breaking newsΕλλάδα

Η «παρεξήγηση» στη Συρία φέρνει Τουρκία και Ισραήλ στα πρόθυρα της σύγκρουσης

Του Σάββα Καλεντερίδη

Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ οδηγούνται σε μια περίοδο παρατεταμένης έντασης, με τη Συρία να αποτελεί πλέον το βασικό πεδίο της μεταξύ τους αντιπαράθεσης. Η έκδοση διεθνούς ερυθράς αγγελίας από την Τουρκία εναντίον του Μπενιαμίν Νετανιάχου και άλλων Ισραηλινών αξιωματούχων ήρθε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο ένα ήδη εκρηκτικό κλίμα.

Για να κατανοήσουμε όμως τι πραγματικά συμβαίνει, πρέπει να επιστρέψουμε στην αρχή του πολέμου στη Συρία και να αποσαφηνίσουμε μια μεγάλη «παρεξήγηση», με ή χωρίς εισαγωγικά.

Η ανατροπή του Άσαντ δεν ήταν τουρκικό σχέδιο

Η επιχείρηση ανατροπής του Μπασάρ αλ Άσαντ άρχισε την περίοδο της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης, το 2011. Δεν σχεδιάστηκε στην Άγκυρα και δεν είχε ως στόχο την ικανοποίηση των νεοοθωμανικών επιδιώξεων του Ερντογάν.

Ο γεωπολιτικός σχεδιασμός έγινε κυρίως στο Λονδίνο, στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ. Ο βασικός στόχος ήταν να ανατραπεί ο Άσαντ, να διακοπεί η χερσαία γέφυρα που συνέδεε το Ιράν με τη Χεζμπολάχ και να περιοριστεί δραστικά η ρωσική επιρροή στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Η Τεχεράνη, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του καθεστώτος Άσαντ, είχε μετατρέψει τη Συρία σε ένα είδος προτεκτοράτου. Μέσω του συριακού εδάφους εξόπλιζε τη Χεζμπολάχ, δημιουργώντας μια σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ. Αυτή η γέφυρα έπρεπε, με βάση τον ισραηλινό σχεδιασμό, να κοπεί.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία χρησιμοποιήθηκαν ως το περιτύλιγμα. Οι πραγματικοί λόγοι ήταν γεωπολιτικοί.

Η Τουρκία συμμετείχε στην επιχείρηση παραχωρώντας έδαφος, διόδους και υποδομές. Από το τουρκικό έδαφος πέρασαν όπλα, χρήματα, πράκτορες και χιλιάδες τζιχαντιστές. Η Άγκυρα στρατολόγησε στελέχη του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους. Κατάφερε έτσι να δημιουργήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο επιρροής μέσα στη νέα συριακή διοίκηση, στον στρατό και στις υπηρεσίες πληροφοριών.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Τουρκία σχεδίασε τον πόλεμο ή ότι έχει δικαίωμα να διεκδικεί τη Συρία ως λάφυρο.

Το νεοοθωμανικό προτεκτοράτο και οι ισραηλινές βόμβες

Ο Ερντογάν θεωρεί ότι, λόγω της συμμετοχής της Τουρκίας στον δεκατετραετή πόλεμο, δικαιούται να μετατρέψει τη νέα Συρία σε νεοοθωμανικό προτεκτοράτο. Επιδιώκει να ελέγξει τον στρατό, τις υπηρεσίες ασφαλείας, τις ενεργειακές υποδομές και, κυρίως, τον συριακό εναέριο χώρο.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συγκρούεται με το Ισραήλ.

Το Ισραήλ δεν αγωνίστηκε επί δεκατέσσερα χρόνια για να αντικαταστήσει την ιρανική απειλή με μια τουρκική. Δεν θέλει τουρκικά μαχητικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα ραντάρ στις συριακές βάσεις. Δεν πρόκειται να επιτρέψει στον Ερντογάν να αποκτήσει στρατιωτικό έλεγχο της Συρίας και δυνατότητα προβολής ισχύος προς το ισραηλινό έδαφος.

Το μήνυμα αυτό δόθηκε με τον βομβαρδισμό της αεροπορικής βάσης Αμπού αλ Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ, σε μικρή απόσταση από τα τουρκικά σύνορα. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία είχε προηγουμένως επισκεφθεί τη βάση, ενώ είχαν μεταφερθεί ραντάρ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εξοπλισμός για την επισκευή της.

Η ισραηλινή επιδρομή δεν είχε ως κύριο στόχο την ολοκληρωτική καταστροφή της βάσης. Επρόκειτο περισσότερο για επιχείρηση προειδοποίησης και καθορισμού ορίων: «Μέχρι εδώ».

Είχαν προηγηθεί σαφείς προειδοποιήσεις προς τη συριακή κυβέρνηση και, μέσω αυτής, προς την Άγκυρα. Όταν οι προειδοποιήσεις δεν έγιναν κατανοητές, ακολούθησαν οι βόμβες.

Ανάλογο μήνυμα είχε σταλεί και τον Μάρτιο του 2025, όταν η ισραηλινή αεροπορία έπληξε σφοδρά τις βάσεις της Παλμύρας και την Τ-4, όπου επίσης υπήρχαν τουρκικά σχέδια εγκατάστασης αεροπορικών δυνάμεων.

Η στάση του Τραμπ ενθαρρύνει την Άγκυρα

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι καθοριστικός. Μετά την αποτυχία ανατροπής του καθεστώτος στην Τεχεράνη, ο Ντόναλντ Τραμπ χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο από όσο θα τη χρειαζόταν αν είχε αλλάξει η κατάσταση στο Ιράν.

Τη χρειάζεται για τη Συρία, το Ιράκ, τα ενεργειακά σχέδια της περιοχής και τη μεταβατική περίοδο που ακολουθεί. Αυτή η αμερικανική ανάγκη έχει ενθαρρύνει τον Ερντογάν. Αν η Ουάσιγκτον του έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν δικαιούται στρατιωτικό ρόλο στη Συρία, η Τουρκία θα περιοριζόταν.

Αυτό δεν συμβαίνει.

Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια επικίνδυνη τριγωνική σχέση μεταξύ Ουάσιγκτον, Τελ Αβίβ και Άγκυρας. Ο Τραμπ προσπαθεί να διατηρήσει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο, ενώ το Ισραήλ αρνείται να δεχθεί τις συνέπειες αυτής της πολιτικής εις βάρος της ασφάλειάς του.

Η στάση των ΗΠΑ μετά την ισραηλινή επίθεση είναι αποκαλυπτική. Δεν υπήρξε ουσιαστική καταδίκη. Είτε ο Τραμπ έδωσε το πράσινο φως είτε επέλεξε να μην εμποδίσει την επιχείρηση. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Απέναντι στο Ισραήλ «κότα», απέναντι στην Ελλάδα «κόκορας»

Η τουρκική αντίδραση στον βομβαρδισμό υπήρξε εξαιρετικά προσεκτική. Η Άγκυρα απέφυγε να σηκώσει το γάντι και αρνήθηκε ότι υπήρχαν Τούρκοι στρατιωτικοί στη βάση, παρότι από συριακής πλευράς επιβεβαιώθηκε ότι είχε προηγηθεί τουρκική παρουσία.

Γιατί το αρνήθηκε;

Επειδή δεν ήθελε να υποχρεωθεί να απαντήσει. Προσπάθησε να παρουσιάσει τον βομβαρδισμό ως ένα ζήτημα μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, αποκρύπτοντας την πραγματική του στόχευση από την τουρκική κοινή γνώμη.

Αυτό πρέπει να μελετηθεί σοβαρά στην Ελλάδα. Η Τουρκία απέναντι στο Ισραήλ συμπεριφέρεται ως κότα, ενώ απέναντι στην Ελλάδα παριστάνει τον κόκορα. Το Ισραήλ θέτει κόκκινες γραμμές και, όταν αυτές παραβιάζονται, χρησιμοποιεί ισχύ. Η Ελλάδα περιορίζεται συνήθως σε ανακοινώσεις και διαμαρτυρίες.

Την ώρα που η Άγκυρα αμφισβητεί εκ νέου την ελληνική κυριαρχία μέσω των αντιδράσεών της στα χωροταξικά σχέδια για τον τουρισμό και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τουρκικά μαχητικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιστρέφουν στις παραβιάσεις.

Η εμφάνιση οπλισμένων τουρκικών F-16 και η προσομοίωση αποστολής συνοδείας βομβαρδισμού μεταξύ Λέσβου και Χίου δεν είναι ένα τυχαίο περιστατικό. Είναι προειδοποίηση. Χρειάζεται προετοιμασία σε πολιτικό, διπλωματικό, στρατιωτικό και επικοινωνιακό επίπεδο, ώστε να μη βρεθούμε προ εκπλήξεως.

Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο της αποτροπής

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Προχωρεί στο μεγαλύτερο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Εθνικής Φρουράς εδώ και δεκαετίες, επενδύοντας στην αεράμυνα, στην επιτήρηση, στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην παράκτια άμυνα και στην ταχεία μεταφορά δυνάμεων.

Το σύστημα Barak MX, οι Mistral 3, οι παράκτιοι Exocet, τα ελικόπτερα H145M, τα συστήματα αντι-drone «Κένταυρος» και η αναβάθμιση των βάσεων στο Μαρί και στην Πάφο αυξάνουν ουσιαστικά το κόστος μιας νέας τουρκικής επιθετικής ενέργειας.

Κανένα μικρό κράτος δεν πρέπει να αποδέχεται ότι είναι μάταιο να εξοπλίζεται επειδή ο αντίπαλος είναι μεγαλύτερος. Κάθε χώρα οφείλει να εξαντλεί τις δυνατότητές της για την ενίσχυση της άμυνάς της.

Η αποτροπή δεν είναι πολεμοκαπηλία. Είναι ο όρος για να αποφύγεις τον πόλεμο και να προσέλθεις στις διαπραγματεύσεις χωρίς φόβο και χωρίς να εκλιπαρείς.

Ο πόλεμος κατά του Ιράν περνά στην οικονομία

Παράλληλα, ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν εισέρχεται σε μια νέα φάση. Η Ουάσιγκτον, έχοντας διαπιστώσει τα όρια της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, επιχειρεί να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη.

Οι κυρώσεις δεν θα αφορούν μόνο το Ιράν, αλλά και όσους συνεχίζουν να συναλλάσσονται μαζί του. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κίνα, όμως κρίσιμος είναι και ο ρόλος της Τουρκίας, η οποία επί χρόνια αποτέλεσε βασικό δίαυλο παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων.

Εδώ θα φανεί αν οι αμερικανικές προειδοποιήσεις είναι πραγματικές ή αν θα υπάρξει και πάλι ειδική μεταχείριση προς τον Ερντογάν. Η υπόθεση της Halkbank και το πρόστιμο δισεκατομμυρίων που δεν επιβλήθηκε δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη σχέση Τραμπ–Ερντογάν.

Η περιοχή εισέρχεται σε περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων. Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ δεν αφορούν μόνο τις δύο χώρες. Αγγίζουν άμεσα την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Συρία, το Ιράν και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: στη γεωπολιτική δεν αρκεί να επικαλείσαι το διεθνές δίκαιο. Πρέπει να διαθέτεις ισχύ, συμμαχίες, αποφασιστικότητα και την πολιτική βούληση να καθορίζεις κόκκινες γραμμές. Διαφορετικά, τις γραμμές θα τις χαράξουν οι άλλοι — και συνήθως εις βάρος σου.

Back to top button