breaking newsΕλλάδα

Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ! Οι πέντε επιλογές που οδήγησαν στη συντριβή των Ρεπουμπλικανών και οι ρωγμές στο MAGA

Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για να μετατρέψει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε έναν πολιτικό οργανισμό που περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπό του. Από την πρώτη εκλογική του νίκη το 2016 μέχρι την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025, ο Αμερικανός πρόεδρος κατάφερε να επιβάλει την πολιτική του ατζέντα, να αναδιαμορφώσει την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών και να καταστήσει το κίνημα «Make America Great Again» κυρίαρχη δύναμη της αμερικανικής Δεξιάς.

Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 ανέτρεψαν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Οι Δημοκρατικοί πέτυχαν μια ευρεία εκλογική νίκη, ανακτώντας τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν απώλειες ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούσαν προπύργιά τους.

Το Associated Press επιβεβαίωσε την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου και στη Βουλή των Αντιπροσώπων τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Νοεμβρίου.

Σε εκτενή ανάλυσή τους, με τίτλο «The great humbling of Donald Trump», οι Financial Times εξετάζουν τις αιτίες της ήττας και επισημαίνουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη συνήθη φθορά μιας κυβέρνησης.

Αντιθέτως, διαπιστώνουν ότι βασικές πολιτικές επιλογές της δεύτερης θητείας Τραμπ λειτούργησαν εις βάρος του, απομακρύνοντας τμήματα των ψηφοφόρων που είχαν συμβάλει στην επιστροφή του στην εξουσία.

Οι δασμοί γύρισαν εναντίον των Αμερικανών

Η εμπορική πολιτική αποτέλεσε έναν από τους θεμελιώδεις άξονες του τραμπισμού από το 2016.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε ότι οι υψηλοί δασμοί θα περιόριζαν τις εισαγωγές, θα ενθάρρυναν την επιστροφή βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα προστάτευαν τις θέσεις εργασίας.

Στη δεύτερη προεδρική του θητεία προχώρησε σε ευρεία εφαρμογή αυτής της πολιτικής, επιβάλλοντας δασμούς σε προϊόντα από σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της χώρας.

Ωστόσο, οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στις ξένες επιχειρήσεις.

Οι αμερικανικές εταιρείες που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα αντιμετώπισαν αυξημένο κόστος παραγωγής, ενώ οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν πρόσθετες δυσκολίες για τους εξαγωγείς, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.

Η προστασία της αμερικανικής παραγωγής, που αποτελούσε κεντρική υπόσχεση του Τραμπ, συνοδεύτηκε έτσι από οικονομικές επιβαρύνσεις για επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η δυσαρέσκεια σε κοινωνικές ομάδες που είχαν στηρίξει την οικονομική ατζέντα του MAGA.

Η ακρίβεια που δεν αντιμετωπίστηκε

Η δεύτερη σημαντική αιτία της ήττας εντοπίζεται στο κόστος ζωής.

Παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, εκατομμύρια αμερικανικά νοικοκυριά εξακολούθησαν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση.

Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, οι τιμές της βενζίνης έφτασαν περίπου τα 3,46 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων ξεπέρασαν το 7%.

Οι επιδόσεις της Wall Street και η ανάπτυξη σε ορισμένους τομείς της οικονομίας δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν την πίεση που αισθάνονταν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.

Για ένα πολιτικό κίνημα που είχε επενδύσει στην εκπροσώπηση των εργαζομένων και των οικονομικά πιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, η αδυναμία ουσιαστικής ανακούφισης των νοικοκυριών αποδείχθηκε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.

Η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Δημοκρατικών, αλλά επηρέασε και πολίτες που είχαν ψηφίσει Τραμπ το 2024.

Ο πόλεμος στο Ιράν και η διάψευση της υπόσχεσης για ειρήνη

Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ζημιά προκάλεσε η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν.

Ο Τραμπ είχε οικοδομήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του ταυτότητας πάνω στην αντίθεση προς τους παρατεταμένους πολέμους και τις δαπανηρές στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

Η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήρθε σε αντίθεση με αυτή την υπόσχεση, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο κίνημα MAGA.

Οι συνέπειες επεκτάθηκαν στην οικονομία, καθώς η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και στις μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των καυσίμων.

Η δυσαρέσκεια υπήρξε τόσο έντονη ώστε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε δημόσια στον πόλεμο σημαντικό μέρος της εκλογικής αποτυχίας.

Στις 4 Νοεμβρίου, ο Βανς υποστήριξε ότι η στρατιωτική σύγκρουση αποτέλεσε τον βασικό λόγο της ήττας των Ρεπουμπλικανών.

Η παρέμβασή του είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς διαφοροποιήθηκε από την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να αποδώσει την αποτυχία κυρίως στους υποψηφίους του κόμματος.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, υπερασπίστηκε την απόφαση για τον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε σωστά και ότι θα επαναλάμβανε την ίδια επιλογή.

Η δημόσια τοποθέτηση του αντιπροέδρου ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αντίφαση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος των ψηφοφόρων της.

Η προσωπική σφραγίδα Τραμπ στους υποψηφίους

Κατά την τελευταία δεκαετία, η προσωπική υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ εξελίχθηκε σε καθοριστικό παράγοντα για τις εσωκομματικές αναμετρήσεις των Ρεπουμπλικανών.

Υποψήφιοι που εξασφάλιζαν την έγκρισή του αποκτούσαν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους, ενώ όσοι αμφισβητούσαν την ηγεσία του συχνά βρίσκονταν αντιμέτωποι με οργανωμένες πολιτικές επιθέσεις.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής στις εσωκομματικές διαδικασίες δεν μεταφέρθηκε στις γενικές εκλογές.

Οι Δημοκρατικοί αξιοποίησαν τη στενή σχέση πολλών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων με τον πρόεδρο, μετατρέποντας τις τοπικές αναμετρήσεις σε ευρύτερη πολιτική αποδοκιμασία της κυβερνητικής του πολιτικής.

Σύμφωνα με τους Financial Times, ακόμη και υποψήφιοι που προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις από τον Τραμπ δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν το αρνητικό εκλογικό κλίμα.

Η εξέλιξη αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: η προσωπική επιρροή του προέδρου παραμένει καθοριστική στην εσωκομματική ζωή, αλλά δεν εγγυάται την προσέλκυση ανεξάρτητων και μετριοπαθών ψηφοφόρων.

Από την αντισυστημική εξέγερση στην εικόνα της οικονομικής ελίτ

Ο πέμπτος παράγοντας αφορά την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του κινήματος MAGA.

Το 2016, ο Τραμπ εμφανίστηκε ως ο επιχειρηματίας που θα συγκρουόταν με το κατεστημένο της Ουάσιγκτον και θα ανέτρεπε τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ πολιτικών, οικονομικών παραγόντων και μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της δεύτερης κυβέρνησής του απέχει σημαντικά από εκείνη την αρχική αντισυστημική παρουσίαση.

Οι στενές σχέσεις με δισεκατομμυριούχους, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μελών της οικογένειάς του στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και οι επικρίσεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων έχουν ενισχύσει την πολιτική αντιπαράθεση.

Παράλληλα, τα σχέδια κατασκευής μιας νέας μεγάλης αίθουσας δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο απέκτησαν συμβολική σημασία για τους επικριτές του προέδρου.

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, η προβολή πολυτελών κυβερνητικών εγκαταστάσεων ενίσχυσε την εικόνα μιας εξουσίας που έχει απομακρυνθεί από τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Οι Financial Times εντάσσουν τα παραπάνω στην ευρύτερη αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική υπέρ των απλών Αμερικανών και στην εικόνα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται κοντά στα ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα.

Οι ρωγμές στην κοινωνική συμμαχία του MAGA

Η εκλογική ήττα δεν αφορά μόνο τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις επιμέρους πολιτείες.

Αναδεικνύει δυσκολίες στη διατήρηση της ευρείας κοινωνικής συμμαχίας που συγκρότησε ο Τραμπ, προσελκύοντας εργαζομένους χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, κατοίκους παλαιών βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότερους ψηφοφόρους.

Η πολιτική αυτή συμμαχία είχε στηριχθεί σε ένα μείγμα οικονομικού προστατευτισμού, αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής, εθνικής κυριαρχίας και απόρριψης του παραδοσιακού πολιτικού κατεστημένου.

Ωστόσο, η ακρίβεια, οι εμπορικές συγκρούσεις και η εμπλοκή σε έναν νέο πόλεμο έθεσαν υπό δοκιμασία ορισμένες από τις βασικές προσδοκίες των ψηφοφόρων της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το MAGA έχει πάψει να αποτελεί ισχυρό πολιτικό ρεύμα.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και να καθορίζει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ατζέντας.

Το αποτέλεσμα, όμως, δείχνει ότι η πολιτική ταύτιση με τον πρόεδρο δεν αρκεί πλέον για τη διατήρηση της εκλογικής πλειοψηφίας.

Η επόμενη διετία και το πρόβλημα της διαδοχής

Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας μεταβάλλει ουσιαστικά τους όρους άσκησης της προεδρικής εξουσίας.

Από τις 3 Ιανουαρίου 2027, όταν θα αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν αυξημένη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να διερευνούν αποφάσεις της κυβέρνησης.

Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει τις εκτελεστικές και συνταγματικές αρμοδιότητες της προεδρίας, αλλά η προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας θα απαιτεί πλέον συνεννοήσεις με την αντιπολίτευση.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τις προεδρικές εκλογές του 2028 αποκτά νέα δυναμική.

Ο Τζέι Ντι Βανς θεωρείται ένας από τους πιθανούς διεκδικητές της διαδοχής του Τραμπ, ο οποίος δεν μπορεί, βάσει της 22ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, να εκλεγεί για τρίτη προεδρική θητεία.

Η δημόσια διαφοροποίηση του Βανς για τον πόλεμο στο Ιράν δείχνει ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα έχει ήδη ξεκινήσει στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών.

Το ερώτημα είναι αν το κόμμα θα συνεχίσει να ακολουθεί πλήρως την πολιτική γραμμή του Τραμπ ή αν θα επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του, διατηρώντας τα στοιχεία του MAGA που εξακολουθούν να έχουν κοινωνική απήχηση.

Η ήττα της 3ης Νοεμβρίου δεν σηματοδοτεί το τέλος του τραμπισμού. Αποτελεί, ωστόσο, τη σοβαρότερη μέχρι σήμερα δοκιμασία για τη δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο πολιτικός που κατάφερε να ανατρέψει τις παραδοσιακές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ίδιας του της διακυβέρνησης.

Και το βασικό δίδαγμα της εκλογικής αναμέτρησης είναι ότι ακόμη και ένα ισχυρό προσωπικό πολιτικό κίνημα δεν μπορεί να αγνοεί επ’ αόριστον την οικονομική πραγματικότητα και τις προσδοκίες των πολιτών που το ανέδειξαν.

Back to top button