρώθηκαν με σημαντικά εδαφικά κέρδη για το Αζερμπαϊτζάν.
Κατά το αρμενικό κατηγορητήριο, κεντρικό ρόλο στη στρατολόγηση είχε ο Μοχάμεντ αλ-Τζασίμ, γνωστός ως Αμπού Άμσα, διοικητής της υποστηριζόμενης από την Τουρκία Ταξιαρχίας «Σουλτάν Σουλεϊμάν Σαχ». Οι εισαγγελικές αρχές της Αρμενίας ισχυρίστηκαν ότι ο Αμπού Άμσα είχε στρατολογηθεί από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και είχε λάβει εντολή να συγκεντρώσει μαχητές για την επικείμενη στρατιωτική επιχείρηση του Αζερμπαϊτζάν.
Οι στρατολόγοι απευθύνονταν κυρίως σε άνδρες που αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα στη βόρεια Συρία. Η προσφορά προέβλεπε μηνιαία αμοιβή περίπου 2.000 δολαρίων, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για τις συνθήκες που επικρατούσαν στις κατεστραμμένες από τον πόλεμο συριακές περιοχές.
Περίπου 500 νεοσύλλεκτοι φέρονται να εκπαιδεύτηκαν επί τρεις μήνες στην περιοχή Σεΐχ Χαντίντ, προπύργιο της Ταξιαρχίας «Σουλτάν Σουλεϊμάν Σαχ». Η εκπαίδευση, σύμφωνα με τους αρμενικούς φακέλους, άρχισε τον Ιούνιο του 2020, αρκετούς μήνες πριν από την έναρξη της αζερικής επίθεσης. Το στοιχείο αυτό, όπως σημειώνει η Nordic Monitor, υποδηλώνει προετοιμασία εκ των προτέρων και όχι μια πρόχειρη επιστράτευση μετά την έναρξη των εχθροπραξιών.
Η διαδρομή μέσω Τουρκίας
Στις 17 Οκτωβρίου 2020, ο αλ-Σκχέρι και άλλοι 17 άνδρες μεταφέρθηκαν με φορτηγό σε σημείο συγκέντρωσης περίπου 250 μαχητών. Στελέχη των οργανώσεων Suqour και Hamza φέρονται να συμμετείχαν στην επιχείρηση, υπό την εποπτεία του Αμπού Άμσα.
Οι μαχητές χωρίστηκαν σε πέντε ομάδες και πέρασαν τα σύνορα κοντά στο Κιλίς, χωρίς –κατά το κατηγορητήριο– να τους ζητηθούν διαβατήρια ή άλλα έγγραφα από τους Τούρκους συνοριοφύλακες.
Η αρμενική εισαγγελία εκτίμησε ότι η μαζική και ανεμπόδιστη διέλευση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς κρατικό συντονισμό. Μετά την είσοδό τους στην Τουρκία, οι Σύροι μεταφέρθηκαν μεταξύ πολιτικών αεροδρομίων με αεροσκάφη που έφεραν την τουρκική σημαία.
Στο δεύτερο αεροδρόμιο, σύμφωνα πάντοτε με τον δικαστικό φάκελο, τους περίμεναν περίπου 50 Τούρκοι στρατιωτικοί. Υπό στρατιωτική συνοδεία επιβιβάστηκαν σε αεροσκάφος με αζερικά διακριτικά και αναχώρησαν για το Αζερμπαϊτζάν το πρωί της 18ης Οκτωβρίου.
Ανάλογη διαδρομή φέρεται να ακολούθησε και ο αλ-Χάτζι. Στις 25 Σεπτεμβρίου, δύο ημέρες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, περίπου 500 Σύροι ηλικίας 20 έως 40 ετών συγκεντρώθηκαν στο πέρασμα Μπαμπ αλ-Σαλάμ και πέρασαν στην Τουρκία χωρίς έλεγχο εγγράφων. Από τη διάρκεια της διαδρομής έως το αεροδρόμιο, οι ερευνητές εκτίμησαν ότι πιθανό σημείο αναχώρησης ήταν το διεθνές αεροδρόμιο του Γκαζιαντέπ.
Στολές, όπλα και ατομικές ταυτότητες
Μετά την άφιξή τους στο Αζερμπαϊτζάν, οι μαχητές φωτογραφήθηκαν, έλαβαν ατομικούς αριθμούς αναγνώρισης και εξοπλίστηκαν με αζερικές στρατιωτικές στολές και οπλισμό. Στον εξοπλισμό τους περιλαμβάνονταν τυφέκια Καλάσνικοφ, πολυβόλα PKS και αντιαρματικοί εκτοξευτές RPG.
Περισσότεροι από 30 Αζέροι στρατιωτικοί φέρονται να υποδέχθηκαν τους νεοαφιχθέντες και να τους μετέφεραν σε στρατιωτική εγκατάσταση. Το κατηγορητήριο υποστήριξε ακόμη ότι ο Αμπού Άμσα συμμετείχε επί επτά ημέρες σε συσκέψεις με Τούρκους και Αζέρους στρατιωτικούς για την οργάνωση των επιχειρήσεων.
Η Nordic Monitor επισημαίνει ότι μια τέτοια εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία απαιτούσε πρόσβαση σε συνοριακά περάσματα, πολιτικά αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, δύσκολα θα μπορούσε να οργανωθεί αποκλειστικά από μια αυτόνομη πολιτοφυλακή.
Οι αναφορές του ΟΗΕ
Οι αρμενικές καταγγελίες παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με στοιχεία που είχαν συγκεντρώσει ειδικοί εισηγητές του ΟΗΕ ενώ ο πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
Σε επικοινωνία τους με την Άγκυρα, στις 6 Νοεμβρίου 2020, εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ ανέφεραν ότι είχαν λάβει πληροφορίες για εμπλοκή της Τουρκίας στη στρατολόγηση, χρηματοδότηση και μεταφορά Σύρων μαχητών προς το Αζερμπαϊτζάν. Μεταξύ των οργανώσεων που κατονομάζονταν βρίσκονταν η Μεραρχία Hamza, η Sultan Murad, η ομάδα Al-Amshat και η Ταξιαρχία «Σουλτάν Σουλεϊμάν Σαχ».
Σε αντίστοιχη επικοινωνία προς το Αζερμπαϊτζάν εκτιμήθηκε ότι μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2020 είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή περίπου 1.500 έως 2.000 Σύροι μαχητές. Οι αμοιβές φέρονταν να φθάνουν ακόμη και τα 2.500 δολάρια τον μήνα.
Η Τουρκία απέρριψε τον Ιανουάριο του 2021 τις καταγγελίες ως αβάσιμες και προϊόν αρμενικής παραπληροφόρησης. Το Αζερμπαϊτζάν αρνήθηκε επίσης ότι χρησιμοποίησε ξένους μισθοφόρους. Όπως αναγνωρίζει και το δημοσίευμα, οι αρμενικοί δικαστικοί φάκελοι αποτυπώνουν τη μία πλευρά μιας βαθιά αμφισβητούμενης διακρατικής σύγκρουσης.
Οι βαρύτερες κατηγορίες
Πέρα από τη μισθοφορική δράση, οι αρμενικές αρχές διατύπωσαν εξαιρετικά σοβαρές κατηγορίες. Υποστήριξαν ότι οι Σύροι έλαβαν εντολές να μη δείξουν έλεος στους Αρμενίους και ότι τους προσφέρθηκε μπόνους 100 δολαρίων για κάθε κομμένο κεφάλι Αρμενίου που θα παρουσίαζαν.
Κατά το κατηγορητήριο, οι ομάδες διατάχθηκαν να επιτεθούν σε χωριά, να σκοτώσουν στρατιώτες και αμάχους και να πραγματοποιήσουν εμπρησμούς και εκρήξεις με στόχο την τρομοκράτηση του πληθυσμού. Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι είχαν στρατολογηθεί ως μισθοφόροι, αλλά αρνήθηκαν ότι διέπραξαν εγκλήματα πολέμου.
Τον Μάιο του 2021, δικαστήριο της επαρχίας Σιουνίκ καταδίκασε και τους δύο σε ισόβια κάθειρξη για αδικήματα που περιλάμβαναν τρομοκρατία, διεθνή τρομοκρατία, μισθοφορική δράση και απόπειρα σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Η αποφυλάκιση και η παράδοση μέσω Τουρκίας
Η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση στις 14 Ιανουαρίου 2026, όταν η Αρμενία παρέδωσε τους δύο κρατουμένους στις συριακές αρχές μέσω τουρκικού εδάφους, επισήμως για να συνεχίσουν την έκτιση της ποινής τους στη Συρία.
Την ίδια ημέρα, το Αζερμπαϊτζάν απελευθέρωσε τέσσερις Αρμένιους κρατουμένους, γεγονός που προκάλεσε εικασίες περί άτυπης ανταλλαγής. Η αρμενική κυβέρνηση δεν επιβεβαίωσε ότι είχε λάβει δεσμευτικές εγγυήσεις πως οι δύο Σύροι θα παρέμεναν φυλακισμένοι μετά τη μεταφορά τους.
Κατά τον Αμπντουλάχ Μποζκούρτ, η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοντέλο αξιοποίησης των ένοπλων συριακών οργανώσεων ως δύναμης πληρεξουσίων της Τουρκίας, αρχικά στη Συρία και στη συνέχεια στη Λιβύη και στο Αζερμπαϊτζάν.
Το δημοσίευμα καταλήγει ότι ο συνδυασμός των αρμενικών δικαστικών αρχείων, των αναφορών του ΟΗΕ και των αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Αμπού Άμσα σχηματίζει μια ιδιαίτερα βαριά εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο οι ένοπλες ομάδες της βόρειας Συρίας μετατράπηκαν σε εργαλείο άσκησης της περιφερειακής πολιτικής της Άγκυρας.