breaking newsΔιεθνή

Ο νέος τουρκικός νόμος για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και η αντιμετώπιση των απειλών εναντίον της Ελλάδας

a sailboat in the middle of the ocean

Γράφει ο Μεταδιδάκτωρ Νομικής. Γεώργιος Ανθρακεύς – Μάστερ Νομικής Γεώργιος Αθ. Δασκαλούλης

Η συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, μετά τις πληροφορίες ότι η Τουρκία ετοιμάζει νέο νομοσχέδιο με στόχο να θεσμοθετήσει επίσημα τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η πρωτοβουλία αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία στην Ελλάδα, καθώς θεωρείται ότι ενισχύει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και επιχειρεί να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα στην περιοχή. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι βιώνουμε εσχάτως μια περίοδο έντονης ανασφάλειας, κυρίως λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος πρέπει να στηρίζεται σε ψύχραιμα, προσεκτικά βήματα και όχι σε σπασμωδικά μέτρα και ακραία ρητορική. Το παρόν άρθρο προτείνει μια μέθοδο νομικής αντιμετώπισης των Τουρκικών αξιώσεων που δύναται να αποφέρει μέγιστα γεωπολιτικά κέρδη υπέρ της Ελλάδος, χωρίς να ρισκάρει επικίνδυνη κλιμάκωση της κατάστασης στο Αιγαίο.

Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» («Mavi Vatan») αποτελεί τα τελευταία χρόνια δομικό στοιχείο της τουρκικής γεωστρατηγικής. Πρόκειται για ένα δόγμα που υποστηρίζει ότι η Τουρκία διαθέτει δικαιώματα σε μεγάλες θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Στην πράξη, η θεωρία αυτή αμφισβητεί ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα, την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες από τουρκικά και ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το νέο νομοσχέδιο θα επιχειρήσει να συγκεντρώσει σε ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο όλες τις τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες. Η Άγκυρα παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως «εκσυγχρονισμό» της νομοθεσίας της, υποστηρίζοντας ότι το υπάρχον πλαίσιο είναι παρωχημένο και δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις. Εντούτοις, η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απλή νομική μεταρρύθμιση, αλλά προσπάθεια εσωτερικής και διεθνούς νομιμοποίησης των τουρκικών διεκδικήσεων. Η Τουρκία εδώ και δεκαετίες αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε νησίδες και βραχονησίδες, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα καθεστώς αμφισβήτησης στο Αιγαίο. Με την ψήφιση ενός τέτοιου νόμου, η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει τις θέσεις αυτές ως επίσημη κρατική πολιτική με νομική υπόσταση στο εσωτερικό της χώρας.

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο αφορά στο γνωστό casus belli, δηλαδή την απειλή πολέμου που έχει διατυπώσει η Τουρκία σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Η απειλή αυτή παραμένει σε ισχύ και θεωρείται από την Αθήνα κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η ελληνική θέση είναι ότι το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων αποτελεί κυριαρχικό και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους, όπως προβλέπει το Άρθρο 3 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Η Τουρκία, ωστόσο, δεν έχει υπογράψει την UNCLOS, γεγονός που χρησιμοποιεί συχνά ως επιχείρημα για να αμφισβητήσει την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της Σύμβασης στο Αιγαίο. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα και η διεθνής κοινότητα υποστηρίζουν ότι πολλές από τις βασικές αρχές της UNCLOS αποτελούν πλέον μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου και συνεπώς δεσμεύουν όλα τα κράτη, ανεξάρτητα από το αν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση.

Ενώ όμως ο νέος τουρκικός νόμος δεν θα έχει άμεση διεθνή νομική ισχύ, καθώς ένα κράτος δεν μπορεί μονομερώς να αλλάξει θαλάσσια σύνορα ή να ακυρώσει κυριαρχικά δικαιώματα άλλων χωρών μέσω της εσωτερικής του νομοθεσίας, ο κίνδυνος εστιάζεται κυρίως στη δημιουργία εντάσεων «επί του πεδίου». Η Άγκυρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον νόμο – παγίδα ως εργαλείο για την έκδοση NAVTEX, την πραγματοποίηση ερευνών σε αμφισβητούμενες περιοχές ή ακόμη και για την παρενόχληση ελληνικών δραστηριοτήτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η χρονική συγκυρία δεν θεωρείται τυχαία. Η Τουρκία επιχειρεί το τελευταίο διάστημα να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές και πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της. Η ανάδειξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» εξυπηρετεί και εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, καθώς συσπειρώνει το εθνικιστικό ακροατήριο και ενισχύει την εικόνα της κυβέρνησης Ερντογάν ως υπερασπιστή των «εθνικών δικαίων» της Τουρκίας.

Σημαντικό ρόλο στην εν λόγω εξέλιξη έπαιξε και ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική πρωτοβουλία αποτύπωσε – επιτέλους – επίσημα τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, γεγονός που προκάλεσε έντονη αντίδραση στην Τουρκία. Καθίσταται σαφές ότι ο σχεδιαζόμενος τουρκικός νόμος αποτελεί απάντηση σε αυτή την ελληνική κίνηση και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα αντίπαλο νομικό και πολιτικό αφήγημα.

Ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΘΧΣ) αποτελεί ευρωπαϊκή υποχρέωση που απορρέει από την Οδηγία 2014/89/ΕΕ. Στόχος του είναι η ορθολογική οργάνωση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, όπως η αλιεία, η ναυσιπλοΐα, οι ενεργειακές επενδύσεις, ο τουρισμός και η προστασία του περιβάλλοντος. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας, ο ΘΧΣ αποκτά και σαφή γεωπολιτική διάσταση, καθώς συνδέεται άμεσα με το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η ελληνική κυβέρνηση, μέσα από την Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον ΘΧΣ, προχώρησε, μετά από πολυετή καθυστέρηση, για πρώτη φορά στην επίσημη αποτύπωση των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών σε ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική και στρατηγική σημασία της ελληνικής πρωτοβουλίας. Η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», που αποτελεί βασικό πυλώνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια, αμφισβητεί ανοιχτά το δικαίωμα των ελληνικών νησιών να διαθέτουν πλήρη θαλάσσια δικαιώματα. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι μεγάλα τμήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ανήκουν στη δική της θαλάσσια σφαίρα επιρροής, υιοθετώντας μια αναθεωρητική προσέγγιση.

Η ελληνική έκθεση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε ως θεσμική απάντηση σε αυτή τη στρατηγική. Με την κατάθεση των χαρτών και του σχεδιασμού στις ευρωπαϊκές αρχές, η Αθήνα κατοχύρωσε τις ελληνικές θέσεις όχι μόνο διπλωματικά αλλά και διοικητικά, εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η σημασία αυτής της κίνησης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα είχε δεχθεί έντονη πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για καθυστέρηση στην εφαρμογή του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε μάλιστα καταδικάσει τη χώρα μας επειδή δεν είχε ολοκληρώσει εγκαίρως το σχετικό σχέδιο ούτε είχε αποστείλει τα απαραίτητα έγγραφα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν απλώς τεχνικό ή γραφειοκρατικό ζήτημα. Για χρόνια, ελληνικές κυβερνήσεις απέφευγαν να προχωρήσουν σε πλήρη θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ακριβώς επειδή φοβούνταν την τουρκική αντίδραση. Τελικά, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει, εκτιμώντας ότι η απουσία επίσημης ελληνικής θέσης δημιουργούσε μεγαλύτερα προβλήματα από όσα θα προκαλούσε η αντίδραση της Τουρκίας.

Συνεπώς, η πληροφορία ότι η Τουρκία προωθεί νέο νομοθετικό πλαίσιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Ο σχεδιαζόμενος τουρκικός νόμος φαίνεται να επιδιώκει τη θεσμοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων, ενσωματώνοντας σε ενιαίο νομικό πλαίσιο τις τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες. Ουσιαστικά, η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει το δικό της αντίστοιχο «θεσμικό αφήγημα» απέναντι στον ελληνικό ΘΧΣ. Ειδικότερα, η μεν Ελλάδα αξιοποιεί το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, στηριζόμενη στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Από την άλλη, η Τουρκία, η οποία δεν έχει υπογράψει την UNCLOS, επιχειρεί να επιβάλει μια διαφορετική αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες, βασισμένη κυρίως στη γεωγραφική ισχύ και στη στρατηγική πίεση.

Παράλληλα, ο ΘΧΣ έχει και σημαντική οικονομική διάσταση. Η οριοθέτηση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων συνδέεται άμεσα με τις ενεργειακές προοπτικές της χώρας, τις έρευνες υδρογονανθράκων, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο ελληνικός ΘΧΣ εντάσσεται στο θεσμικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές θέσεις πλέον απέκτησαν ευρωπαϊκή διάσταση και δεν παρουσιάζονται αποκλειστικά ως εθνικές διεκδικήσεις. Επίσης, η UNCLOS δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Κυβερνήσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 179/3 EL) την 23η Ιουνίου 1998 και δια του τρόπου αυτού εντάχθηκε στο acquis communautaire, δημιουργώντας ταυτόχρονα συντρέχουσα αρμοδιότητα της ΕΕ για ζητήματα που εμπίπτουν της UNCLOS. Δημιουργήθηκε έτσι de jure δοτή αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ΕΕ στο Λουξεμβούργο για ζητήματα που εμπεριέχονται ρητώς στην UNCLOS, όπως είναι η αλιεία.

Παρά ταύτα, η ένταση με την Τουρκία καθιστά δύσκολη την πλήρη εφαρμογή αυτών των σχεδίων. Η Άγκυρα συνεχίζει να επικαλείται το casus belli έναντι μιας πιθανής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ενώ παράλληλα αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε περιοχές του Αιγαίου μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Η θεσμοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες εντάσεις, είτε μέσω ερευνητικών δραστηριοτήτων είτε μέσω της αμφισβήτησης ελληνικών δικαιωμάτων επί του πεδίου. Το τελευταίο δε διάστημα πληθαίνουν οι ελληνικές επικλήσεις στο Άρθρο 42(7) της ΣΕΕ (Ρήτρα Αμοιβαίας Άμυνας των Χωρών Μελών της ΕΕ) ως απάντηση στο τουρκικό casus belli.

Με ποιόν λοιπόν νομικό τρόπο δύναται η Ελλάδα να απονευρώσει τις Τουρκικές αξιώσεις σε επίπεδο ΕΕ, αποφεύγοντας συγχρόνως τυχόν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση που θα προέκυπτε μεταξύ των δύο χωρών; Στο παρελθόν προτείναμε, με αφορμή ζητήματα που εμπίπτουν της αποκλειστικής αρμοδιότητος της, ΕΕ όπως είναι η αλιεία, να παραπέμπονται τυχόν διαφορές στο δικαστήριο της ΕΕ του Λουξεμβούργου (ΔΕΕ), δεδομένου ότι η Τουρκία είναι υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ, με την οποία δεσμεύεται αποκλειστικά στα πλαίσια της Συμφωνίας Σύνδεσης Τουρκίας – ΕΟΚ της 12ης Σεπτεμβρίου 1963.

Εν προκειμένω, στην περίπτωση που μια Ελληνοτουρκική διαφορά προκύψει εντός του Θαλασσίου Χώρου της Ελλάδος, δύναται να παραπεμφθεί σε Ευρωπαϊκό forum. Αυτό γιατί η Συμφωνία Σύνδεσης ΕΟΚ – Τουρκίας της 12ης Σεπτεμβρίου 1963, στο Άρθρο 25 ρητά ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να προσφεύγει στο Συμβούλιο Συνδέσεως για οποιαδήποτε διαφορά που αφορά στην εφαρμογή ή την ερμηνεία της Συμφωνίας και ενδιαφέρει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ένα Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή την Τουρκία. […] Το Συμβούλιο Συνδέσεως δύναται να ρυθμίσει τη διαφορά δι’ αποφάσεως. Δύναται επίσης να αποφασίσει να υποβάλει τη διαφορά στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή σε οποιοδήποτε άλλο υφιστάμενο δικαστικό όργανο.

Επιπροσθέτως, το Πρόσθετο Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο της Συμφωνίας Σύνδεσης (ΧΠΣΣ) ΕΟΚ – Τουρκίας που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1970 προβλέπει, στο Άρθρο 60(2) ότι αν δημιουργούνται σοβαρές διαταραχές σε τομέα τής οικονομικής δραστηριότητος της Κοινότητος ή σε ένα ή σε περισσότερα Κράτη μέλη ή τίθεται σε κίνδυνο η εξωτερική οικονομική της σταθερότητα ή αν ανακύπτουν δυσχέρειες, που οδηγούν σε επιδείνωση τής οικονομικής καταστάσεως μιας περιοχής τής Κοινότητος, αυτή δύναται να λάβει ή να εξουσιοδοτήσει το ή τα ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα διασφαλίσεως. Τά μέτρα αυτά καθώς και ο τρόπος εφαρμογής τους κοινοποιούνται αμελλητί στό Συμβούλιο Συνδέσεως.

Στην υπ’αριθμόν 1/95 Απόφαση του Συμβουλίου Συνδέσεως της 22ης Δεκεμβρίου του 1995, η Τουρκία δεσμεύτηκε ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα κράτους μέλους της ΕΕ να παραπέμψει σχετική διαφορά, δηλαδή, διαφορά που επιδεινώνει ή διαταράσσει την οικονομική κατάσταση ή την σταθερότητα ενός Κράτους Μέλους της ΕΕ, σε ειδικό Διαιτητικό Δικαστήριο με έδρα τις Βρυξέλλες (ΔΔΒ), διατυπώνοντας ότι εάν το Συμβούλιο Σύνδεσης αποτύχει στην επίλυση μιας διαφοράς […], εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή η διαδικασία κινήθηκε, κάθε μέρος μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο Άρθρο 62. Η διαιτητική απόφαση είναι δεσμευτική για τα μέρη στη διαφορά.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αν η Τουρκία, δια της επιθετικότητας που διακρίνει την πολιτική της σε ζητήματα ΑΟΖ/ΘΧΣ, πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα, ήτοι την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας Κράτους Μέλους της ΕΕ και της Κοινής Αγοράς, τότε η διαφορά που προκύπτει δύναται να παραπεμφθεί στο Συμβούλιο της Σύνδεσης ΕΕ – Τουρκίας.

Εκ των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι αν υπάρχει συμφωνία των Μελών του Συμβουλίου Σύνδεσης – ΕΕ Τουρκίας τότε η διαφορά παραπέμπεται στο δικαστήριο της ΕΕ του Λουξεμβούργου, ενώ αν δεν υπάρχει συμφωνία τότε, με την πάροδο εξαμήνου, η διαφορά παραπέμπεται στο Διαιτητικό Δικαστήριο των Άρθρων 61 και 62 της υπ’ αριθ. 1/95 Απόφασης του Συμβουλίου Σύνδεσης στις Βρυξέλλες (το οποίο ενδέχεται, αν αυτό συμφωνηθεί, να επαναφέρει το ζήτημα ενώπιον του ΔΕΕ σύμφωνα με του Άρθρο 62(4) της Απόφασης 1/95).

Επειδή ο προτεινόμενος τουρκικός νόμος για τη «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της Άγκυρας να ενισχύσει τις γεωπολιτικές της διεκδικήσεις.

Επειδή, παρότι δεν μπορεί από μόνος του να αλλάξει το διεθνές νομικό καθεστώς στο Αιγαίο, ο ως άνω τουρκικός νόμος – παγίδα ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πίεσης απέναντι στην Ελλάδα.

Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα οφείλει να παραπέμψει, όταν, ή/και σε περίπτωση που αυτή προκύψει, την όποια σχετική Ελληνο -Τουρκική διαφορά εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων στο Συμβούλιο Σύνδεσης ΕΕ – Τουρκίας. Το νομικό αποτέλεσμα θα είναι η παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της ΕΕ στο Λουξεμβούργο, είτε στο Διαιτητικό Δικαστήριο στις Βρυξέλλες και η δεσμευτική για την Τουρκία απόφαση. Σε περίπτωση που τα αρμόδια Δικαστήρια της ΕΕ (ΔΕΕ ή ΔΔΒ) αποφανθούν υπέρ της Ελλάδος, τότε αυτό θα σημαίνει την de facto αλλά και de jure αναγνώριση των Ελληνικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS) και τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της ΕΕ στο Αιγαίο, σε βάρος της Τουρκίας.

Τέλος, από τα ανωτέρω επίσης προκύπτει το ότι η μη ενεργοποίηση – επί της παρούσης – της Ρήτρας Κοινής Ευρωπαϊκής Άμυνας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από ένδειξη νηφαλιότητας και στρατηγικής ωριμότητας της ελληνικής πλευράς, θα λειτουργήσει και στην πράξη ευεργετικά υπέρ της χώρας μας, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα πετύχουμε, αφενός, την ουσιαστική πολιτική και νομική καταδίκη της Τουρκίας, διατηρώντας αφετέρου στο ακέραιο το δικαίωμά μας στη Συλλογική Αυτοάμυνα, ώστε αυτό να χρησιμοποιηθεί ως έσχατη λύση, αν και όποτε κριθεί απαραίτητο, αποφεύγοντας συγχρόνως την Τουρκική παγίδα στο Αιγαίο.

Back to top button