Πόσο κοντά βρέθηκαν Τουρκία και Ισραήλ σε μια απευθείας στρατιωτική σύγκρουση στη Συρία; Και τι θα συνέβαινε εάν ένας Τούρκος πιλότος είχε πατήσει το κουμπί εκτόξευσης πυραύλου εναντίον ενός ισραηλινού μαχητικού;
Αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο σενάριο εξετάζει ο Ιμπραήμ Χαμιντί σε νέο άρθρο του στο Al Majalla, με αφορμή το ισραηλινό πλήγμα της 18ης Αυγούστου στην αεροπορική βάση Abu al-Duhur στη βόρεια Συρία.
Ο έμπειρος Σύρος δημοσιογράφος και αναλυτής υποστηρίζει ότι η επιχείρηση, η οποία κατέστρεψε τους διαδρόμους της βάσης, παραλίγο να προκαλέσει κάτι πολύ σοβαρότερο: μια ακούσια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, δύο στενών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με όσα περιγράφει, η Άγκυρα δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την ισραηλινή επιχείρηση.
Οι ΗΠΑ εξέτασαν τις ισραηλινές πληροφορίες – Δεν πείστηκαν
Το παρασκήνιο άρχισε αρκετές ημέρες πριν από τον βομβαρδισμό.
Σύμφωνα με τον Χαμιντί, Ισραηλινοί αξιωματούχοι ενημέρωσαν τους Αμερικανούς ότι διέθεταν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Τουρκία προετοιμαζόταν να αναπτύξει στρατιωτικά μέσα στην Abu al-Duhur.
Η Ουάσιγκτον εξέτασε τις πληροφορίες.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, σύμφωνα πάντα με το Al Majalla, ήταν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιβεβαίωναν την ισραηλινή εκδοχή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν τότε να λειτουργήσουν ως μεσολαβητής, διευκολύνοντας επαφές μεταξύ της Μοσάντ, της Δαμασκού και της Άγκυρας, προκειμένου να απαντηθούν οι ισραηλινές ανησυχίες και να αποφευχθεί μια επικίνδυνη κλιμάκωση.
Όλα έδειχναν αποκλιμάκωση
Δύο ημέρες αργότερα, ο Σύρος υπουργός Εξωτερικών Ασάαντ αλ-Σαϊμπάνι συναντήθηκε στην Κωνσταντινούπολη με τον Αμερικανό απεσταλμένο για τη Συρία Τομ Μπάρακ.
Η εκτίμηση των δύο πλευρών ήταν ότι η κρίση φαινόταν να οδηγείται προς εκτόνωση.
Υπήρχε μάλιστα η αίσθηση ότι θα μπορούσε να ανοίξει ξανά ο δρόμος για τις συροϊσραηλινές διαπραγματεύσεις, οι οποίες είχαν ανασταλεί από τις αρχές του έτους.
Παράλληλα, εξεταζόταν η περαιτέρω ανάπτυξη της «μονάδας συντονισμού» που είχε δημιουργηθεί στο Αμμάν, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών για κοινές απειλές και κυρίως την αποφυγή στρατιωτικών παρεξηγήσεων.
Με άλλα λόγια, οι εμπλεκόμενες πλευρές πίστευαν ότι ο μηχανισμός αποκλιμάκωσης λειτουργούσε.
Μέχρι την επόμενη ημέρα.
Τα ισραηλινά μαχητικά απογειώθηκαν – Η Τουρκία δεν γνώριζε τίποτα
Χωρίς προειδοποίηση, ισραηλινά μαχητικά απογειώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς τη βόρεια Συρία.
Στόχος ήταν οι διάδρομοι της Abu al-Duhur.
Σύμφωνα με τον Χαμιντί, η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί για την αποστολή.
Τα τουρκικά ραντάρ εντόπισαν τα ισραηλινά αεροσκάφη να κινούνται βόρεια, χωρίς όμως η Άγκυρα να γνωρίζει ούτε τον προορισμό τους ούτε τον στόχο που επρόκειτο να προσβάλουν.
Αυτή ακριβώς ήταν, κατά τον αρθρογράφο, η πιο επικίνδυνη στιγμή ολόκληρης της κρίσης.
Όχι επειδή η Τουρκία και το Ισραήλ είχαν αποφασίσει να πολεμήσουν.
Αλλά επειδή μπορούσαν να οδηγηθούν σε πόλεμο χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να τον έχει σχεδιάσει.
Το εφιαλτικό σενάριο: «Τί θα γινόταν αν οι Τούρκοι απογείωναν μαχητικά;»
Ο Χαμιντί θέτει μια αλληλουχία ερωτημάτων.
Τι θα συνέβαινε εάν η Τουρκία, βλέποντας άγνωστης αποστολής ισραηλινά μαχητικά να κατευθύνονται προς τα βόρεια, απογείωνε δικά της αεροσκάφη για αναχαίτιση;
Τι θα γινόταν εάν οι Τούρκοι πιλότοι προειδοποιούσαν τους Ισραηλινούς και εκείνοι δεν ανταποκρίνονταν;
Και, κυρίως:
Τι θα συνέβαινε εάν ένας Τούρκος πιλότος, έχοντας στη διάθεσή του ελάχιστα δευτερόλεπτα για να αποφασίσει, θεωρούσε τα ισραηλινά αεροσκάφη απειλή, εκτόξευε πύραυλο και κατέρριπτε ένα από αυτά;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό.
Η Συρία έχει ήδη προσφέρει δύο πολύ επικίνδυνα ιστορικά προηγούμενα.
2015: Όταν η Τουρκία κατέρριψε το ρωσικό Su-24
Στις 24 Νοεμβρίου 2015 τουρκικό F-16 κατέρριψε ρωσικό βομβαρδιστικό Su-24 κοντά στα τουρκοσυριακά σύνορα.
Η Άγκυρα υποστήριξε τότε ότι το ρωσικό αεροσκάφος είχε παραβιάσει τον τουρκικό εναέριο χώρο και ότι είχε αγνοήσει επανειλημμένες προειδοποιήσεις.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν χαρακτήρισε την κατάρριψη «μαχαιριά στην πλάτη».
Η Ρωσία επέβαλε τιμωρητικά μέτρα στην Τουρκία, οι στρατιωτικοί δίαυλοι μεταξύ των δύο χωρών διακόπηκαν και οι ρωσοτουρκικές σχέσεις οδηγήθηκαν σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις τους.
Παρά ταύτα, Μόσχα και Άγκυρα κατάφεραν τελικά να αποφύγουν την απευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση και στη συνέχεια διαμόρφωσαν νέους κανόνες εμπλοκής.
2018: Συριακός πύραυλος κατέρριψε ρωσικό αεροσκάφος – Η Μόσχα κατηγόρησε το Ισραήλ
Τρία χρόνια αργότερα σημειώθηκε ένα δεύτερο χαρακτηριστικό περιστατικό.
Συριακή αεράμυνα κατέρριψε κατά λάθος ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος πάνω από τη Μεσόγειο, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ισραηλινές επιδρομές στην περιοχή.
Ο πύραυλος ήταν συριακός.
Η Μόσχα, όμως, θεώρησε το Ισραήλ υπεύθυνο για τις συνθήκες που οδήγησαν στην κατάρριψη.
Ακολούθησε σοβαρή επιδείνωση των ρωσοϊσραηλινών σχέσεων, μέχρι να υπάρξει ισραηλινή απολογία και νέες συνεννοήσεις για τους κανόνες εμπλοκής.
Το τρίτο περιστατικό που παραλίγο να συμβεί
Στην Abu al-Duhur, σύμφωνα με τον Χαμιντί, παραλίγο να υπάρξει ένα τρίτο ανάλογο περιστατικό.
Μόνο που αυτή τη φορά το αεροσκάφος θα ήταν ισραηλινό και ο πύραυλος τουρκικός.
Εάν ένα ισραηλινό μαχητικό εισερχόταν στον τουρκικό εναέριο χώρο, η Άγκυρα θα μπορούσε να επικαλεστεί ακριβώς το επιχείρημα που είχε χρησιμοποιήσει το 2015 απέναντι στη Ρωσία: προστασία της εθνικής κυριαρχίας και των συνόρων της.
Εάν όμως το επεισόδιο συνέβαινε εντός του συριακού εναέριου χώρου, η κατάσταση θα ήταν πολύ πιο σύνθετη.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Τρεις διαφορετικές στρατηγικές στον ίδιο ουρανό
Πάνω από τη Συρία συγκρούονται σήμερα τρεις διαφορετικές αντιλήψεις περί ασφάλειας και κυριαρχίας.
Το Ισραήλ θεωρεί ότι πρέπει να διατηρεί την ελευθερία στρατιωτικής δράσης βόρεια των συνόρων του, ώστε να εμποδίζει την ανάπτυξη απειλών και να διατηρεί επιχειρησιακές δυνατότητες προς το Ιράν.
Η Τουρκία αντιμετωπίζει τη βόρεια Συρία ως ζωτικό τμήμα της δικής της εθνικής ασφάλειας. Διαθέτει στρατεύματα, βάσεις, συμμάχους και στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Δαμασκός, από την πλευρά της, επιμένει στο αυτονόητο από την οπτική της κρατικής κυριαρχίας: το συριακό έδαφος και ο συριακός εναέριος χώρος ανήκουν στη Συρία.
Τρεις στρατηγικές, επομένως, τέμνονται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Και η Ουάσιγκτον προσπαθεί να τις κρατήσει χωριστά.
Τί θα έκανε ο Νετανιάχου αν έχανε ισραηλινό μαχητικό;
Ο Χαμιντί προχωρά στο επόμενο και ακόμη δυσκολότερο ερώτημα.
Εάν η Τουρκία κατέρριπτε πράγματι ένα ισραηλινό αεροσκάφος, πώς θα αντιδρούσε το Τελ Αβίβ;
Ο αρθρογράφος θεωρεί δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ιδιαίτερα σε προεκλογική περίοδο, να αντιμετωπίζει την απώλεια ισραηλινού μαχητικού ως ένα περιστατικό που μπορεί απλώς να κλείσει μέσω διπλωματικών διαύλων.
Μια κατάρριψη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ισραηλινά αντίποινα.
Τα αντίποινα θα μπορούσαν να προκαλέσουν τουρκική ανταπάντηση.
Και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η Συρία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θέατρο μιας τουρκοϊσραηλινής στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Ο εφιάλτης της Ουάσιγκτον: Δύο σύμμαχοι σε σύγκρουση
Σε ένα τέτοιο σενάριο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονταν μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Από τη μία το Ισραήλ, με το οποίο οι ΗΠΑ διατηρούν ειδική στρατηγική σχέση.
Από την άλλη η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, στρατηγικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και χώρα με αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Τι θα έλεγε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Νετανιάχου εάν η Τουρκία κατέρριπτε ισραηλινό μαχητικό;
Και τι θα έλεγε στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εάν το Ισραήλ απαντούσε βομβαρδίζοντας τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις;
Θα υποστήριζε το Ισραήλ;
Θα στεκόταν στο πλευρό ενός συμμάχου του ΝΑΤΟ;
Ή θα επιχειρούσε να αναγκάσει και τις δύο πλευρές να απορροφήσουν τα πλήγματα και να σταματήσουν την κλιμάκωση;
Αυτό είναι το στρατηγικό αδιέξοδο που θα δημιουργούσε μια απευθείας τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση για την Ουάσιγκτον.
Τι θα κέρδιζε και τι θα έχανε η Συρία
Η Δαμασκός βρίσκεται επίσης μπροστά σε ένα παράδοξο.
Μια τουρκική αντίδραση απέναντι σε ισραηλινά αεροσκάφη θα μπορούσε να δείξει για πρώτη φορά εδώ και χρόνια ότι η ισραηλινή ελευθερία δράσης πάνω από τη Συρία δεν είναι απεριόριστη.
Η τουρκική παρουσία στον βορρά θα μπορούσε, με άλλα λόγια, να δημιουργήσει μια νέα γραμμή την οποία η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία θα έπρεπε πλέον να υπολογίζει.
Το τίμημα όμως για τη Συρία θα μπορούσε να είναι τεράστιο.
Το ίδιο το συριακό έδαφος θα μετατρεπόταν σε πεδίο σύγκρουσης δύο ξένων περιφερειακών δυνάμεων.
Η Δαμασκός θα βρισκόταν παγιδευμένη ανάμεσα στη στενή σχέση της με την Άγκυρα, στις διαπραγματεύσεις της με το Ισραήλ και στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει την κυριαρχία της σε ολόκληρη τη χώρα.
Το παράδοξο της «νέας Συρίας»
Εδώ βρίσκεται, κατά τον Χαμιντί, η μεγάλη αντίφαση της μεταπολεμικής Συρίας.
Η νέα ηγεσία επιχειρεί να βγάλει τη χώρα από τους πολέμους των άλλων.
Η γεωγραφία της, όμως, εξακολουθεί να φέρνει τους πολέμους των άλλων μέσα στο συριακό έδαφος.
Οι Αμερικανοί προσπαθούν να δημιουργήσουν μηχανισμούς αποτροπής στρατιωτικών τριβών.
Οι Σύροι επιθυμούν επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.
Οι Τούρκοι, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν επιθυμούν πόλεμο με το Ισραήλ.
Οι Ισραηλινοί, όμως, εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα στο δόγμα ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου, αντιμετωπίζοντας την εμφάνιση μιας μελλοντικής απειλής ως κάτι που πρέπει να εξουδετερώνεται πριν παγιωθεί.
Οι πόλεμοι μπορεί να αρχίσουν μέσα σε δευτερόλεπτα
Το κεντρικό μήνυμα του άρθρου του Ιμπραήμ Χαμιντί είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό.
Οι πόλεμοι δεν ξεκινούν πάντοτε επειδή οι πολιτικές ηγεσίες αποφάσισαν ότι θέλουν να πολεμήσουν.
Μπορούν να αρχίσουν επειδή ένα αεροσκάφος βρέθηκε στο λάθος σημείο.
Επειδή ένα ραντάρ το εντόπισε.
Επειδή δεν υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση.
Επειδή μια προειδοποίηση δεν έγινε αντιληπτή.
Και επειδή ένας πιλότος είχε μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να αποφασίσει εάν θα πατήσει το κουμπί.
Η Abu al-Duhur έδειξε πόσο κοντά μπορεί να βρίσκεται αυτό το σενάριο.
Και με τον Νετανιάχου να υπολογίζει ήδη τις πολιτικές ισορροπίες ενόψει εκλογών και τον Ερντογάν να πλησιάζει επίσης σε αποφάσεις που αφορούν το δικό του εκλογικό μέλλον, ο Χαμιντί εκτιμά ότι μπορεί να ακολουθήσουν νέες δοκιμασίες.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν Ισραήλ και Τουρκία θέλουν να πολεμήσουν.
Σήμερα, όλα δείχνουν πως δεν το θέλουν.
Το πραγματικά επικίνδυνο ερώτημα είναι διαφορετικό:
Τι θα συμβεί την επόμενη φορά που ένα ισραηλινό μαχητικό θα εμφανιστεί στο τουρκικό ραντάρ και ένας Τούρκος πιλότος θα έχει μερικά μόνο δευτερόλεπτα για να αποφασίσει;
Ποιος είναι ο Ιμπραήμ Χαμιντί
Ο Ιμπραήμ Χαμιντί είναι Σύρος δημοσιογράφος και αναλυτής με πολυετή ενασχόληση με το συριακό ζήτημα και τις περιφερειακές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής. Στην αρθρογραφία του στο Al Majalla επικεντρώνεται ιδιαίτερα στο διπλωματικό και στρατιωτικό παρασκήνιο γύρω από τη Συρία, τις σχέσεις της Δαμασκού με τις περιφερειακές δυνάμεις και την αμερικανική πολιτική στην περιοχή.
Η ταυτότητα του Al Majalla
Το Al Majalla είναι αραβικό περιοδικό πολιτικής, διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικής, με έδρα το Λονδίνο και ιστορία που ξεκινά από το 1980. Εκδίδεται από τον Saudi Research and Media Group (SRMG), έναν από τους σημαντικότερους ομίλους ενημέρωσης της Μέσης Ανατολής, στον οποίο ανήκει και η Asharq Al-Awsat. Διαθέτει αραβική και αγγλόφωνη έκδοση και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις εξελίξεις στη Συρία, το Ισραήλ, το Ιράν, την Τουρκία και συνολικά στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής.
Σχόλιο Geopolitico: Το ερώτημα του άρθρου είναι ρητορικό. Οι Τούρκοι απειλούν ότι θα κάνουν ό,τι έκαναν και με το ρωσικό μαχητικό που το 2015. Εδώ όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πρακτικά, οι Τούρκοι ούτε καν εντόπισαν στα ραντάρ τους τα F-35 όταν βομβάρδισαν τη Αλ Ντουχούρ. Συνεπώς η δήλωση του Τομ Μπάρακ ότι οι Τούρκοι θα σήκωναν F-16 ήταν εντελώς άτοπη, γιατί δεν είδαν καν τα ισραηλινά μαχητικά.