Με μεγαλόστομες διακηρύξεις και εμφανή διάθεση να απαντήσει στην έντονη κριτική που δέχεται η κυβέρνηση, ο Γιώργος Γεραπετρίτης επιχειρεί να παρουσιάσει την πολιτική των «ήρεμων νερών» ως μεγάλη εθνική επιτυχία. Μόνο που η Άγκυρα, με την εξαγγελία των παράνομων θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και στην περιοχή του Καστελόριζου, φρόντισε να διαλύσει το αφήγημα.
Σε προδημοσίευση της συνέντευξής του στο «Βήμα της Κυριακής», ο υπουργός Εξωτερικών διακηρύσσει ότι η Ελλάδα είναι «απολύτως έτοιμη για κάθε σενάριο» και ότι «οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με οποιοδήποτε μέσο».
Πρόκειται για εντυπωσιακή μεταστροφή στη φρασεολογία του ανθρώπου που είχε προσδιορίσει ως «κόκκινη γραμμή» τα υφιστάμενα ελληνικά χωρικά ύδατα των έξι ναυτικών μιλίων. Εκείνου που δήλωνε δημόσια ότι «η κυριαρχία σήμερα βρίσκεται στα έξι ναυτικά μίλια», προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις για το μήνυμα αυτοπεριορισμού που εξέπεμπε προς την Τουρκία.
Το πρόβλημα δεν είναι η νομική έννοια – Είναι το πολιτικό μήνυμα
Για να είμαστε ακριβείς, τα ελληνικά χωρικά ύδατα στο Αιγαίο εκτείνονται σήμερα στα έξι ναυτικά μίλια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι εκεί εξαντλούνται ούτε τα ελληνικά δικαιώματα ούτε οι νόμιμες δυνατότητες της χώρας.
Το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει σε κάθε παράκτιο κράτος το δικαίωμα να καθορίσει την αιγιαλίτιδα ζώνη του μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια. Πρόκειται για μονομερές και κυριαρχικό δικαίωμα, το οποίο η Ελλάδα έχει ήδη ασκήσει στο Ιόνιο.
Ο ίδιος ο Γεραπετρίτης είχε αναγνωρίσει στα πρακτικά της Βουλής ότι η Ελλάδα διατηρεί το «αναφαίρετο, αποκλειστικό και μονομερές δικαίωμα» επέκτασης στα 12 μίλια.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι η νομική περιγραφή του σημερινού εύρους των χωρικών υδάτων. Το πρόβλημα είναι ότι ο υπουργός Εξωτερικών επέλεξε επανειλημμένα να μετατρέψει τα έξι μίλια σε δημόσια διακηρυγμένο όριο αντίδρασης.
Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να εισέλθει εντός των έξι μιλίων για να πλήξει τα ελληνικά συμφέροντα. Αρκεί να δρα στα 6,1 μίλια, να αμφισβητεί την ελληνική υφαλοκρηπίδα, να ακυρώνει στην πράξη την επήρεια των νησιών και να παράγει χάρτες, διατάγματα και επιχειρησιακές διεκδικήσεις.
Αυτό ακριβώς κάνει με τα θαλάσσια πάρκα. Δεν επιτίθεται ευθέως στην ελληνική κυριαρχία εντός των χωρικών υδάτων. Επιχειρεί να γκριζάρει περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας και να εμφανίσει διεθνώς το Αιγαίο ως θάλασσα συνδιαχείρισης.
Τα «ήρεμα νερά» δεν σταμάτησαν την τουρκική στρατηγική
Ο κ. Γεραπετρίτης υποστηρίζει ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» υπήρξε «σαφής και εθνικά ωφέλιμη», επειδή μειώθηκαν οι παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου, περιορίστηκαν οι μεταναστευτικές ροές και δεν προέκυψε μείζων κρίση.
Πράγματι, η αποκλιμάκωση της έντασης και η αποφυγή ενός θερμού επεισοδίου έχουν αξία. Η ειρήνη, όμως, δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των παραβιάσεων ή από το εάν δεν συγκρούστηκαν ελληνικά και τουρκικά πλοία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι έκανε η Τουρκία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Εγκατέλειψε το casus belli; Όχι.
Απέσυρε τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας»; Όχι.
Αναγνώρισε πλήρη επήρεια στα ελληνικά νησιά; Όχι.
Ακύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο; Όχι.
Σταμάτησε να αμφισβητεί την κυριαρχία ελληνικών νησιών; Όχι.
Αντιθέτως, η Άγκυρα αξιοποίησε την περίοδο χωρίς μεγάλες επιχειρησιακές εντάσεις για να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της στο θεσμικό, χαρτογραφικό και διπλωματικό επίπεδο. Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα αποτελούν το τελευταίο παράδειγμα αυτής της μεθόδου.
Τα νερά μπορεί να ήταν ήρεμα στην επιφάνεια. Κάτω από αυτήν, όμως, η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική συνέχισε να κινείται κανονικά.
Οι εξοπλισμοί δεν είναι επίτευγμα της Διακήρυξης των Αθηνών
Ο υπουργός Εξωτερικών επιχειρεί επίσης να πιστώσει στην πολιτική των «ήρεμων νερών» την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με Rafale, αναβαθμισμένα F-16, φρεγάτες Belharra και μελλοντικά F-35.
Πρόκειται για βολική, αλλά προβληματική σύνδεση.
Τα προγράμματα των Rafale, των F-16 Viper και των φρεγατών Belharra είχαν αποφασιστεί ή δρομολογηθεί προτού υπογραφεί η Διακήρυξη των Αθηνών τον Δεκέμβριο του 2023. Δεν αποτελούν καρπό της πολιτικής Γεραπετρίτη ούτε παραχώρηση της Τουρκίας προς την Ελλάδα.
Τα δε F-35 δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στις ελληνικές πολεμικές μοίρες. Συνεπώς, η επίκλησή τους ως απόδειξη σημερινής επιχειρησιακής υπεροχής αποτελεί περισσότερο πρόβλεψη παρά υφιστάμενη πραγματικότητα.
Η αποτρεπτική ισχύς δεν οικοδομείται με την απαρίθμηση οπλικών συστημάτων σε μια συνέντευξη. Αποδεικνύεται όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι κάθε παραβίαση δικαιώματος θα έχει συγκεκριμένο, άμεσο και μετρήσιμο κόστος.
«Κλείσαμε πληγές με τη Λιβύη»;
Ακόμη πιο παράδοξη είναι η διακήρυξη του κ. Γεραπετρίτη ότι η Ελλάδα «έκλεισε πληγές, όπως με τη Λιβύη».
Πώς ακριβώς έκλεισε η λιβυκή πληγή όταν το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο; Όταν η Άγκυρα διατηρεί στρατιωτική, πολιτική και οικονομική παρουσία στη χώρα και επιχειρεί να μετατρέψει τη Λιβύη σε προέκταση της «Γαλάζιας Πατρίδας»;
Η αποκατάσταση διαύλων επικοινωνίας με λιβυκές πλευρές είναι αναγκαία. Δεν ισοδυναμεί, όμως, με κλείσιμο της πληγής. Μέχρι να ακυρωθεί στην πράξη και νομικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η πληγή παραμένει ανοιχτή.
Το ίδιο ισχύει και για το Κυπριακό. Η επανεκκίνηση άτυπων συνομιλιών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως στρατηγική επιτυχία όσο η Τουρκία επιμένει στη λύση δύο κρατών, διατηρεί κατοχικά στρατεύματα και συνεχίζει την πολιτική τετελεσμένων στα κατεχόμενα.
Η μεγάλη αυταπάτη για τα τετελεσμένα
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η δήλωση Γεραπετρίτη ότι «κανένα τετελεσμένο δεν μπορεί να παραχθεί μονομερώς», επειδή κάτι τέτοιο επιβάλλει η διεθνής έννομη τάξη.
Αυτή είναι μια νομικίστικη και επικίνδυνα καθησυχαστική ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας.
Το Διεθνές Δίκαιο μπορεί να χαρακτηρίσει μια πράξη παράνομη. Δεν διαθέτει, όμως, αυτόματο μηχανισμό που εξαφανίζει τα αποτελέσματά της. Εάν ένα κράτος δημιουργήσει μια παράνομη κατάσταση και δεν αντιμετωπίσει ουσιαστικό κόστος, αυτή η κατάσταση μπορεί να παγιωθεί πολιτικά και επιχειρησιακά, ακόμη και χωρίς να αναγνωριστεί νομικά.
Η τουρκική κατοχή στην Κύπρο αποτελεί την πιο οδυνηρή απόδειξη. Το ψευδοκράτος δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, αλλά η κατοχή συνεχίζεται επί δεκαετίες. Η νομική ακυρότητα δεν εξαφάνισε το τετελεσμένο.
Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετική κλίμακα, για χάρτες, θαλάσσια πάρκα, μνημόνια και παράνομες αδειοδοτήσεις. Καμία από αυτές τις ενέργειες δεν δημιουργεί νόμιμους τίτλους. Εάν, όμως, δεν απαντηθεί έμπρακτα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την επόμενη τουρκική διεκδίκηση.
«Στο απόγειο της ισχύος» χωρίς αποτροπή της Άγκυρας
Ο κ. Γεραπετρίτης παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα που βρίσκεται «στο απόγειο της ισχύος της», επικαλούμενος τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ινδία και τα κράτη του Κόλπου.
Οι συμμαχίες είναι πολύτιμες. Αποκτούν, όμως, πραγματικό νόημα όταν μεταφράζονται σε στήριξη απέναντι σε συγκεκριμένες απειλές.
Εάν η Ελλάδα βρίσκεται πράγματι στο απόγειο της διπλωματικής ισχύος της, γιατί η Τουρκία θεωρεί ότι μπορεί να εκδίδει διατάγματα για θαλάσσια πάρκα πάνω σε περιοχές ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων; Γιατί δεν φοβάται ευρωπαϊκές κυρώσεις ή πολιτικό κόστος; Γιατί το casus belli εξακολουθεί να υφίσταται;
Η διπλωματική ισχύς δεν μετριέται από τον αριθμό των χειραψιών, των στρατηγικών διαλόγων και των φωτογραφιών σε διεθνή φόρα. Μετριέται από το κατά πόσο ο αντίπαλος αποτρέπεται από την παραγωγή νέων διεκδικήσεων.
Μεγάλα λόγια αντί συγκεκριμένης απάντησης
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης διακηρύσσει σήμερα ότι «η Ελλάδα της παθητικής διπλωματικής αδράνειας πέρασε ανεπιστρεπτί». Η πραγματικότητα, όμως, απαιτεί αποδείξεις.
Τι ακριβώς θα κάνει η Αθήνα για τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα;
Ποιο είναι το συγκεκριμένο κόστος που θα επιβληθεί στην Άγκυρα;
Θα συνδεθεί η τουρκική παραβατικότητα με τις ευρωπαϊκές και ευρωατλαντικές επιδιώξεις της Τουρκίας;
Θα υπάρξει έμπρακτη ελληνική παρουσία στις περιοχές που επιχειρεί να γκριζάρει η Άγκυρα;
Θα ασκήσει επιτέλους η Ελλάδα, όταν το επιβάλλει ο εθνικός σχεδιασμός, το αναφαίρετο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών υδάτων;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα. Όχι εάν τα «ήρεμα νερά» ήταν χρήσιμα ως επικοινωνιακό σύνθημα.
Οι πολεμικές κορόνες δεν ακυρώνουν τουρκικά προεδρικά διατάγματα. Οι συνεντεύξεις δεν κατοχυρώνουν κυριαρχικά δικαιώματα και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν υποκαθιστά την εθνική στρατηγική.
Ο υπουργός που κατέστησε τα έξι μίλια δημόσια «κόκκινη γραμμή» δεν μπορεί σήμερα να εμφανίζεται ως εκφραστής μιας αταλάντευτης πολιτικής ισχύος, χωρίς να εξηγεί πού, πότε και με ποιον τρόπο αυτή η ισχύς θα χρησιμοποιηθεί.
Διαφορετικά, τα «ήρεμα νερά» δεν θα αποτελούν μέσο εξυπηρέτησης των εθνικών στόχων, όπως υποστηρίζει. Θα αποτελούν το ήρεμο περιβάλλον μέσα στο οποίο η Τουρκία συνεχίζει να οικοδομεί, βήμα προς βήμα, τα δικά της τετελεσμένα.