breaking newsΕλλάδα

Νέα εποχή ή μακρινό σενάριο για την Πολεμική Αεροπορία; 20 F-35 με «ασπίδα» έως 120 πολεμικών drones

Ένα φιλόδοξο σχέδιο, το οποίο μπορεί να αλλάξει ριζικά τη δομή και τον τρόπο επιχειρήσεων της Πολεμικής Αεροπορίας τις επόμενες δύο δεκαετίες, βρίσκεται υπό επεξεργασία στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας.

Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο τα 20 μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 που αναμένεται να αποκτήσει η Ελλάδα από το 2029, αλλά η δημιουργία ενός ολόκληρου δικτυωμένου συστήματος επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Βασίλη Νέδου στην «Καθημερινή», η Πολεμική Αεροπορία έχει προχωρήσει σε συζητήσεις με δύο εταιρείες για την πιθανή προμήθεια αεριωθούμενων μη επανδρωμένων αεροσκαφών τύπου Collaborative Combat Aircraft – CCA.

Πρόκειται για τα αποκαλούμενα «Loyal Wingmen», τα μη επανδρωμένα «σκάφη-παραστάτες» που θα πετούν μαζί με τα F-35, θα επεκτείνουν το επιχειρησιακό τους αποτύπωμα και θα λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας για τα πανάκριβα επανδρωμένα μαχητικά.

Οι δύο περιπτώσεις που εξετάζονται είναι το MQ-28 Ghost Bat, το οποίο έχει αναπτύξει η Boeing για τη Βασιλική Αεροπορία της Αυστραλίας, και το X-BAT της αμερικανικής Shield AI, που παραμένει υπό ανάπτυξη και εκτιμάται ότι θα είναι διαθέσιμο το 2028 ή το 2029.

Δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση προμήθειας. Το γεγονός, όμως, ότι η Πολεμική Αεροπορία έχει περιορίσει τις συζητήσεις σε δύο συγκεκριμένες υποψηφιότητες αποκαλύπτει την κατεύθυνση προς την οποία κινείται ο ελληνικός αεροπορικός σχεδιασμός.

Έως έξι CCA για κάθε ελληνικό F-35

Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο του σχεδίου είναι η αναλογία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών προς τα F-35.

Ο σχεδιασμός προβλέπει τη δυνατότητα συνεργασίας κάθε ελληνικού μαχητικού πέμπτης γενιάς με πέντε ή έξι CCA. Εάν το μοντέλο εφαρμοζόταν στο σύνολο των 20 F-35, τότε η Πολεμική Αεροπορία θα μπορούσε δυνητικά να δημιουργήσει έναν στόλο από 100 έως 120 αεριωθούμενα πολεμικά drones.

Το F-35 δεν θα λειτουργεί πλέον μόνο ως μαχητικό κρούσης ή αναχαίτισης. Θα μετατρέπεται σε ιπτάμενο κέντρο αισθητήρων, διοίκησης και ελέγχου, κατευθύνοντας μη επανδρωμένες πλατφόρμες σε διαφορετικές αποστολές.

Τα CCA θα μπορούν, ανάλογα με τη διαμόρφωση και το φορτίο τους:

  • να πετούν μπροστά από τα επανδρωμένα μαχητικά και να εντοπίζουν απειλές,
  • να προκαλούν ή να αποκαλύπτουν εχθρικά συστήματα αεράμυνας,
  • να μεταφέρουν πυραύλους αέρος-αέρος ή αέρος-εδάφους,
  • να λειτουργούν ως πρόσθετοι αισθητήρες,
  • να πραγματοποιούν αποστολές ηλεκτρονικού πολέμου,
  • να προστατεύουν τα F-35 απορροφώντας μέρος του επιχειρησιακού κινδύνου.

Σε ένα περιβάλλον υψηλής απειλής, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα μπορούν να αναλαμβάνουν τις πλέον επικίνδυνες αποστολές, περιορίζοντας την έκθεση των χειριστών και των επανδρωμένων μαχητικών.

Η λογική είναι ξεκάθαρη: ένα CCA μπορεί να χαθεί ή να θυσιαστεί χωρίς τις ανθρώπινες, επιχειρησιακές και πολιτικές συνέπειες που θα προκαλούσε η κατάρριψη ενός F-35 και η απώλεια ή αιχμαλωσία του χειριστή του.

Το αυστραλιανό MQ-28 Ghost Bat

Το MQ-28 Ghost Bat αποτελεί την πιο ώριμη από τις δύο επιλογές που εξετάζονται.

Αναπτύχθηκε από την Boeing σε συνεργασία με τη Βασιλική Αεροπορία της Αυστραλίας και έχει ήδη πραγματοποιήσει δοκιμές στο επιχειρησιακό περιβάλλον του Ειρηνικού.

Πρόκειται για ένα αεριωθούμενο μη επανδρωμένο αεροσκάφος σχεδιασμένο να συνεργάζεται με επανδρωμένα μαχητικά, αεροσκάφη επιτήρησης και άλλες εναέριες πλατφόρμες. Η αρθρωτή σχεδίασή του επιτρέπει την προσαρμογή του σε διαφορετικές αποστολές, από αναγνώριση και συλλογή πληροφοριών μέχρι ηλεκτρονικό πόλεμο και υποστήριξη μάχης.

Η επιλογή του θα προσέφερε στην Ελλάδα πρόσβαση σε ένα πρόγραμμα το οποίο βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο δοκιμών και έχει σχεδιαστεί εξαρχής για επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας σε απαιτητικό περιβάλλον.

Η πρόταση της Shield AI

Η δεύτερη επιλογή είναι το X-BAT της αμερικανικής Shield AI, μιας εταιρείας που εξειδικεύεται στα αυτόνομα συστήματα και στην ανάπτυξη τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης για στρατιωτικές εφαρμογές.

Το X-BAT βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη, με τον χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσής του να τοποθετείται στο 2028 ή το 2029. Η συγκεκριμένη επιλογή προσφέρει δυνητικά πιο προηγμένες δυνατότητες αυτονομίας, αλλά συνοδεύεται και από τον κίνδυνο που υπάρχει σε κάθε πρόγραμμα το οποίο δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο ανάπτυξης και δοκιμών.

Η Πολεμική Αεροπορία καλείται συνεπώς να σταθμίσει την ωριμότητα του MQ-28 απέναντι στις πιθανές τεχνολογικές δυνατότητες του X-BAT, καθώς και το κόστος, τη διαθεσιμότητα, την πιστοποίηση όπλων και τη δυνατότητα διασύνδεσης με τα ελληνικά F-35.

Απάντηση στο τουρκικό Kızılelma

Η ελληνική κινητικότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις εξελίξεις στην Τουρκία.

Η Άγκυρα αναπτύσσει ήδη το δικό της αεριωθούμενο μη επανδρωμένο μαχητικό, το Kızılelma της Baykar, για το οποίο έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον και από την Ιταλία.

Η Τουρκία επενδύει εδώ και χρόνια στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων, επιδιώκοντας να δημιουργήσει αριθμητικό πλεονέκτημα, να αυξήσει την ακτίνα δράσης της και να κορέσει την εχθρική αεράμυνα με σχετικά χαμηλότερο κόστος.

Η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να περιοριστεί στην απόκτηση μικρού αριθμού ακριβών επανδρωμένων μαχητικών. Χρειάζεται συνδυασμός ποιότητας, αριθμών, αισθητήρων, όπλων μεγάλου βεληνεκούς και μη επανδρωμένων πλατφορμών.

Η συνεργασία των F-35 με δεκάδες CCA θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τη δύναμη της ελληνικής αεροπορικής ισχύος και να δυσκολέψει σημαντικά τον τουρκικό επιχειρησιακό σχεδιασμό στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Υπό την επίβλεψη του αρχηγού ΓΕΑ

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια υπό τη στενή επίβλεψη του αρχηγού ΓΕΑ, αντιπτεράρχου Δημοσθένη Γρηγοριάδη.

Στόχος είναι να ξεπεραστεί ο χρονικός ορίζοντας του Μακροπρόθεσμου Προγραμματισμού Αμυντικών Εξοπλισμών 2025–2036 και να διαμορφωθεί εικόνα για τις ανάγκες και τις δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας έως το 2045.

Ένας τέτοιος σχεδιασμός είναι απαραίτητος, καθώς η αεροπορική ισχύς δεν εξασφαλίζεται μόνο με την υπογραφή μιας σύμβασης αγοράς. Απαιτεί υποδομές, εκπαίδευση, πυρομαχικά, τεχνική υποστήριξη, ανταλλακτικά, συστήματα επικοινωνιών και διαρκή αναβάθμιση.

Το πάθημα με τα Rafale είναι χαρακτηριστικό. Η αρχική σύμβαση απόκτησης των 24 γαλλικών μαχητικών δεν περιλάμβανε σαφή και ολοκληρωμένη πρόβλεψη μακροχρόνιας υποστήριξης. Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο χρειάστηκε να εκταμιεύσει επιπλέον 500 εκατ. ευρώ για την υποστήριξή τους για ακόμη μία πενταετία.

Το λάθος αυτό δεν πρέπει να επαναληφθεί ούτε στα F-35 ούτε, πολύ περισσότερο, σε έναν πιθανό μελλοντικό στόλο εκατοντάδων μη επανδρωμένων συστημάτων.

Στα 290 εκατ. ευρώ τα έργα στην Ανδραβίδα

Παράλληλα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό εξελίσσεται και η προετοιμασία της Ανδραβίδας, η οποία θα αποτελέσει τη βάση των ελληνικών F-35.

Το πρώτο μαχητικό πέμπτης γενιάς αναμένεται να προσγειωθεί εκεί το φθινόπωρο του 2029. Μέχρι τότε πρέπει να έχουν δημιουργηθεί ειδικές εγκαταστάσεις ασφαλείας, συντήρησης, επιχειρησιακής υποστήριξης και διαχείρισης διαβαθμισμένων δεδομένων, οι οποίες δεν υπάρχουν σήμερα σε καμία ελληνική αεροπορική βάση.

Το κόστος των έργων έχει περιοριστεί στα 290 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι Αμερικανοί αναμένεται να αποφασίσουν εντός του φθινοπώρου σε ποια ελληνική εταιρεία ή κοινοπραξία θα ανατεθεί η κατασκευή.

Βασικά κριτήρια θα είναι η τεχνική δυνατότητα και η συμμόρφωση με τα αυστηρά αμερικανικά κατασκευαστικά και ασφαλιστικά πρότυπα.

Ο περιορισμένος προϋπολογισμός προκαλεί ήδη προβληματισμό. Αντίστοιχα έργα για την υποδοχή F-35 εκτιμάται ότι θα κοστίσουν περίπου 700 εκατ. ευρώ στην Τσεχία και περισσότερο από ένα δισ. ευρώ στο Βέλγιο.

Η ελληνική πλευρά εμφανίζεται αισιόδοξη ότι οι δαπάνες θα παραμείνουν στα 290 εκατ. ευρώ, όμως η συμπίεση του κόστους αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας πριν ακόμη αρχίσουν οι εργασίες.

Το κρίσιμο χρονικό όριο τοποθετείται στις αρχές του 2028. Μέχρι τότε πρέπει να έχει προχωρήσει σημαντικά η διαμόρφωση της βάσης, ενώ παράλληλα θα βρίσκεται σε εξέλιξη η εκπαίδευση των πρώτων Ελλήνων χειριστών και τεχνικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την αγορά μαχητικών στη δημιουργία συστήματος μάχης

Η μεγαλύτερη σημασία του σχεδίου βρίσκεται στην αλλαγή φιλοσοφίας.

Η Ελλάδα δεν σχεδιάζει απλώς την αντικατάσταση παλαιότερων μαχητικών με νεότερα. Επιχειρεί να περάσει από τη λογική της μεμονωμένης πλατφόρμας στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος μάχης, μέσα στο οποίο επανδρωμένα αεροσκάφη, μη επανδρωμένα CCA, αισθητήρες, αντιαεροπορικά συστήματα και όπλα μεγάλου βεληνεκούς θα ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.

Εάν ο σχεδιασμός υλοποιηθεί σωστά, τα 20 ελληνικά F-35 δεν θα αποτελούν απλώς μία ακόμη πολεμική μοίρα. Θα λειτουργούν ως ο εγκέφαλος ενός πολύ μεγαλύτερου σχηματισμού, ικανού να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να προσβάλλει στόχους χωρίς να εκθέτει σε κάθε αποστολή τα πολυτιμότερα αεροσκάφη και τους χειριστές της Πολεμικής Αεροπορίας.

Το μεγάλο στοίχημα, πλέον, δεν είναι μόνο ποιο CCA θα επιλεγεί. Είναι εάν η Ελλάδα θα εξασφαλίσει εγκαίρως τα χρήματα, τις υποδομές, τα όπλα, την τεχνική υποστήριξη και –κυρίως– τον επιχειρησιακό έλεγχο που απαιτεί ένα τόσο σύνθετο σύστημα.

Γιατί τα F-35 και τα «σκάφη-παραστάτες» δεν αρκεί να αγοραστούν. Πρέπει να μπορούν να πολεμήσουν μαζί ως ένα ενιαίο ελληνικό δίκτυο αεροπορικής ισχύος.

Ειδικοί στο Geopolitico: Πριν από τα CCA πρέπει να καλυφθούν τα σημερινά κενά

Την ώρα που η Πολεμική Αεροπορία καταρτίζει τον φιλόδοξο σχεδιασμό των F-35 με τα μη επανδρωμένα «σκάφη-παραστάτες», ειδικοί του αεροπορικού και αμυντικού χώρου που μίλησαν στο Geopolitico προειδοποιούν ότι η απόσταση από τον σχεδιασμό μέχρι την επιχειρησιακή πραγματικότητα παραμένει μεγάλη.

Δεν αμφισβητούν την ανάγκη εισόδου της Ελλάδας στην εποχή των CCA. Θέτουν, όμως, ένα σκληρό και απολύτως πρακτικό ερώτημα: με ποια όπλα, ποιες διαθεσιμότητες και ποιο προσωπικό θα φτάσει η Πολεμική Αεροπορία στο 2030;

Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι, πριν αρχίσει η συζήτηση για πέντε ή έξι μη επανδρωμένα αεροσκάφη δίπλα σε κάθε F-35, πρέπει να αποσαφηνιστεί τι συμβαίνει με τα όπλα των σημερινών F-16.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα F-16 Block 52+ Advanced, τα οποία παραλήφθηκαν από το 2009, καθώς και στα F-16 που μετατρέπονται σε διαμόρφωση Viper. Οι ειδικοί διερωτώνται εάν έχει εξασφαλιστεί επαρκές απόθεμα σύγχρονων όπλων αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους, αλλά και των απαραίτητων ατρακτιδίων στοχοποίησης, αναγνώρισης και ηλεκτρονικού πολέμου.

Ένα σύγχρονο μαχητικό χωρίς επαρκή όπλα, ανταλλακτικά και συστήματα αποστολής παραμένει μια ακριβή πλατφόρμα με περιορισμένη επιχειρησιακή αξία. Το ίδιο θα ισχύσει αύριο και για τα F-35, εάν η αγορά των αεροσκαφών δεν συνοδευτεί από ολοκληρωμένο πακέτο οπλισμού και πολυετή σύμβαση υποστήριξης.

Η εκκρεμότητα των F-16 Block 50

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και η καθυστέρηση της σύμβασης για την αναβάθμιση των F-16 Block 50.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η αναβάθμιση θα πραγματοποιηθεί, αλλά και ποια ακριβώς συστήματα θα περιλαμβάνει. Η Πολεμική Αεροπορία έχει συγκεκριμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις, όμως ο διαθέσιμος προϋπολογισμός ενδέχεται να οδηγήσει σε περιορισμό του πακέτου.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι μια «κουτσουρεμένη» αναβάθμιση για λόγους οικονομίας μπορεί τελικά να αποδειχθεί ακριβότερη, εάν αφήσει τα αεροσκάφη με περιορισμούς στους αισθητήρες, στις επικοινωνίες, στον ηλεκτρονικό πόλεμο ή στην πιστοποίηση σύγχρονων όπλων.

Παράλληλα, παραμένει ανοικτό το ζήτημα των παλαιότερων F-16 Block 30. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έχουν αποδείξει ότι ακόμη και παλαιότερες πλατφόρμες μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο, εφόσον διαθέτουν όπλα, αισθητήρες και ικανοποιητικές διαθεσιμότητες.

Η απόσυρσή τους χωρίς επαρκή αντικατάσταση θα περιόριζε ακόμη περισσότερο τον αριθμό των διαθέσιμων μαχητικών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επενδύει ταυτόχρονα σε επανδρωμένα αεροσκάφη, μη επανδρωμένες πλατφόρμες και όπλα μεγάλου βεληνεκούς.

Το ερώτημα για τα Mirage 2000-5

Οι αναλυτές θέτουν επίσης το ζήτημα της μελλοντικής τύχης των Mirage 2000-5.

Πρόκειται για αεροσκάφη με σημαντικές δυνατότητες, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμο τμήμα της ελληνικής αποτροπής. Η διατήρηση, η αναβάθμιση ή η αντικατάστασή τους πρέπει να εξεταστεί εγκαίρως και όχι όταν η επιχειρησιακή τους αξιοποίηση θα πλησιάζει στο τέλος της.

Στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται η συζήτηση για την πιθανή απόκτηση μεταχειρισμένων Mirage 2000-9 από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι η Ελλάδα πρέπει να εξετάζει σοβαρά κάθε περίπτωση σχετικά οικονομικής και άμεσα διαθέσιμης πλατφόρμας, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να υποστηριχθεί τεχνικά και να ενταχθεί χωρίς υπερβολικό κόστος στην υφιστάμενη δομή της Πολεμικής Αεροπορίας.

Το δίδαγμα των σύγχρονων πολέμων είναι σαφές: η υψηλή τεχνολογία είναι απαραίτητη, αλλά οι αριθμοί εξακολουθούν να έχουν σημασία. Μια αεροπορία δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε έναν περιορισμένο αριθμό πανάκριβων μαχητικών.

Το κρίσιμο ζήτημα των διαθεσιμοτήτων

Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τις διαθεσιμότητες.

Δεν αρκεί η Ελλάδα να διαθέτει στα χαρτιά 20 F-35, 24 Rafale και έναν αριθμό αναβαθμισμένων F-16. Σημασία έχει πόσα από αυτά θα μπορούν να απογειωθούν άμεσα, πόσα θα βρίσκονται σε συντήρηση και πόσα θα διαθέτουν πιστοποιημένους χειριστές και πλήρες φορτίο όπλων.

Ως προειδοποιητικό παράδειγμα αναφέρεται η διαθεσιμότητα του αμερικανικού στόλου F-35, η οποία κατά περιόδους έχει κινηθεί σε προβληματικά επίπεδα. Εάν από τα 20 ελληνικά αεροσκάφη είναι επιχειρησιακά διαθέσιμα μόνο οκτώ ή δέκα, η πραγματική ισχύς της επένδυσης θα είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που εμφανίζεται στους αριθμούς των συμβάσεων.

Τα CCA προσθέτουν έναν ακόμη βαθμό πολυπλοκότητας. Θα χρειαστούν ξεχωριστή εφοδιαστική αλυσίδα, ανταλλακτικά, υποδομές, σταθμούς ελέγχου, λογισμικό, ασφαλείς επικοινωνίες και εξειδικευμένο προσωπικό. Εάν δεν εξασφαλιστούν αυτά, υπάρχει κίνδυνος η Πολεμική Αεροπορία να αποκτήσει ακόμη ένα προηγμένο αλλά δύσκολο στη συντήρηση σύστημα.

Η αιμορραγία έμπειρου προσωπικού

Πίσω από τα αεροσκάφη και τα οπλικά συστήματα βρίσκεται ο κρισιμότερος παράγοντας: το ανθρώπινο δυναμικό.

Οι ειδικοί που μίλησαν στο Geopolitico κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις παραιτήσεις έμπειρων αξιωματικών και τεχνικών, εξαιτίας των οικονομικών συνθηκών, της αυξημένης πίεσης και της έλλειψης επαρκών κινήτρων παραμονής.

Η απώλεια ενός έμπειρου χειριστή, μηχανικού ή στελέχους επιχειρησιακού σχεδιασμού δεν αναπληρώνεται με μια απλή πρόσληψη. Απαιτούνται χρόνια εκπαίδευσης, συσσωρευμένη τεχνογνωσία και πραγματική εμπειρία πάνω στα συστήματα.

Εάν συνεχιστεί η φυγή προσωπικού, η Πολεμική Αεροπορία του 2030 μπορεί να διαθέτει τεχνολογικά ανώτερα μέσα, αλλά μικρότερο αριθμό ανθρώπων ικανών να τα αξιοποιήσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

«Μακρινό και φουτουριστικό σενάριο»

Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεργασία των 20 F-35 με 100 ή 120 CCA χαρακτηρίζεται από τις πηγές του Geopolitico ως ένα εξαιρετικά μακρινό και φουτουριστικό σενάριο.

Για να γίνει πραγματικότητα, πρέπει προηγουμένως να έχουν καλυφθεί τα βασικά: όπλα, πυρομαχικά, ατρακτίδια, συμβάσεις υποστήριξης, αναβάθμιση των Block 50, απόφαση για τα Block 30 και τα Mirage 2000-5, υψηλές διαθεσιμότητες και επαρκές ανθρώπινο δυναμικό.

Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η Ελλάδα να σχεδιάζει την Πολεμική Αεροπορία του 2045 χωρίς να έχει λύσει τα προβλήματα της Πολεμικής Αεροπορίας του 2026.

Τα F-35 και τα συνεργαζόμενα drones αποτελούν αναμφίβολα το μέλλον. Η αποτροπή, όμως, κρίνεται στο παρόν. Και το παρόν απαιτεί διαθέσιμα αεροσκάφη, εκπαιδευμένους ανθρώπους και γεμάτες αποθήκες όπλων – όχι μόνο εντυπωσιακές παρουσιάσεις και μακροπρόθεσμα σχέδια.

 

Back to top button