Τον κίνδυνο να περάσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή σε μια εντελώς νέα και εξαιρετικά επικίνδυνη φάση ανέδειξε ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών, Κωνσταντίνος Γρίβας, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν η επαναφορά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος στην κορυφή της αμερικανικής ατζέντας, η συμφωνία της Ουάσινγκτον με τη Σαουδική Αραβία για την πυρηνική ενέργεια, οι περιορισμένες δυνατότητες καταστροφής των βαθιά υπόγειων εγκαταστάσεων του Ιράν και το διαφαινόμενο ρήγμα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Ο κ. Γρίβας προειδοποίησε ότι ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν εγκλωβιστεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο από τον οποίο δεν μπορούν εύκολα ούτε να αποχωρήσουν ούτε να εξέλθουν νικητές. Αυτό ακριβώς το στρατηγικό αδιέξοδο, όπως υπογράμμισε, γεννά τον φόβο μήπως κάποια στιγμή εμφανιστεί ο πειρασμός της προσφυγής στο «απόλυτο όπλο».
Η αμερικανική επιρροή κλονίζεται στον Κόλπο
Αναφερόμενος στη συμφωνία των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Σαουδική Αραβία στον πυρηνικό τομέα, ο καθηγητής τη χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική και γεμάτη γεωπολιτικά μηνύματα.
Κατά την εκτίμησή του, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να συγκρατήσει την επιρροή της στις πετρελαιοπαραγωγές μοναρχίες του Κόλπου, την ώρα που η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή αμφισβητείται. Όπως σημείωσε, η παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων δεν κατάφερε να προστατεύσει πλήρως τις χώρες αυτές από τις στρατιωτικές απειλές. Αντιθέτως, οι αμερικανικές εγκαταστάσεις λειτούργησαν ως σημεία προσέλκυσης ιρανικών πληγμάτων.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει διευρύνει σημαντικά τη διπλωματική, οικονομική και στρατηγική επιρροή της στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συμφωνία για τα πυρηνικά εντάσσεται, σύμφωνα με τον κ. Γρίβα, σε μια ευρύτερη αμερικανική προσπάθεια να διατηρηθούν οι δεσμοί με το Ριάντ και τις υπόλοιπες μοναρχίες του Κόλπου.
Η Σαουδική Αραβία ως «πυρηνική δύναμη εν αναμονή»
Η πλέον ανησυχητική πτυχή της συμφωνίας αφορά, κατά τον καθηγητή, τη μεταφορά τεχνολογιών που μπορούν να επιτρέψουν στη Σαουδική Αραβία να παράγει δικό της πυρηνικό καύσιμο.
Η χώρα αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια στη διεθνή στρατηγική ανάλυση ως «standby nuclear power», δηλαδή ως πυρηνική δύναμη εν αναμονή. Η απόκτηση των αναγκαίων τεχνολογικών δυνατοτήτων θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να δημιουργήσει και τον δρόμο προς την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
Ο κ. Γρίβας υπενθύμισε ότι ήδη από τη δεκαετία του 1990 η Σαουδική Αραβία απέκτησε από την Κίνα βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, ικανούς να πλήξουν μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής. Παράλληλα, εδώ και χρόνια υπάρχει η εκτίμηση ότι, εφόσον το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, το Ριάντ θα μπορούσε να αναζητήσει πυρηνικές κεφαλές από το Πακιστάν.
Τώρα, όμως, η Σαουδική Αραβία ενδέχεται να αποκτήσει τη δυνατότητα να αναπτύξει μόνη της κρίσιμες πυρηνικές τεχνολογίες. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μια «καταλυτική» και δυνητικά πολύ επικίνδυνη εξέλιξη, καθώς θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν νέο πυρηνικό ανταγωνισμό στη Μέση Ανατολή.
Στα όρια του αδύνατου τα πλήγματα με συμβατικά όπλα
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η ανάλυση του Κωνσταντίνου Γρίβα για τις πραγματικές δυνατότητες καταστροφής των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Κατά την εκτίμησή του, η αποτελεσματική προσβολή τους με συμβατικά όπλα είναι «πάρα πολύ δύσκολη έως αδύνατη». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την εγκατάσταση του Φορντό, η οποία βρίσκεται μέσα σε βραχώδες έδαφος, σε βάθος που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 80 μέτρα.
Ο καθηγητής αμφισβήτησε την εικόνα περί ολοκληρωτικής καταστροφής των εγκαταστάσεων, εκτιμώντας ότι τα πλήγματα πιθανότατα προκάλεσαν περιορισμένες ή ακόμη και αμελητέες ζημιές στον κύριο υπόγειο πυρήνα τους.
Οι αμερικανικές διατρητικές βόμβες GBU-57 μπορούν να προκαλέσουν καταστροφές μέσω της πίεσης και των ισχυρών κραδασμών, δεν θεωρείται όμως βέβαιο ότι μπορούν να φτάσουν στο αναγκαίο βάθος και να εξουδετερώσουν πλήρως τέτοιες εγκαταστάσεις. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο στην περίπτωση νέων ιρανικών υποδομών, οι οποίες εκτιμάται ότι έχουν δημιουργηθεί σε βάθος εκατοντάδων μέτρων.
Παράλληλα, ο διαθέσιμος αριθμός των συγκεκριμένων αμερικανικών βομβών είναι, σύμφωνα με τον κ. Γρίβα, περιορισμένος. Επομένως, ακόμη και επαναλαμβανόμενες επιθέσεις δεν εγγυώνται την καταστροφή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Η «μαύρη σκέψη» των πυρηνικών βαθιάς διείσδυσης
Από τη στιγμή που η καταστροφή των ιρανικών εγκαταστάσεων με συμβατικά μέσα βρίσκεται στα όρια του αδύνατου, ο κ. Γρίβας έθεσε το πιο εφιαλτικό ενδεχόμενο: να εξετάζεται από κύκλους του αμερικανικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος η χρήση μικρών, εξειδικευμένων πυρηνικών όπλων βαθιάς διείσδυσης.
Ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για μια ακραία σκέψη, εκφράζοντας την ελπίδα πως ένα τέτοιο σενάριο δεν θα υλοποιηθεί. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν τίθεται επισήμως ως στόχος η στρατιωτική εξουδετέρωση εγκαταστάσεων που είναι πρακτικά απρόσβλητες από συμβατικές βόμβες.
«Τότε θα μιλάμε για μία καταλυτική μετάβαση σε έναν νέο κόσμο», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τις παγκόσμιες συνέπειες που θα προκαλούσε η επαναφορά των πυρηνικών όπλων σε πραγματική πολεμική χρήση.
Πρωτοφανές ρήγμα ΗΠΑ–Ισραήλ
Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στη σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι η σύζευξη της αμερικανικής και της ισραηλινής στρατηγικής έχει δώσει τη θέση της σε ένα πρωτοφανές ρήγμα.
Όπως επισήμανε, δεν πρέπει να αποδίδονται όλες οι επιλογές γενικά στο Ισραήλ, καθώς ιδιαίτερη ευθύνη φέρει προσωπικά ο Νετανιάχου, ο οποίος, κατά την εκτίμησή του, έσυρε τη χώρα σε μια πρωτοφανή περιπέτεια.
Η ολοκληρωτική στρατηγική κατά του Ιράν και του Λιβάνου δεν οδήγησε στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Παράλληλα, το Ισραήλ υπέστη μια άνευ προηγουμένου ζημιά στο επίπεδο της διεθνούς εικόνας και των δημοσίων σχέσεών του – παράγοντας που, όπως τόνισε ο κ. Γρίβας, δεν πρέπει να υποτιμάται.
Ο εγκλωβισμός σε έναν πόλεμο χωρίς έξοδο
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ βρίσκονται πλέον εγκλωβισμένες σε έναν παρατεταμένο πόλεμο. Εάν τον σταματήσουν χωρίς απτά αποτελέσματα, θα δεχθούν βαρύ πλήγμα στο κύρος τους και θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια εξαιρετικά δύσκολη μεταπολεμική κατάσταση.
Εάν, από την άλλη πλευρά, συνεχίσουν την προβολή στρατιωτικής ισχύος κατά του Ιράν και του Λιβάνου, δύσκολα θα πετύχουν μια ολοκληρωτική νίκη. Στην εξίσωση δεν βρίσκονται μόνο το Ιράν, το Ισραήλ, ο Λίβανος και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και η Κίνα, καθώς και ολόκληρο το ευρύτερο σύστημα ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.
Αυτό το αδιέξοδο είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Ο κ. Γρίβας εξέφρασε τον φόβο μήπως, στην προσπάθειά τους να εξέλθουν από τον στρατηγικό εγκλωβισμό, κάποιοι μπουν στον πειρασμό να καταφύγουν στα πυρηνικά, επιδιώκοντας ένα πλήγμα «σοκ και δέους».
Ένα τέτοιο βήμα, όμως, δεν θα αποτελούσε απλώς ακόμη ένα επεισόδιο του πολέμου. Θα άλλαζε τους κανόνες της παγκόσμιας ασφάλειας και θα άνοιγε την πόρτα σε μια εποχή χωρίς ασφαλείς δικλίδες επιστροφής.