Την πραγματική επιδίωξη που κρύβεται πίσω από τις επανειλημμένες τουρκικές προσκλήσεις για «διάλογο» αποκαλύπτει ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Anadolu: «δίκαιη μοιρασιά» των πόρων και «κοινή διαχείριση» στην Ανατολική Μεσόγειο, στη βάση όμως των μονομερών διεκδικήσεων της Άγκυρας.
Παράλληλα, η ανάλυση αναδεικνύει δύο ακόμη ζητήματα που ενδιαφέρουν άμεσα την Αθήνα. Πρώτον, ότι η Τουρκία θεωρεί τις NAVTEX, τις επιστημονικές αποστολές και τις επιχειρησιακές ενέργειες επί του πεδίου μέσα επιβολής τετελεσμένων. Δεύτερον, ότι αντιμετωπίζει τη μαζική χρήση φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών ως εργαλείο οικονομικής εξάντλησης των ελληνικών συστημάτων αεράμυνας.
Το κείμενο του καθηγητή Ισμαήλ Σαχίν, προέδρου του Κέντρου Διεθνών Ερευνών Κρίσεων και μέλους του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Bandırma Onyedi Eylül, δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 με τίτλο «Από το Καστελόριζο στην Ανατολική Μεσόγειο: Η πολιτική “διαρκούς κρίσης” της Αθήνας».
Το Anadolu διευκρινίζει ότι οι απόψεις ανήκουν στον αρθρογράφο και δεν αντανακλούν υποχρεωτικά την εκδοτική πολιτική του πρακτορείου. Η δημοσίευση, ωστόσο, σε ένα μέσο που εκφράζει συστηματικά τις τουρκικές κρατικές θέσεις προσφέρει μία καθαρή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα οικοδομεί το αφήγημά της απέναντι στην Ελλάδα.
Τι ζητά από την Ελλάδα
Το σημαντικότερο σημείο βρίσκεται στο συμπέρασμα του άρθρου. Ο Σαχίν υποστηρίζει ότι η μοναδική «λογική και ορθολογική» επιλογή της Αθήνας είναι να εγκαταλείψει τις «ιστορικές φιλοδοξίες» και τις «δυσλειτουργικές συμμαχίες» με εξωτερικές δυνάμεις και να προσέλθει σε διάλογο με την Άγκυρα, βασισμένο σε τακτικές διαβουλεύσεις, «δίκαιη κατανομή» των πόρων, «κοινή διαχείριση». Αυτά για τα οποία πολλές φορές μας κάνουν μασάζ στην Ελλάδα αναλυτές, ακαδημαϊκοί και δεξαμενές σκέψεις τύπου ΕΛΙΑΜΕΠ.
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Τουρκία δεν ζητά απλώς διάλογο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Προβάλλει ως τελικό ζητούμενο ένα καθεστώς συνδιαχείρισης, πριν ακόμη αναγνωριστούν και οριοθετηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο χωρών με βάση το Διεθνές Δίκαιο.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και στη συνέχεια να παρουσιάσει τη μοιρασιά των πόρων ως τη μόνη «δίκαιη» λύση. Το τι ακριβώς θεωρεί δίκαιο η Τουρκία έχει ήδη αποτυπωθεί στη «Γαλάζια Πατρίδα», στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και στους χάρτες που περιορίζουν δραματικά τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Η στοχοποίηση του Καστελόριζου
Η ανάλυση στρέφεται κυρίως κατά του Καστελόριζου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί ένα νησί έκτασης περίπου 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από τις τουρκικές ακτές, για να διεκδικήσει θαλάσσια ζώνη περίπου 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Ο συντάκτης χαρακτηρίζει τις ελληνικές θέσεις «μαξιμαλιστικές» και επικαλείται τον λεγόμενο Χάρτη της Σεβίλλης, το οποίο ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ η Τουρκία, επισημαίνοντας ότι δεν αποτελεί δεσμευτικό έγγραφο για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Διεθνές Δίκαιο.
Τα δικαιώματα του Καστελόριζου όμως δεν καταργούνται επειδή οι Τούρκοι συγχέουν σκόπιμα δύο διαφορετικά ζητήματα: το δικαίωμα ενός κατοικημένου νησιού σε θαλάσσιες ζώνες και την τελική επήρεια που μπορεί να του αναγνωριστεί κατά τη διαδικασία οριοθέτησης.
Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Η ακριβής έκταση της επήρειάς τους εξετάζεται κατά την οριοθέτηση, με βάση τη γεωγραφία και τις ειδικές περιστάσεις. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να ορίζει ότι ένα μικρό νησί κοντά στις ακτές άλλου κράτους στερείται αυτομάτως θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Οι δικαστικές αποφάσεις που επικαλείται το Anadolu για τη Μάγχη, τη διαφορά Λιβύης–Μάλτας και τη Νήσο των Όφεων δεν αποδεικνύουν ότι τα νησιά δεν έχουν δικαιώματα. Δείχνουν ότι η επήρειά τους μπορεί να προσαρμόζεται κατά περίπτωση, ώστε να επιτυγχάνεται δίκαιη οριοθέτηση. Άλλο, όμως, η προσαρμογή της επήρειας και άλλο η εξαφάνιση ενός νησιού από τον θαλάσσιο χάρτη.
Επιπλέον, η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική της επιλεκτική ερμηνεία ως τη μοναδική έκφραση του Διεθνούς Δικαίου.
Οι NAVTEX ως μηχανισμός επιβολής τετελεσμένων
Αποκαλυπτική είναι και η αναφορά στις τουρκικές NAVTEX και στις έρευνες του σκάφους TÜBİTAK MAM ανοικτά του Καστελόριζου.
Ο Σαχίν υποστηρίζει ότι η Τουρκία, μέσω των αναγγελιών και των επιστημονικών δραστηριοτήτων της, «επιβεβαίωσε στην πράξη» τα κυριαρχικά της δικαιώματα και ακύρωσε τις ελληνικές διεκδικήσεις.
Η διατύπωση αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιμετωπίζει τις δραστηριότητές της στην περιοχή. Δεν τις βλέπει απλώς ως επιστημονικές αποστολές ή διοικητικές πράξεις, αλλά ως εργαλεία έμπρακτης κατοχύρωσης των τουρκικών αξιώσεων.
Μια μονομερής NAVTEX, ωστόσο, δεν δημιουργεί κυριαρχικά δικαιώματα ούτε υποκαθιστά μια συμφωνία οριοθέτησης ή απόφαση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Αντίθετα, όταν εκδίδεται για αμφισβητούμενες περιοχές, αποτελεί δήλωση διεκδίκησης και προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων.
Αυτό ακριβώς ενδιαφέρει την Ελλάδα: η τουρκική πλευρά παραδέχεται ουσιαστικά ότι χρησιμοποιεί την παρουσία στο πεδίο για να ενισχύσει νομικά και πολιτικά τις θέσεις της. Η απουσία ελληνικής αντίδρασης ή φυσικής παρουσίας μπορεί στη συνέχεια να αξιοποιηθεί από την τουρκική προπαγάνδα ως απόδειξη αποδοχής των τετελεσμένων.
Ο αμφίβολος ισχυρισμός περί UNESCO
Το άρθρο ισχυρίζεται ακόμη ότι η Τουρκία έχει κατοχυρώσει τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της στην UNESCO και ότι, με αυτόν τον τρόπο, περιόρισε την ελληνική διπλωματική δυνατότητα κινήσεων.
Ο ισχυρισμός παρουσιάζεται χωρίς τεκμηρίωση. Ακόμη και η ανάρτηση ενός εθνικού χάρτη σε διεθνή ή τεχνική πλατφόρμα δεν σημαίνει ότι η UNESCO αναγνώρισε τα θαλάσσια όρια που αυτός απεικονίζει. Οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να καταχωρίζουν στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη χωρίς να αποφαίνονται για τη νομιμότητα ανταγωνιστικών κυριαρχικών διεκδικήσεων.
Επομένως, η επίκληση της UNESCO λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό τέχνασμα που αποσκοπεί να προσδώσει διεθνή νομιμοποίηση σε έναν μονομερή τουρκικό σχεδιασμό.
Η επίσκεψη Μητσοτάκη και οι ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί για τους κατοίκους
Η τριήμερη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο, στη Ρω και σε στρατιωτικά φυλάκια παρουσιάζεται ως προεκλογική κίνηση, με στόχο τη συγκράτηση των δεξιών και πατριωτικών ψηφοφόρων ενόψει των εκλογών του 2027.
Η πολιτική αξιοποίηση μιας πρωθυπουργικής επίσκεψης είναι θεμιτό να εξετάζεται. Το Anadolu, όμως, εμφανίζει την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ σε ελληνικό έδαφος ως «πρόκληση» και «πολιτικό σόου», υιοθετώντας την αντίληψη ότι ακόμη και η άσκηση ελληνικής κυριαρχίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αντιδράσεις της Τουρκίας.
Ακόμη πιο προβληματικός είναι ο ισχυρισμός ότι οι κάτοικοι του Καστελόριζου είναι ενοχλημένοι από την παρουσία της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και επιθυμούν μόνο την ανάπτυξη εμπορικών και τουριστικών σχέσεων με την Τουρκία. Δεν παρουσιάζονται δηλώσεις κατοίκων, τοπικών φορέων ή κάποια συγκεκριμένη έρευνα που να τεκμηριώνει αυτή την εικόνα.
Το ίδιο συμβαίνει με τη δημοσκόπηση σύμφωνα με την οποία το 48% των Ελλήνων θεωρεί μεγαλύτερο πρόβλημα την ακρίβεια και μόλις το 2,1% τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ανάλυση δεν κατονομάζει την εταιρεία, τον χρόνο διεξαγωγής ή τη μεθοδολογία της μέτρησης. Επιπλέον, το γεγονός ότι η οικονομία αποτελεί την πρώτη ανησυχία των πολιτών δεν συνεπάγεται ότι η κοινωνία αποδέχεται την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ο φόβος για τη συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίθεση στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία. Ο Σαχίν τη χαρακτηρίζει «περιορισμένη», «κενή περιεχομένου» και «δυσλειτουργική», υποστηρίζοντας ότι οδηγεί την Ελλάδα σε καθεστώς «τεχνολογικής υποδούλωσης» προς ένα ξένο κράτος.
Η ένταση της διατύπωσης δείχνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιχειρεί να υποστηρίξει το άρθρο. Εάν η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ ήταν πράγματι ανούσια, δεν θα καταλάμβανε τόσο κεντρική θέση σε μια ανάλυση του Anadolu.
Η Άγκυρα παρακολουθεί με ανησυχία την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας, την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», τη μεταφορά τεχνολογίας και τη δυνατότητα διασύνδεσης ελληνικών και ισραηλινών αμυντικών δυνατοτήτων. Γι’ αυτό προσπαθεί να εμφανίσει τη συνεργασία ως εξάρτηση και να καλλιεργήσει αμφιβολίες στο εσωτερικό της Ελλάδας.
Το πραγματικό ζήτημα για την Αθήνα είναι να εξασφαλίσει ότι οι συμφωνίες θα συνοδεύονται από ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας, ελληνικό έλεγχο, συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και δυνατότητα αυτόνομης υποστήριξης των συστημάτων. Η ανάγκη αυτή δεν δικαιώνει την τουρκική θέση, αλλά επιβάλλει σοβαρό ελληνικό σχεδιασμό.
Η αποκάλυψη για τα drones και την οικονομική εξάντληση
Το δεύτερο σημείο που πρέπει να εξεταστεί σοβαρά αφορά τη σύγκριση ανάμεσα στα φθηνά τουρκικά drones και στους ακριβούς ελληνικούς αναχαιτιστικούς πυραύλους.
Το Anadolu υποστηρίζει ότι η εκτόξευση μεγάλου αριθμού φθηνών UAV και επιθετικών drones μπορεί να εξαντλήσει γρήγορα τα πανάκριβα αποθέματα της ελληνικής αεράμυνας, δημιουργώντας μια δυσμενή «ασυμμετρία κόστους» για την Αθήνα. Βέβαια δεν σημειώνει, ότι η Ελλάδα έχει βρει ηλεκτρονικά αντίμετρα κατά των drones, όπως το σύστημα “ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ”, ενώ πρόσφατα απαγόρευσε την πτήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε Κάρπαθο-Κάσο και γύρω νησιά…
Ο «διάλογος» ως αποδοχή των τουρκικών όρων
Η ανάλυση καταλήγει ότι η Ελλάδα σπαταλά δισεκατομμύρια ευρώ σε εξοπλισμούς, ενώ θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφάλειά της μέσω συνεννόησης με την Άγκυρα.
Η θέση θα μπορούσε να συζητηθεί εάν η Τουρκία περιόριζε τον διάλογο στη μία αναγνωρισμένη ελληνοτουρκική διαφορά: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Αντί γι’ αυτό, το Anadolu ζητά «δίκαιη μοιρασιά» και «κοινή διαχείριση», ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι οι τουρκικές NAVTEX έχουν ήδη ακυρώσει τις ελληνικές θέσεις, ότι το Καστελόριζο δεν μπορεί να δημιουργεί ουσιαστικές θαλάσσιες ζώνες και ότι οι ελληνικές αμυντικές συμμαχίες πρέπει να εγκαταλειφθούν.
Αυτό δεν είναι διάλογος χωρίς προϋποθέσεις. Είναι πρόσκληση προς την Ελλάδα να προσέλθει στο τραπέζι έχοντας προηγουμένως αποδεχθεί το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής ατζέντας.
Η αξία της ανάλυσης του Anadolu βρίσκεται ακριβώς σε όσα αποκαλύπτει: η Άγκυρα θεωρεί ότι οι κινήσεις της στο πεδίο περιορίζουν σταδιακά την ελληνική δυνατότητα αντίδρασης, φοβάται την εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ και επενδύει στην ποσοτική και οικονομική πίεση που μπορούν να ασκήσουν τα τουρκικά μη επανδρωμένα συστήματα.
Πάνω απ’ όλα, αποκαλύπτει τι εννοεί όταν μιλά για «ειρήνη» και «δίκαιη λύση»: διαπραγμάτευση των ελληνικών δικαιωμάτων, μοιρασιά των πόρων και, τελικά, συνδιαχείριση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου υπό την πίεση των τετελεσμένων που δημιουργεί η ίδια.