Ο Φίλιπ Ρίκερ, ο οποίος υπηρέτησε ως υφυπουργός Εξωτερικών για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις κατά την πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, τοποθετήθηκε για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τη στάση της Ουάσιγκτον και τις επιδιώξεις της Άγκυρας μετά τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η συνέντευξή του στην «Καθημερινή» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιχειρεί να προωθήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να επικαλείται το μνημόνιο του 2019 για να στηρίξει τις διεκδικήσεις της στην περιοχή.
«Μια διμερής συμφωνία δεν καταργεί τα δικαιώματα τρίτων χωρών»
Ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος υπενθύμισε ότι ήδη από το 2019 είχε χαρακτηρίσει την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου προκλητική και μη εποικοδομητική.
Όπως εξήγησε, οι αμερικανικές επιφυλάξεις συνδέονταν με το γεγονός ότι η συμφωνία επιχειρούσε να καθορίσει θαλάσσια όρια χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα και τα πιθανά θαλάσσια δικαιώματα άλλων κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Ο Ρίκερ επισήμανε ότι βασική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον εκείνη την περίοδο ήταν η αποτροπή νέων εντάσεων μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ και περιφερειακών εταίρων, με τις διαπραγματεύσεις να θεωρούνται η καταλληλότερη οδός για την αντιμετώπιση των διαφορών.
Ιδιαίτερα σαφής ήταν η τοποθέτησή του στο ερώτημα κατά πόσο η επικύρωση του μνημονίου μπορεί να δημιουργήσει νομικώς έγκυρα θαλάσσια δικαιώματα.
«Μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να καταργήσει τα νόμιμα δικαιώματα τρίτων χωρών απλώς και μόνον επειδή έχει υπογραφεί ή επικυρωθεί από τα δύο μέρη», υπογράμμισε.
Πρόσθεσε ότι πρόκειται για θεμελιώδη αρχή του Διεθνούς Δικαίου, επισημαίνοντας πως η οριοθέτηση αλληλεπικαλυπτόμενων θαλάσσιων διεκδικήσεων πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πλευρά, καθώς επιβεβαιώνει τη βασική νομική αρχή ότι μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να δημιουργήσει υποχρεώσεις ή να αφαιρέσει δικαιώματα τρίτου κράτους χωρίς τη συναίνεσή του.
Το ενδεχόμενο εμπλοκής στις έρευνες της Chevron
Το πλέον κρίσιμο σημείο της συνέντευξης αφορά τις ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης και το ενδεχόμενο η Τουρκία να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το μνημόνιο ως μέσο αμφισβήτησης ή παρεμπόδισης των σχετικών δραστηριοτήτων.
Ερωτηθείς εάν η συμφωνία Τουρκίας–Λιβύης θα μπορούσε να περιπλέξει ή να καθυστερήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων, στις οποίες εμπλέκεται η αμερικανική Chevron, ο Ρίκερ αναγνώρισε ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
«Θα μπορούσε να δημιουργήσει περιπλοκές, αλλά ελπίζω να μην καταστεί αυτόματο βέτο έναντι της νόμιμης εμπορικής εξερεύνησης», δήλωσε.
Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν συμφέρον από τη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και την ενίσχυση των επενδύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά τον Ρίκερ, η περιοχή πρέπει να εξελιχθεί σε χώρο ενεργειακής συνεργασίας και κοινών οικονομικών ευκαιριών και όχι σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν συνιστά διαβεβαίωση ότι οι έρευνες θα πραγματοποιηθούν χωρίς προβλήματα. Αντιθέτως, ο Αμερικανός διπλωμάτης αναγνωρίζει τον κίνδυνο δημιουργίας επιπλοκών, εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία του να μη μετατραπεί το μνημόνιο σε εργαλείο παρεμπόδισης νόμιμων ενεργειακών δραστηριοτήτων.
Οι δύο ανακοινώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η στάση της Ουάσιγκτον
Ο Φίλιπ Ρίκερ αναφέρθηκε και στη συζήτηση που προκάλεσαν οι δύο διαφορετικές ανακοινώσεις του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, στις 21 και 25 Οκτωβρίου.
Η πρώτη ανακοίνωση δεν περιλάμβανε ρητή καταδίκη της συμφωνίας, περιοριζόμενη σε αναφορές στον διάλογο και στην ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Αντίθετα, στη δεύτερη ανακοίνωση το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επανήλθε με σαφέστερη διατύπωση, χαρακτηρίζοντας την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου μη εποικοδομητική και προκλητική, επισημαίνοντας ότι έχει προκαλέσει εντάσεις στην περιοχή.
Ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς το ενδεχόμενο αλλαγής της αμερικανικής πολιτικής.
Όπως εξήγησε, η δεύτερη ανακοίνωση διευκρίνιζε ότι η θέση της Ουάσιγκτον δεν έχει μεταβληθεί και προσέφερε μεγαλύτερη σαφήνεια σε σχέση με την αρχική τοποθέτηση.
Ο Ρίκερ αναγνώρισε τη σημασία της διπλωματικής γλώσσας, σημειώνοντας ότι τόσο οι διατυπώσεις όσο και οι παραλείψεις μιας επίσημης ανακοίνωσης μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Απέφυγε, πάντως, να διατυπώσει εικασίες για τις εσωτερικές διαβουλεύσεις που ενδέχεται να πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσιγκτον μεταξύ των δύο ανακοινώσεων.
Κατά την εκτίμησή του, το ουσιαστικό αποτέλεσμα ήταν η επαναβεβαίωση μιας συνεπούς αμερικανικής θέσης απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η διπλωματική πίεση;
Στη συνέντευξη τέθηκε επίσης το ζήτημα της κοινής διπλωματικής αντίδρασης Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Μπαχρέιν και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που είχαν καταδικάσει τη συμφωνία στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
Ο Ρίκερ αναγνώρισε ότι η διεθνής διπλωματική πίεση έχει σημασία, διευκρίνισε όμως ότι υπάρχουν όρια ως προς τα αποτελέσματα που μπορεί να επιτύχει.
Το ουσιαστικό ερώτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά πόσο οι διπλωματικές παρεμβάσεις μπορούν να αποτρέψουν ή να αποθαρρύνουν ενέργειες που ενδέχεται να προκαλέσουν νέα ένταση στις ενεργειακές δραστηριότητες της περιοχής.
Επισήμανε ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η αποτροπή μετατροπής του μνημονίου σε μόνιμη πηγή αντιπαράθεσης, η διαφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων χωρών και η προστασία των ευρύτερων κοινών συμφερόντων.
Με αυτόν τον τρόπο, ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης διαχώρισε την πολιτική σημασία των διεθνών αντιδράσεων από την πρακτική δυνατότητα ακύρωσης ή αναστολής μιας συμφωνίας στην οποία τα εμπλεκόμενα μέρη εξακολουθούν να επιμένουν.
Προειδοποίηση για πιθανή συμφωνία Τουρκίας–Αιγύπτου
Ιδιαίτερη σημασία για τις μελλοντικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο έχει η εκτίμηση του Ρίκερ ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιδιώξει την υπογραφή αντίστοιχης συμφωνίας οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο.
Ερωτηθείς σχετικά, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ απάντησε ότι πρόκειται για υπαρκτή πιθανότητα, διευκρινίζοντας πως η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου εξαρτάται από τη στάση του Καΐρου.
Όπως παρατήρησε, η Άγκυρα καταβάλλει προσπάθειες αποκατάστασης των σχέσεών της με την Αίγυπτο, έπειτα από μια μακρά περίοδο έντονων πολιτικών διαφωνιών.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, εκτίμησε ότι τα ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, καθώς η Ελλάδα και η Αίγυπτος διαθέτουν ήδη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ από το 2020.
Μάλιστα, στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για την επέκταση της οριοθέτησης, απορρίπτοντας παράλληλα την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Η εκτίμηση του Ρίκερ δεν σημαίνει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τουρκοαιγυπτιακή συμφωνία, ούτε ότι το Κάιρο προτίθεται να αποδεχθεί τις τουρκικές θέσεις. Αναδεικνύει, ωστόσο, μία πιθανή μελλοντική επιδίωξη της τουρκικής διπλωματίας.
Η διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ στην Αθήνα
Ο πρώην Αμερικανός υφυπουργός ρωτήθηκε και για το κατά πόσο η απουσία επικυρωμένου Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα είχε επηρεάσει την αντιμετώπιση των εξελίξεων.
Ο ίδιος απέρριψε την εκτίμηση ότι η συγκεκριμένη συνθήκη είχε επιδεινώσει την κατάσταση, εξηγώντας ότι ένας έμπειρος επιτετραμμένος μπορεί να διαδραματίσει αποτελεσματικό διπλωματικό ρόλο.
Επισήμανε μάλιστα ότι ο συγκεκριμένος διπλωμάτης διέθετε σημαντική επαγγελματική εμπειρία και γνώση της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής.
Κατά τον Ρίκερ, η συζήτηση για την παρουσία ή την απουσία επικυρωμένου πρέσβη μπορεί ορισμένες φορές να αποσπά την προσοχή από την ουσία της διπλωματικής δραστηριότητας.
Τα μηνύματα για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο
Οι παρεμβάσεις του Φίλιπ Ρίκερ αναδεικνύουν τρεις κρίσιμες παραμέτρους για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρώτον, ότι η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν αρκεί για να καταργήσει τα νόμιμα θαλάσσια δικαιώματα της Ελλάδας ή άλλων κρατών.
Δεύτερον, ότι η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει πρακτικές δυσκολίες στις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρέχει στην Τουρκία ή στη Λιβύη δικαίωμα αυτόματης παρεμπόδισής τους.
Τρίτον, ότι η προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον ευρύτερο σχεδιασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Το σημαντικότερο στοιχείο της συνέντευξης είναι ότι ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος διαχωρίζει τη νομική διάσταση από την πολιτική και επιχειρησιακή πραγματικότητα. Μια συμφωνία μπορεί να μην παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων χωρών, αλλά η επίκλησή της εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί εντάσεις και αβεβαιότητα.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζητούμενο δεν περιορίζεται στη διπλωματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου. Περιλαμβάνει και τη διασφάλιση ότι οι νόμιμες ενεργειακές δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας θα μπορούν να προχωρήσουν χωρίς παρεμβάσεις.
Η παρουσία αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Chevron, προσθέτει μία ακόμη σημαντική παράμετρο στις περιφερειακές ισορροπίες, χωρίς ωστόσο να αναιρεί την ανάγκη προσεκτικής διπλωματικής διαχείρισης των εξελίξεων.