Σε έναν οικονομικό πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες επιχειρεί να σύρει ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο το Ιράν, αλλά και κάθε χώρα που εξακολουθεί να συναλλάσσεται με την Τεχεράνη. Ο Σταύρος Καλεντερίδης, αναλύοντας τις νέες απειλές της Ουάσινγκτον, εκτίμησε ότι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε Κίνα, Ρωσία, Ινδία, ακόμη και σε συμμάχους των ΗΠΑ, μπορεί τελικά να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η εξαγγελία Τραμπ για μια νέα οικονομική επιχείρηση κατά του Ιράν, την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε ως ένα οικονομικό «D-Day». Στόχος, σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν, είναι η ασφυκτική απομόνωση της Τεχεράνης, ο τερματισμός του πυρηνικού της προγράμματος και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Ο Καλεντερίδης, ωστόσο, αμφισβήτησε ανοιχτά ότι αυτή η στρατηγική μπορεί να λυγίσει ένα κράτος το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με αμερικανικές κυρώσεις επί σχεδόν πέντε δεκαετίες.
Τελεσίγραφο όχι μόνο στο Ιράν, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο επιβολής δευτερογενών κυρώσεων σε κράτη, επιχειρήσεις και τράπεζες που συνεχίζουν τις συναλλαγές τους με το Ιράν.
Το μήνυμα της Ουάσινγκτον, όπως το περιέγραψε ο Καλεντερίδης, είναι ξεκάθαρο: όποιος αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, μεταφέρει χρήματα προς την Τεχεράνη ή συμμετέχει σε μεταφορές ιρανικών προϊόντων, θα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με την πλήρη ισχύ του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.
Το τελεσίγραφο δεν αφορά μόνο τους αντιπάλους των ΗΠΑ. Αφορά και τους συμμάχους τους.
Κατά τον αναλυτή, η απειλή «ή μαζί μας ή εναντίον μας» δεν αποτελεί απόδειξη αμερικανικής παντοδυναμίας, αλλά φανερώνει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η Ουάσινγκτον. Υποστήριξε ότι, μετά την αδυναμία επίτευξης των στόχων στο στρατιωτικό πεδίο, η κυβέρνηση Τραμπ καταφεύγει σε έναν δοκιμασμένο οικονομικό εκβιασμό, κυρίως για επικοινωνιακούς λόγους.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος παρουσίασε την οικονομική πίεση ως το ισχυρότερο όπλο των ΗΠΑ στη νέα φάση της σύγκρουσης. Η αμερικανική ηγεσία εμφανίζεται πεπεισμένη ότι το Ιράν θα λυγίσει πρώτο. Ο Καλεντερίδης δήλωσε ότι αμφιβάλλει έντονα για αυτήν την εκτίμηση.
«Οι κυρώσεις πλήττουν τους λαούς, όχι τα καθεστώτα»
Ο Σταύρος Καλεντερίδης στάθηκε ιδιαίτερα στις πραγματικές συνέπειες των κυρώσεων. Όπως σημείωσε, η οικονομική πίεση δεν επιβαρύνει πρωτίστως την πολιτική και στρατιωτική ελίτ ενός κράτους, αλλά τον απλό λαό.
Τα καθεστώτα, εξήγησε, έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίουν το κόστος στην κοινωνία, να αυξάνουν τη φορολογία και να περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις ελευθερίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, αξιοποιούν τις εξωτερικές κυρώσεις για να ενισχύσουν τον έλεγχό τους στο εσωτερικό.
Γι’ αυτό και εκτίμησε ότι η αμερικανική πίεση δεν πρόκειται να οδηγήσει αυτομάτως στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Αντιθέτως, μπορεί να ενδυναμώσει τις πλέον σκληροπυρηνικές δυνάμεις της Τεχεράνης, οι οποίες ήδη εμφανίζονται αποφασισμένες να περιμένουν και να δουν ποια πλευρά θα υποχωρήσει πρώτη.
Η Κίνα κρατά το κρίσιμο όπλο
Το μεγαλύτερο εμπόδιο για το σχέδιο Τραμπ είναι η Κίνα. Το Πεκίνο αποτελεί βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου και, σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, δεν πρόκειται να υποκύψει εύκολα στις αμερικανικές απειλές.
Υπενθύμισε ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει ήδη καλέσει τις επιχειρήσεις της να αγνοούν τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις. Την ίδια ώρα, ο Σκοτ Μπέσεντ απέφυγε να απαντήσει δημόσια όταν ρωτήθηκε εάν η Ουάσινγκτον θα τολμήσει να επιβάλει κυρώσεις απευθείας στην Κίνα.
Η στάση αυτή, κατά τον αναλυτή, αποκαλύπτει ποιος κρατά το πάνω χέρι. Η βαριά βιομηχανία των ΗΠΑ, από την αμυντική τεχνολογία και τους δορυφόρους έως την αυτοκινητοβιομηχανία, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις κινεζικές κρίσιμες γαίες.
Εάν η Ουάσινγκτον επιχειρήσει να πλήξει κινεζικές τράπεζες και εταιρείες, το Πεκίνο μπορεί να απαντήσει περιορίζοντας αυτήν την πρόσβαση. Τότε ο οικονομικός πόλεμος κατά του Ιράν θα έχει μετατραπεί σε πλήγμα κατά των ίδιων των αμερικανικών συμφερόντων.
Η Ρωσία δεν έχει τίποτα να φοβηθεί
Ανάλογη είναι, σύμφωνα με την ανάλυση, και η περίπτωση της Ρωσίας. Η Μόσχα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις και, επομένως, διαθέτει ελάχιστα επιπλέον να χάσει.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στην εικοσαετή συμφωνία συνεργασίας Ρωσίας–Ιράν, στο διμερές εμπόριο και στη συνεχιζόμενη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών. Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, η ανταλλαγή τεχνολογίας και εξαρτημάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών συνεχίζεται μέσω της Κασπίας Θάλασσας.
Επομένως, Κίνα και Ρωσία δημιουργούν τις δύο βασικές διεξόδους μέσω των οποίων το Ιράν μπορεί να αντέξει την αμερικανική πίεση. Χωρίς τη συμφωνία των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι μονομερείς κυρώσεις των ΗΠΑ δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν σε πλήρη απομόνωση της Τεχεράνης.
Το αμερικανικό μέτωπο παρουσιάζει ρωγμές
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τον οικονομικό πόλεμο με τα προβλήματα που, όπως υποστήριξε, αντιμετωπίζουν οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Αναφέρθηκε στην αντικατάσταση του αεροπλανοφόρου «Abraham Lincoln» από το «George Washington» στην Αραβική Θάλασσα, αποδίδοντας την εξέλιξη σε σοβαρά προβλήματα συνθηκών διαβίωσης, εξάντλησης και ηθικού του πληρώματος. Αμφισβήτησε, μάλιστα, την επίσημη εκδοχή περί προγραμματισμένης εναλλαγής.
Παράλληλα, μίλησε για την παραίτηση του επί 19 χρόνια αρχισυντάκτη της ιστορικής στρατιωτικής εφημερίδας «Stars and Stripes», Μαξ Λέντερερ Τζούνιορ, έπειτα από πιέσεις που, σύμφωνα με την παρουσίασή του, ασκήθηκαν για τον έλεγχο της δημοσιογραφικής γραμμής.
Για τον Έλληνα αναλυτή, όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας υπερδύναμης που βρίσκεται αντιμέτωπη με στρατιωτική υπερέκταση και βαθιά προβλήματα στο εσωτερικό των δυνάμεών της.
Από το Ιράν στην Ταϊβάν
Η μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων από τον Ινδοειρηνικό προς τη Μέση Ανατολή δημιουργεί, κατά τον Καλεντερίδη, ένα ακόμη σοβαρό κενό στην αμερικανική στρατηγική.
Η Ουάσινγκτον χαρακτηρίζει την ανάσχεση της Κίνας ως την κορυφαία γεωπολιτική της προτεραιότητα. Την ίδια στιγμή, όμως, μειώνει το αποτύπωμά της στις ασκήσεις με τη Νότια Κορέα και μετακινεί κρίσιμες δυνάμεις προς το μέτωπο του Ιράν.
Όσο περισσότερο παραμένουν οι ΗΠΑ εγκλωβισμένες στον «βάλτο» της Μέσης Ανατολής, τόσο ενισχύεται το Πεκίνο. Η σταδιακή αμερικανική αποδυνάμωση, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να ανοίξει de facto τον δρόμο για την Ταϊβάν, με χρονικό ορίζοντα το 2027.
Το μάθημα για την Ελλάδα
Ο Σταύρος Καλεντερίδης συνέδεσε την άρνηση του Ιράν να υποχωρήσει με ένα διαχρονικό δίδαγμα για τον Ελληνισμό: όταν ένα κράτος προχωρεί σε παραχωρήσεις υπό καθεστώς πίεσης, ο αντίπαλος δεν ικανοποιείται, αλλά κλιμακώνει τις αξιώσεις του.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις συμφωνίες της Βέρνης, του Νταβός, της Μαδρίτης και των Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία άνοιξε την όρεξη της Άγκυρας αντί να σταθεροποιήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Εξαπέλυσε, επίσης, σφοδρή κριτική στο αφήγημα ότι τα «ήρεμα νερά» λειτούργησαν υπέρ της Ελλάδας. Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία αξιοποίησε αυτήν την περίοδο για να ενισχύσει την παρουσία της στην Ευρώπη, να περιορίσει τα εμπόδια στην αμυντική της βιομηχανία και τελικά να ανακοινώσει τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, επιχειρώντας να περικυκλώσει το Καστελόριζο.
Το συμπέρασμα της ανάλυσής του ήταν σαφές: ο νέος οικονομικός πόλεμος του Τραμπ δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη επίδειξη ισχύος. Μπορεί να είναι η ομολογία ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον εύκολες στρατιωτικές επιλογές. Και όσο η Ουάσινγκτον απειλεί ταυτόχρονα Ιράν, Κίνα, Ρωσία, Ινδία και ακόμη και τους συμμάχους της, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να δημιουργήσει εναντίον της το μέτωπο που υποτίθεται ότι θέλει να διαλύσει.