Του Σάββα Καλεντερίδη
Η μεταστάθμευση της 51ης Ταξιαρχίας Κομάντο του τουρκικού στρατού από την περιοχή του Τούντζελι στη Σόκε του Αϊδινίου, απέναντι από το ανατολικό Αιγαίο, προκάλεσε εύλογο ενδιαφέρον στην Ελλάδα. Προκάλεσε όμως και υπερβολές.
Χρειάζεται να δούμε το ζήτημα με ψυχραιμία, με επιχειρησιακούς όρους και κυρίως χωρίς να κάνουμε μόνοι μας ψυχολογικό πόλεμο στον εαυτό μας.
Η συγκεκριμένη κίνηση δεν σημαίνει ότι αύριο το πρωί η Τουρκία πρόκειται να επιτεθεί στη Σάμο. Ούτε αποτελεί από μόνη της δραματική ανατροπή της στρατιωτικής ισορροπίας στο Αιγαίο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορη.
Γιατί η 51η Ταξιαρχία πήγε στη Σόκε
Η Σόκε βρίσκεται σε εξαιρετικά σημαντική γεωγραφική θέση. Είναι κοντά στο Κουσάντασι και στην Έφεσο και, από επιχειρησιακής απόψεως, βρίσκεται περίπου στο κέντρο της τουρκικής ακτογραμμής απέναντι από τα μεγάλα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.
Αυτό της δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μία δύναμη που βρίσκεται εκεί μπορεί να κινηθεί τόσο προς Βορρά όσο και προς Νότο.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να έχει έναν σχηματισμό αποκλειστικά απέναντι από τη Σάμο. Χρειάζεται δυνάμεις που, ανάλογα με το επιχειρησιακό σχέδιο, θα μπορούν να μεταφερθούν εκεί όπου απαιτείται.
Υπάρχει και δεύτερος παράγοντας.
Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει αεροπορική υποδομή η οποία μπορεί να υποστηρίξει εκπαίδευση και επιχειρήσεις με ελικόπτερα. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί για να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι μία τουρκική ταξιαρχία «κομάντο».
Δεν πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε υποχρεωτικά με τα ελληνικά οργανωτικά πρότυπα των Καταδρομών.
Πρόκειται για σχετικά ελαφρύ και ευέλικτο σχηματισμό, σχεδιασμένο ώστε να μπορεί να μετακινείται γρήγορα και να συμμετέχει, μεταξύ άλλων, σε αεροκίνητες επιχειρήσεις.
Και όταν μιλάμε για το Αιγαίο, αυτό αποκτά συγκεκριμένη επιχειρησιακή σημασία.
Η Στρατιά Αιγαίου και η EFES
Η Στρατιά Αιγαίου διαθέτει ήδη οργανικούς σχηματισμούς και μέσα που σχετίζονται με επιχειρήσεις στο συγκεκριμένο γεωγραφικό περιβάλλον.
Παράλληλα, στις μεγάλες ασκήσεις EFES ενισχύεται με δυνάμεις από άλλους σχηματισμούς του τουρκικού στρατού, καθώς και με μέσα και μονάδες διαφορετικών κλάδων.
Εκεί ακριβώς πρέπει να εντάξουμε και τη μετακίνηση της 51ης Ταξιαρχίας.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε, άλλωστε, ότι η απόφαση για τη μεταστάθμευση είχε εγκριθεί ήδη από τον Ιούνιο, έπειτα από αξιολόγηση των επιχειρησιακών αναγκών.
Αυτό είναι σημαντικό.
Διότι σημαίνει ότι δεν πρέπει να παρουσιάζεται η μετακίνηση ως άμεση τουρκική αντίδραση στην πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο.
Η χρονική ακολουθία δεν υποστηρίζει αυτή την ερμηνεία.
Μπορούμε, βεβαίως, να επισημάνουμε την αντίφαση: η Τουρκία απαιτεί την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και την ίδια στιγμή ενισχύει και αναδιατάσσει στρατιωτικούς σχηματισμούς στα μικρασιατικά παράλια.
Αυτό είναι πολιτικά και στρατηγικά σημαντικό.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να καλλιεργούμε πανικό.
Το πραγματικό μήνυμα βρίσκεται στις δηλώσεις Φιντάν
Περισσότερη προσοχή από τη μεταστάθμευση της 51ης Ταξιαρχίας αξίζει, κατά τη γνώμη μου, η πολιτική ρητορική που συνοδεύει τις τουρκικές κινήσεις.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η Άγκυρα δεν θέλει η Ελλάδα να μετατραπεί σε «πιόνι» δυνάμεων που, κατά την τουρκική εκδοχή, επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Παράλληλα επανέφερε το θέμα του εξοπλισμού των ελληνικών νησιών.
Εδώ βρίσκεται ένα σοβαρό ζήτημα.
Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει την ελληνική αμυντική προπαρασκευή ως παράγοντα αποσταθεροποίησης, ενώ η ίδια διατηρεί απέναντι από τα ελληνικά νησιά σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, πραγματοποιεί αποβατικές ασκήσεις και εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli έναντι της Ελλάδας για το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων.
Αυτό πρέπει να αναδεικνύεται συστηματικά από την ελληνική διπλωματία.
Όχι περιστασιακά. Όχι μόνο όταν προκαλείται μία νέα κρίση.
Συστηματικά.
Από τον Φιντάν στο τουρκικό υπουργείο Άμυνας
Μία ημέρα αργότερα, η ίδια γραμμή επαναλήφθηκε από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας.
Ο εκπρόσωπός του, Ζεκί Ακτούρκ, αναφέρθηκε στην επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο και υποστήριξε ότι η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων και πολεμικού πλοίου στο νησί δεν συνάδει με το καθεστώς που η Άγκυρα θεωρεί ότι απορρέει από τη Συνθήκη των Παρισίων.
Η Τουρκία, δηλαδή, δεν περιορίζεται σε μία δήλωση του υπουργού Εξωτερικών.
Βλέπουμε μία συνέχεια ανάμεσα στην πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία.
Και αυτό είναι το σημείο που πρέπει να μας απασχολήσει.
Η ελληνική απάντηση ήταν ότι η χώρα διαμορφώνει κυρίαρχα και ανεξάρτητα την εξωτερική της πολιτική, ότι οι τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης στερούνται νομικού ερείσματος και ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την άμυνα της επικράτειάς της.
Αυτή είναι η ουσία.
Η Ελλάδα δεν εξοπλίζει τα νησιά για να επιτεθεί στην Τουρκία. Τα εξοπλίζει επειδή οφείλει να μπορεί να τα υπερασπιστεί.
Η αντίφαση της τουρκικής στρατηγικής
Η Άγκυρα θέλει ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι επιδιώκει «ειρήνη και σταθερότητα» στο Αιγαίο και να διατηρεί ανοιχτές διεκδικήσεις, στρατιωτικές δυνατότητες και την απειλή χρήσης βίας.
Αυτά τα δύο δεν συμβιβάζονται εύκολα.
Δεν μπορείς να απαιτείς από τον απέναντι να περιορίσει την άμυνά του, όταν ο ίδιος διατηρείς στρατιωτική διάταξη ικανή να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Γι’ αυτό και το casus belli πρέπει να βρίσκεται συνεχώς στο κέντρο της ελληνικής επιχειρηματολογίας στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κάθε διμερή ή πολυμερή επαφή.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε φοβικά σύνδρομα ούτε λεονταρισμούς.
Χρειάζεται σοβαρή αποτροπή.
Και η Κύπρος στο ίδιο κάδρο
Η ίδια λογική εμφανίζεται και στο Κυπριακό.
Η Τουρκία επέκρινε την παράταση της αμερικανικής άρσης των περιορισμών στην πώληση αμυντικού υλικού προς την Κυπριακή Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις «ευαίσθητες ισορροπίες» στο νησί.
Όμως η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοήσει: το βόρειο τμήμα της Κύπρου βρίσκεται υπό τουρκικό στρατιωτικό έλεγχο από το 1974 και σημαντικές τουρκικές δυνάμεις παραμένουν στο νησί.
Δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από την Κυπριακή Δημοκρατία να παραμένει αμυντικά αδύναμη και αυτό να παρουσιάζεται ως προϋπόθεση «σταθερότητας».
Το συμπέρασμα
Η 51η Ταξιαρχία Κομάντο δεν είναι λόγος πανικού.
Είναι όμως ένα ακόμη κομμάτι ενός στρατιωτικού μηχανισμού που η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή.
Το κρίσιμο είναι να μη συγχέουμε την ψυχραιμία με τον εφησυχασμό.
Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει ακριβώς τις τουρκικές δυνατότητες, τα επιχειρησιακά σχέδια, τη διάταξη των μονάδων και τη λογική των ασκήσεων που πραγματοποιούνται απέναντι από τα νησιά μας.
Και ταυτόχρονα πρέπει να απαντά πολιτικά σε κάθε προσπάθεια αντιστροφής της πραγματικότητας.
Όταν μία χώρα διατηρεί στρατιωτικές δυνατότητες απέναντι από τα νησιά σου, πραγματοποιεί ασκήσεις με αποβατικά και αεροκίνητα σενάρια και ταυτόχρονα απαιτεί να περιορίσεις την άμυνά σου, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε πανικός ούτε αυταπάτες.
Πρέπει να είναι ισχυρή άμυνα, αξιόπιστη αποτροπή, σοβαρή διπλωματία και συνεχής επαγρύπνηση.
Αυτό είναι το μήνυμα που πρέπει να εκπέμπει η Ελλάδα.