Σε έναν κόσμο πολέμων, γεωπολιτικών ανακατατάξεων, κοινωνικής αποδιάρθρωσης, οικονομικής ανισότητας και τεχνολογικών ανατροπών, ένα παλαιό αλλά αμείλικτο ερώτημα επιστρέφει: πολιτισμός ή βαρβαρότητα;
Αυτό το δίλημμα βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Αντιθέσεις» στην ΚΡΗΤΗ TV, με τον Γιώργο Σαχίνη να φιλοξενεί τον σκηνοθέτη, δάσκαλο θεάτρου, θρησκειολόγο και ερευνητή της πολιτιστικής διπλωματίας Σωτήρη Καραμεσίνη.
Ήταν μια συζήτηση που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του θεάτρου. Άγγιξε την ελληνική ταυτότητα, τη δύναμη της γλώσσας, την κρίση της Παιδείας, τη φαβελοποίηση των δυτικών κοινωνιών, την πολιτική ορθότητα, την τεχνητή νοημοσύνη, τη διασπορά και την ανάγκη συγκρότησης ενός νέου συλλογικού «εμείς».
«Έρχεται ένα νέο παράδειγμα»
Ο Σωτήρης Καραμεσίνης περιέγραψε την εποχή ως ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Όπως υποστήριξε, ένα νέο μοντέλο οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής εμφανίζεται, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπόγεια, επιχειρώντας να διαρρήξει τη σχέση της ανθρωπότητας με όσα μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ως ανθρωπισμό.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η εργασία, οι δημοκρατίες, η πολιτική και η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση βρίσκονται μπροστά σε αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι εάν θα συνεχίσουμε να μιλάμε για έναν ανθρώπινο πολιτισμό ή εάν θα περάσουμε σε έναν τεχνοανθρώπινο κόσμο, στον οποίο ο άνθρωπος θα πάψει να αποτελεί το κέντρο.
Ο πολιτισμός, άλλωστε, δεν είναι ένα διακοσμητικό συμπλήρωμα της κοινωνίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος απαντά στα μεγάλα ερωτήματα: γιατί ζει, γιατί πεθαίνει, ποια είναι η σχέση του με τη φύση, τη μνήμη, το θείο και τον συνάνθρωπο.
Η αρχαία τραγωδία μέσα στις φαβέλες
Ιδιαίτερο βάρος είχε η αφήγηση του Καραμεσίνη για τα οκτώ χρόνια που έζησε και εργάστηκε στη Βραζιλία. Η αρχή έγινε όταν παρακολούθησε την ταινία «Η Πόλη του Θεού» και αποφάσισε να αναζητήσει τους νέους ηθοποιούς που είχαν συμμετάσχει σε αυτή.
Το 2008 βρέθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο και ανέβηκε στις φαβέλες, περνώντας, όπως αποκάλυψε, ακόμη και από τον έλεγχο ένοπλων παιδιών. Εκεί δίδαξε τη θεατρική του μέθοδο και επιχείρησε κάτι που για πολλούς έμοιαζε αδιανόητο: να φέρει τις «Βάκχες» του Ευριπίδη μέσα στην καθημερινότητα ανθρώπων αποκλεισμένων από το επίσημο πολιτιστικό σύστημα.
«Θα φύγω από τα κόκκινα χαλιά και θα πάω στις φαβέλες να κάνω θέατρο», ήταν η απόφαση που περιέγραψε στον Γιώργο Σαχίνη.
Η πραγματικότητα ήταν σκληρή. Υπήρξαν πρόβες κατά τις οποίες οι ηθοποιοί αναγκάζονταν να πέσουν στο πάτωμα μέχρι να σταματήσουν οι πυροβολισμοί. Κι όμως, η θεατρική εργασία συνεχίστηκε. Ακολούθησαν παραστάσεις του Ευριπίδη, έργα του Σαρτρ, του Καμί και του Όσκαρ Ουάιλντ, αλλά και ένα πρόγραμμα θεατρικής εκπαίδευσης για εκατοντάδες παιδιά.
Ο Καραμεσίνης θέλησε, όμως, να αποκαταστήσει και μια μεγάλη αλήθεια: οι κάτοικοι των φαβελών δεν είναι συλλήβδην εγκληματίες. Είναι εργαζόμενοι, οδηγοί, δάσκαλοι, υπάλληλοι και οικογένειες που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος στέγασης και έχουν εγκαταλειφθεί από το κράτος.
Η φαβελοποίηση έφτασε στη Δύση
Η φαβέλα, όπως ειπώθηκε στις «Αντιθέσεις», δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά λατινοαμερικανικό φαινόμενο. Η φαβελοποίηση προχωρά ραγδαία στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ελλάδα.
Εργαζόμενοι που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο, οικογένειες χωρίς πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη, γειτονιές χωρίς πάρκα, πεζοδρόμια και βασικές υποδομές συγκροτούν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Μπορεί οι παράγκες να μην είναι ίδιες με εκείνες του Ρίο, οι συνθήκες όμως του αποκλεισμού, της ανασφάλειας και της φτώχειας εξαπλώνονται.
Η κρίση αυτή, σύμφωνα με τον Καραμεσίνη, συνδέεται άμεσα με το υπαρξιακό πρόβλημα της Ελλάδας. Δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι δημογραφικό, παραγωγικό, περιβαλλοντικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό.
«Δεν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Έχουμε χάσει την αυτογνωσία και την ταυτότητά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Τα μυαλά μας είναι αποικιοποιημένα»
Ο καλεσμένος των «Αντιθέσεων» ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός για τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με τη Δύση. Υποστήριξε ότι οι Έλληνες έμαθαν να αντικρίζουν τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα των άλλων, αποδεχόμενοι την άποψη ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τον πολιτισμό των προγόνων τους.
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιούργησε ένα βαθύ συλλογικό σύμπλεγμα κατωτερότητας.
«Τα μυαλά μας είναι αποικιοποιημένα. Υπάρχει αποικιοκρατία της σκέψης», τόνισε, κατηγορώντας ένα τμήμα της ελληνικής διανόησης ότι υιοθετεί άκριτα ξένα πολιτιστικά πρότυπα, επειδή φοβάται μήπως χαρακτηριστεί συντηρητικό.
Η ελληνικότητα, όμως, δεν είναι μουσειακό είδος. Είναι ήχος, γλώσσα, γεύση, φως, ομορφιά, χιούμορ και τρόπος ζωής. Είναι το κλαρίνο της Ηπείρου, η λύρα της Κρήτης και του Πόντου, η μουσική της Θράκης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ελληνικού τόπου. Ένα μωσαϊκό που μπορεί να είναι ταυτόχρονα παραδοσιακό και σύγχρονο.
Πολιτική ορθότητα και αυτολογοκρισία
Με αφορμή τη σύγχρονη απόδοση της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν, η συζήτηση πέρασε στην πολιτική ορθότητα και στη διαχείριση των αρχαίων μύθων.
Ο Καραμεσίνης υποστήριξε ότι το πρόβλημα δεν είναι μια διαφορετική καλλιτεχνική ανάγνωση, αλλά η υποταγή του μύθου στις απαιτήσεις ενός εμπορικού και ιδεολογικού μηχανισμού. Κατά την άποψή του, το Χόλιγουντ δεν συνομιλεί πραγματικά με τον Όμηρο, αλλά μετατρέπει την «Οδύσσεια» σε προϊόν προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς.
«Όταν λογοκρίνεται η γλώσσα, λογοκρίνεται και η σκέψη», σημείωσε, χαρακτηρίζοντας την πολιτική ορθότητα μηχανισμό εσωτερικευμένης λογοκρισίας. Έσπευσε, πάντως, να ξεκαθαρίσει ότι και η ακραία αντίδραση απέναντι στην πολιτική ορθότητα μπορεί να οδηγήσει σε εξίσου επικίνδυνες αντιλήψεις.
Η απάντηση, κατά τον ίδιο, βρίσκεται στη σύνθεση: ανανέωση της παράδοσης χωρίς απώλεια της μνήμης και της ιστορικής ταυτότητας.
Η γλώσσα ως κλειδί της αυτογνωσίας
Κομβικό σημείο αποτέλεσε η ελληνική γλώσσα. Ο Καραμεσίνης υποστήριξε ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα αποκρύπτει από τα παιδιά την πραγματική δύναμη και τη «διαφάνεια» των ελληνικών λέξεων.
Ο μαθητής δεν πρέπει απλώς να αποστηθίζει ορθογραφικούς κανόνες. Πρέπει να μαθαίνει τις ρίζες, τις οικογένειες των λέξεων, τη σχέση μεταξύ μορφής και νοήματος. Μόνο έτσι θα αντιληφθεί ότι η γλώσσα δεν είναι ένα νεκρό μάθημα, αλλά το όχημα της ιστορικής μνήμης.
Εάν χαθεί αυτή η συνέχεια, προειδοποίησε, «έχουμε χάσει το παιχνίδι».
Η πολιτιστική διπλωματία ως εθνική ισχύς
Η σημαντικότερη ίσως θέση που διατυπώθηκε ήταν ότι η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί το ισχυρότερο όπλο που διαθέτει ο Ελληνισμός.
«Η μόνη πραγματική ισχύς που μπορεί να έχει η Ελλάδα και ο Ελληνισμός δεν είναι τα οπλικά συστήματα ή το ΑΕΠ. Είναι ο πολιτισμός και η πολιτιστική διπλωματία», ανέφερε ο Καραμεσίνης.
Η Ελλάδα, όπως εξήγησε, δεν κουβαλά αποικιοκρατικό ή ιμπεριαλιστικό παρελθόν. Μπορεί επομένως να συνομιλήσει με λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής χωρίς να προκαλεί φόβο ή καχυποψία. Αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από τη σκληρή ισχύ. Η Ελλάδα οφείλει να είναι ανεξάρτητη, αυτόνομη και ισχυρή, ικανή να υπερασπιστεί τον τόπο, τη θάλασσα και τα νησιά της.
Παράλληλα, όμως, μπορεί να αποτελέσει γέφυρα Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Όχι ως πειθήνιος ακόλουθος, αλλά ως χώρα με δική της ταυτότητα, στρατηγική και φωνή.
Στο πλαίσιο αυτό πρότεινε τη δημιουργία ενός διεθνούς «Ινστιτούτου Σωκράτης», αντίστοιχου με τα πολιτιστικά ινστιτούτα άλλων μεγάλων κρατών, το οποίο θα προωθεί την ελληνική γλώσσα, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Πρέπει να φτιάξουμε ένα νέο εμείς»
Στο τέλος της συζήτησης, η τεχνητή νοημοσύνη και τα deepfakes επανέφεραν το αρχικό ερώτημα: θα επιβιώσει ο άνθρωπος μέσα στην τεχνολογική καταιγίδα;
Ο Καραμεσίνης δήλωσε αισιόδοξος. Η ανθρώπινη παρουσία, η ζωντανή φωνή, ο ηθοποιός, ο μουσικός και η άμεση μετάδοση της γνώσης δεν μπορούν να αντικατασταθούν ολοκληρωτικά από ένα μηχάνημα. Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετήσει τον άνθρωπο, όχι να τον καταπιεί.
Η έξοδος, όμως, δεν θα έρθει από σωτήρες ούτε από αυτόκλητους μεσσίες. Απαιτεί ένωση ανθρώπων, ιδεών και δυνάμεων.
«Πρέπει να φτιάξουμε ένα νέο εμείς», ήταν το μήνυμα με το οποίο έκλεισε ουσιαστικά η εκπομπή. Ένα «εμείς» με αυτογνωσία, γλώσσα, μνήμη, πίστη στις δυνάμεις του Ελληνισμού και βούληση να βγει από τον φόβο.
Γιατί στις σκοτεινές ημέρες, όπως είπε, το θέατρο και ο πολιτισμός μπορούν να φωτίσουν τις κρυμμένες πόρτες που οδηγούν έξω από το αδιέξοδο.