Αυξανόμενες πιέσεις δέχεται η Αθήνα από εταίρους της στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να παραχωρήσει στην Ουκρανία μέρος των ελληνικών αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot, καθώς και σημαντικό αριθμό πυραύλων αναχαίτισης.
Δημοσίευμα στο ρωσικό “TopWar” κάνει λόγο για ανησυχίες στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο.
Πρωταγωνιστικό ρόλο στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις διαδραματίζουν η Γερμανία και η Ολλανδία, με τη στήριξη της Γαλλίας. Στις Βρυξέλλες προβάλλεται ως επιχείρημα η ανάγκη ενίσχυσης της καταπονημένης ουκρανικής αεράμυνας, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζικές ρωσικές επιθέσεις.
Οι απαιτήσεις που διατυπώνονται, ωστόσο, μόνο περιορισμένες δεν είναι. Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φέρονται να ζητούν από την Ελλάδα να αποδεσμεύσει τουλάχιστον τις μισές από τις έξι επιχειρησιακές συστοιχίες Patriot που διαθέτει. Πρόκειται, δηλαδή, για τρεις ολόκληρες πυροβολαρχίες, μαζί με σημαντικό αριθμό πυραύλων.
Το αίτημα για 200 πυραύλους PAC-2
Από την πλευρά του, το Κίεβο εμφανίζεται να έχει αναπροσαρμόσει το αίτημά του, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του κυρίως στους πυραύλους Patriot PAC-2. Η ουκρανική πλευρά φέρεται να ζητά έως και 200 πυραύλους, υποστηρίζοντας ότι, έπειτα από περίπου 23 χρόνια υπηρεσίας στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, μέρος των ελληνικών αποθεμάτων πλησιάζει στο τέλος του επιχειρησιακού χρόνου ζωής του.
Με βάση αυτή τη λογική, η Αθήνα θα αναγκαζόταν ούτως ή άλλως να αποσύρει σταδιακά ορισμένα από τα συγκεκριμένα πυρομαχικά. Επομένως, σύμφωνα με το ουκρανικό επιχείρημα, θα μπορούσε να τα παραχωρήσει πριν καταστούν μη αξιοποιήσιμα.
Η αναφορά αυτή, όμως, προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα στους κόλπους των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Στρατιωτικές πηγές διερωτώνται πώς είναι δυνατόν το Κίεβο να γνωρίζει πόσους ακριβώς πυραύλους διαθέτει η Ελλάδα, ποιο μέρος των αποθεμάτων έχει ανανεωθεί και ποια βλήματα πλησιάζουν στο τέλος του προβλεπόμενου χρόνου υπηρεσίας τους.
Δεν πρόκειται για στοιχεία που κυκλοφορούν ελεύθερα. Αντιθέτως, αφορούν την επιχειρησιακή κατάσταση ενός κρίσιμου οπλικού συστήματος και, κατά συνέπεια, αποτελούν ευαίσθητες ή ακόμη και διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Το βασικό ερώτημα είναι σαφές: ποιος παρέδωσε αυτά τα δεδομένα στην Ουκρανία;
Η Ουκρανία δεν αποτελεί κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Συνεπώς, η ενδεχόμενη διαβίβαση διαβαθμισμένων πληροφοριών που αφορούν τις δυνατότητες της ελληνικής αεράμυνας θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα παραβίασης των κανόνων εμπιστευτικότητας της Συμμαχίας. Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η Ελλάδα έχει προχωρήσει κατά καιρούς σε ανανέωση και υποστήριξη των σχετικών αποθεμάτων.
Το σχέδιο μέσω Νορβηγίας
Ο μηχανισμός που προτείνεται από τις Βρυξέλλες προβλέπει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την πώληση των ελληνικών συστημάτων ή πυρομαχικών στη Νορβηγία. Στη συνέχεια, το Όσλο θα αναλάμβανε τη χρηματοδότηση και την οργάνωση της απευθείας μεταφοράς τους στην Ουκρανία.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να παρακαμφθούν οι έντονες ελληνικές αντιδράσεις και να παρουσιαστεί η διαδικασία όχι ως άμεση δωρεά της Αθήνας προς το Κίεβο, αλλά ως διακρατική εμπορική συμφωνία με ενδιάμεσο τη Νορβηγία.
Το κρίσιμο πρόβλημα παραμένει η αντικατάσταση των ελληνικών αποθεμάτων. Η παγκόσμια ζήτηση για τα συστήματα και τους πυραύλους της Raytheon είναι εξαιρετικά υψηλή, ενώ οι χρόνοι παραγωγής και παράδοσης έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η Ελλάδα, επομένως, θα κινδύνευε να παραχωρήσει άμεσα ένα κρίσιμο μέρος της αεράμυνάς της χωρίς να γνωρίζει πότε θα μπορέσει να το αντικαταστήσει.
Γιατί η Αθήνα αρνείται
Η ελληνική πλευρά απορρίπτει σταθερά τις σχετικές πιέσεις, επισημαίνοντας ότι τα Patriot δεν βρίσκονται σε αποθήκες ούτε αποτελούν πλεονάζον υλικό. Αντιθέτως, είναι πλήρως ενταγμένα στον εθνικό αμυντικό σχεδιασμό και συγχρόνως υπηρετούν ανάγκες συλλογικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ.
Μία ελληνική πυροβολαρχία έχει αναπτυχθεί στη Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο αποστολής προστασίας κρίσιμων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, συστήματα έχουν τοποθετηθεί στη Σούδα, στην Κάρπαθο και στον Έβρο, καλύπτοντας κομβικές υποδομές στην Κρήτη, τα ανατολικά σύνορα και τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η αφαίρεση ακόμη και μίας πυροβολαρχίας από αυτή τη διάταξη θα μπορούσε να προκαλέσει επιχειρησιακό κενό. Η απαίτηση για παραχώρηση τριών από τις έξι συστοιχίες θα επέφερε, πολύ περισσότερο, δραματική συρρίκνωση των ελληνικών αντιαεροπορικών δυνατοτήτων σε μία περίοδο κατά την οποία η ευρύτερη περιοχή παραμένει εξαιρετικά ασταθής.
Η Αθήνα υπενθυμίζει ότι έχει ήδη συνεισφέρει στην υποστήριξη της Ουκρανίας, μεταξύ άλλων μέσω της διάθεσης παλαιότερων αποθεμάτων πυραύλων Sea Sparrow και Crotale. Ξεκαθαρίζει, όμως, ότι άλλο πράγμα αποτελεί η παραχώρηση υλικού που μπορεί να αποδεσμευτεί και άλλο η απογύμνωση της ελληνικής αεράμυνας από συστήματα πρώτης γραμμής.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποθήκη οπλισμού, από την οποία οι σύμμαχοι θα αντλούν συστήματα ανάλογα με τις ανάγκες τους. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να αποδεχθεί τετελεσμένα βασισμένα σε πληροφορίες για τα ελληνικά αποθέματα, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί πώς αυτές οι πληροφορίες έφθασαν στα χέρια της ουκρανικής πλευράς.