Η Αντίληψη του Μαρξ και του Ένγκελς για την Ελληνική Επανάσταση του 1821: Μια Κριτική στα Όρια του Ιστορικού Υλισμού
Γράφει ο Tamer Çilingir
Η Προσέγγιση του Μαρξ στο Ανατολικό Ζήτημα και στο Ελληνικό Ζήτημα
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν αποτελεί απλώς έναν αγώνα ανεξαρτησίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποτελεί επίσης ένα σύγχρονο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα που αναδύθηκε μέσα από την κοινή πολιτική κινητοποίηση των κύκλων της Φιλικής Εταιρείας, των νησιωτών ναυτικών, της εμπορικής αστικής τάξης, των τοπικών προκρίτων και των αγροτικών στρωμάτων. Η Επανάσταση συνιστά έκφραση της βούλησης του ελληνικού λαού για αυτοδιάθεση και της εμφάνισής του ως πολιτικού υποκειμένου στην ιστορική σκηνή. Για τον λόγο αυτό, η Ελληνική Επανάσταση δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσω των διπλωματικών ισορροπιών ή των παρεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων. Διαθέτει τις δικές της εσωτερικές κοινωνικές δυναμικές, τη δική της πολιτισμική αφύπνιση και το δικό της ιδανικό της ανεξαρτησίας.
Στα άρθρα που δημοσίευσε ο Μαρξ στην New York Daily Tribune μεταξύ 1853 και 1856, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα παρουσιάζεται συνήθως όχι ως ένα αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο, αλλά ως στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Ρωσίας και της Βρετανίας.[1]
Για παράδειγμα, στα κείμενά του σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα, ο Μαρξ τοποθετεί διαρκώς στο επίκεντρο τον ρωσικό επεκτατισμό. Στο άρθρο του Russian Policy Against Turkey (όπου ο όρος «Turkey» αναφέρεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι στο σύγχρονο τουρκικό κράτος), καθώς και σε άλλα κείμενα για το Ανατολικό Ζήτημα, το βασικό ζήτημα δεν είναι η απελευθέρωση του ελληνικού λαού αλλά η στρατηγική πίεση που ασκεί η Ρωσία επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[2]
Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει το επίκεντρο της ιστορικής ανάλυσης του Μαρξ. Για τον ίδιο, το βασικό ερώτημα δεν είναι πώς οι Έλληνες κατέκτησαν την ελευθερία τους, αλλά πώς η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρεάζει τις ισορροπίες δυνάμεων στην Ευρώπη.[3]
Το πρόβλημα που ανακύπτει εδώ είναι ότι η ιστορική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης ως διαδικασίας πολιτικής αυτονόμησης ενός λαού περνά σε δεύτερο πλάνο. Στις αναλύσεις του Μαρξ, ο ελληνικός λαός εμφανίζεται συχνά όχι ως ιστορικό υποκείμενο που διαμορφώνει την ιστορία, αλλά ως στοιχείο που επηρεάζεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών. Έτσι, η Επανάσταση ερμηνεύεται όχι μέσα από τις δικές της κοινωνικές δυναμικές και τα ιδεώδη της ελευθερίας, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Ένγκελς και η Ιστορική Ιεραρχία
Μετά τις Επαναστάσεις του 1848, ο Ένγκελς δεν αντιμετώπισε όλα τα εθνικά κινήματα ως ισότιμους ιστορικούς δρώντες. Στο άρθρο του The Magyar Struggle (1849) παρουσιάζει τους Ούγγρους ως έναν από τους κύριους φορείς της ευρωπαϊκής επανάστασης, ενώ στο Democratic Pan-Slavism, που γράφτηκε την ίδια περίοδο, τοποθετεί ορισμένα σλαβικά κινήματα απέναντι στην ιστορική πρόοδο.[4][5]
Στη βάση αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η αξιολόγηση των εθνών σύμφωνα με τον ρόλο τους μέσα στην ιστορική διαδικασία. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, ορισμένοι λαοί αποτελούν φορείς του εκσυγχρονισμού, της επανάστασης και της ιστορικής προόδου. Άλλοι, αντίθετα, δεν καθοδηγούν τις ιστορικές εξελίξεις αλλά παραμένουν υπό την επιρροή τους.
Η πλέον αμφιλεγόμενη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η προσέγγιση που αργότερα θα χαρακτηριστεί ως θεωρία των «λαών χωρίς ιστορία».[6] Ο Ένγκελς υποστήριζε ότι ορισμένες μικρές εθνικές κοινότητες δεν διέθεταν την ικανότητα να οικοδομήσουν ένα ανεξάρτητο ιστορικό μέλλον. Έτσι, η πολιτική νομιμοποίηση των αιτημάτων ενός λαού δεν απορρέει από την επιθυμία του για ελευθερία, αλλά από τη συμβολή του στην ιστορική πρόοδο.
Σε αυτό το σημείο, το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι πλέον: «Θέλει ένας λαός να είναι ελεύθερος;». Το βασικό ερώτημα μετατρέπεται σε: «Προωθεί αυτός ο λαός την ιστορική πρόοδο;». Κατά συνέπεια, οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες δεν αξιολογούνται ως καθολικό δικαίωμα, αλλά σύμφωνα με τη λειτουργία τους μέσα στην ιστορική διαδικασία.
Ο Φόβος της Ρωσίας και η Καχυποψία απέναντι στους Βαλκανικούς Λαούς
Καθοριστικός παράγοντας στην προσέγγιση του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στις βαλκανικές πολιτικές εξελίξεις υπήρξε η αντίληψή τους ότι η τσαρική Ρωσία αποτελούσε το κύριο κέντρο της ευρωπαϊκής αντεπανάστασης.[7] Και οι δύο αντιμετώπιζαν τη Ρωσία όχι απλώς ως ένα κράτος, αλλά ως το σημαντικότερο πολιτικό εμπόδιο απέναντι στα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό, η ρωσική επιρροή διαδραμάτιζε συχνά καθοριστικό ρόλο στις αναλύσεις τους σχετικά με τα Βαλκάνια.
Στα κείμενα του Μαρξ για το Ανατολικό Ζήτημα, η ρωσική εξωτερική πολιτική βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της ανάλυσης. Ιδιαίτερα στις συζητήσεις για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το βασικό του μέλημα δεν είναι η απελευθέρωση των βαλκανικών λαών, αλλά η πιθανότητα ρωσικής επέκτασης προς τη Μεσόγειο και τα Στενά.[1][2]
Η προσέγγιση αυτή δεν είναι αποκλειστικά μαρξική. Κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού Πολέμου, και ο Ένγκελς θεωρούσε τον ρωσικό απολυταρχισμό ως τον κύριο εχθρό της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Όπως επισημαίνει ο Mustafa Yavuz, ο Ένγκελς αντιμετώπιζε τη σύγκρουση ανάμεσα στον ρωσικό απολυταρχισμό και την ευρωπαϊκή δημοκρατία ως τη θεμελιώδη πολιτική αντίθεση της εποχής και θεωρούσε πρωταρχικό στόχο την αποτροπή της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τη Ρωσία.[8]
Χαρακτηριστικά, ο Ένγκελς έγραφε το 1853:
«Η Αγγλία δεν μπορεί ποτέ να επιτρέψει στους Ρώσους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Μαζί με τους εχθρούς του Τσάρου, οφείλει να υποστηρίξει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου σλαβικού κράτους στη θέση της γερασμένης και παρακμασμένης Υψηλής Πύλης.» (Ένγκελς, 1853, όπως παρατίθεται στον Yavuz, σ. 42).[8]
Το απόσπασμα αυτό δείχνει ότι στο επίκεντρο της προβληματικής του Ένγκελς δεν βρίσκονται τα αιτήματα ελευθερίας των Ελλήνων, των Βουλγάρων ή άλλων βαλκανικών λαών, αλλά η αποτροπή της ρωσικής προέλασης προς την Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, το βαλκανικό ζήτημα αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόβλημα ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων και όχι ως ζήτημα εθνικής χειραφέτησης.
Παρομοίως, στο άρθρο του Democratic Pan-Slavism, ο Ένγκελς συνδέει σημαντικό μέρος των σλαβικών εθνικών κινημάτων με τη ρωσική επιρροή και παρουσιάζει τον πανσλαβισμό όχι ως ένα αυτόνομο εθνικό κίνημα, αλλά ως ιδεολογική προέκταση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.[5]
Παρά τις διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες τους, ο Μαρξ και ο Ένγκελς καταλήγουν συχνά σε ένα κοινό συμπέρασμα. Ο Μαρξ εστιάζει περισσότερο στις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων, ενώ ο Ένγκελς χρησιμοποιεί κυρίως τις έννοιες της ιστορικής προόδου και της αντεπανάστασης. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, οι αγώνες των βαλκανικών λαών τείνουν να επισκιάζονται από το «ρωσικό ζήτημα».
Από το Εθνικό Ζήτημα στη Θεωρία των Τριών Κόσμων
Οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης δεν περιορίστηκαν μόνο στην ελληνική περίπτωση. Η τάση να ερμηνεύονται τα εθνικά κινήματα των Βαλκανίων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα από τη σχέση τους με τις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχισε να επηρεάζει ορισμένα τμήματα της σοσιαλιστικής παράδοσης και κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Ιδιαίτερα κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Ρωμιών συχνά ερμηνεύθηκαν όχι μέσα στο δικό τους ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά μέσα από τη σύνδεσή τους με τις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων.[8]
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην γίνουν πλήρως κατανοητές οι εμπειρίες καταπίεσης, εκτοπισμού, μαζικών σφαγών και γενοκτονίας που βίωσαν αυτοί οι πληθυσμοί. Σε ορισμένες σοσιαλιστικές προσεγγίσεις, μεγαλύτερη έμφαση δόθηκε στις σχέσεις αυτών των κινημάτων με τις Μεγάλες Δυνάμεις παρά στις ίδιες τις εμπειρίες των θυμάτων.[8]
Μια παρόμοια λογική μπορεί να παρατηρηθεί και στις συζητήσεις γύρω από τη Θεωρία των Τριών Κόσμων που αναπτύχθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Και εδώ, το επίκεντρο δεν ήταν τόσο οι αγώνες χειραφέτησης των λαών, όσο οι παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες. Η αντίληψη ότι η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε την κύρια απειλή οδήγησε ορισμένες φορές σε πολιτικές επιλογές που νομιμοποιούσαν συγκλίσεις με ασθενέστερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή περιφερειακά κράτη.
Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να διαπιστωθεί μια αξιοσημείωτη ομοιότητα ανάμεσα στη γεωπολιτική προσέγγιση που υιοθέτησαν κατά καιρούς ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τις σχέσεις μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των βαλκανικών λαών και στις μεταγενέστερες θέσεις ορισμένων σοσιαλιστικών ρευμάτων στο πλαίσιο της Θεωρίας των Τριών Κόσμων. Και στις δύο περιπτώσεις, το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι διεκδικήσεις των καταπιεσμένων λαών δεν αξιολογούνται πρωτίστως με βάση τη δική τους ιστορική εμπειρία, αλλά ως μέρος ευρύτερων διεθνών ανταγωνισμών.
Συμπέρασμα
Η ιστορική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αναδεικνύεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Για τον ελληνικό λαό, η Επανάσταση δεν υπήρξε μια κίνηση πάνω στη σκακιέρα των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά ένας αγώνας για ελευθερία και αυτοδιάθεση.
Οι αναλύσεις του Μαρξ και του Ένγκελς, παρά το βάθος και την ιστορική τους οξυδέρκεια, συχνά τοποθέτησαν αυτή την εμπειρία πολιτικής αυτονόμησης στη σκιά της γεωπολιτικής και της ιστορικής αναγκαιότητας. Για τον λόγο αυτό, το αντικείμενο της κριτικής δεν είναι ο ίδιος ο ιστορικός υλισμός, αλλά ορισμένες πρώιμες εφαρμογές του, οι οποίες τείνουν να υποβαθμίζουν τις εμπειρίες εθνικής χειραφέτησης υπέρ γεωπολιτικών και προοδευτικιστικών σχημάτων ερμηνείας.
Σημειώσεις
[1] Karl Marx, The Eastern Question, International Publishers, New York.
[2] Karl Marx, “Russian Policy Against Turkey”, New York Daily Tribune, 1853.
[3] Shlomo Avineri, Karl Marx on Colonialism and Modernization, Doubleday, 1969, σσ. 127-140.
[4] Friedrich Engels, “The Magyar Struggle”, Neue Rheinische Zeitung, 1849.
[5] Friedrich Engels, “Democratic Pan-Slavism”, Neue Rheinische Zeitung, 1849.
[6] Roman Rosdolsky, Engels and the ‘Nonhistoric’ Peoples, Critique Books, 1986.
[7] Karl Marx, The Eastern Question· βλ. επίσης Shlomo Avineri, όπ. παρ.
[8] Mustafa Yavuz, Şark Meselesi [Türkiye] ve Marksizm: İttihat-Terakki Diktatörlüğü ve Hristiyan Milletlerin Eşit Vatandaşlık Tahayyülünün Trajik Sonu, Belge Yayınları, Κωνσταντινούπολη, σσ. 41-42.