breaking newsΕλλάδα

Ενεργειακό μπλόκο στην Τουρκία από τις ΗΠΑ: Σταμάτησε το φυσικό αέριο από το Τουρκμενιστάν μέσω Ιράν – Ανατροπή στα σχέδια της Άγκυρας

Σημαντικό πλήγμα στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Τουρκίας προκαλεί η αδυναμία επανέναρξης των εισαγωγών φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν μέσω του Ιράν, καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ουάσιγκτον–Τεχεράνης δημιουργούν νέα εμπόδια στις περιφερειακές ενεργειακές συναλλαγές.

Την κατάσταση περιέγραψε ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, αποκαλύπτοντας ότι η εμπλοκή της αμερικανικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) επηρέασε τη δυνατότητα συνέχισης της συμφωνίας με το Ασγκαμπάτ.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί σε βασικό ενεργειακό κόμβο μεταξύ Κεντρικής Ασίας, Καυκάσου και Ευρώπης, αξιοποιώντας το γεωγραφικό της πλεονέκτημα και το υφιστάμενο δίκτυο αγωγών.

Μπαϊρακτάρ: Οι αμερικανικές κυρώσεις εμποδίζουν τις εισαγωγές

Ο Τούρκος υπουργός παραδέχθηκε ότι η Άγκυρα δεν κατάφερε να επαναφέρει τις ροές τουρκμενικού φυσικού αερίου, παρά τις προσπάθειες διευθέτησης των εκκρεμοτήτων.

Όπως εξήγησε, η εμπλοκή της OFAC και η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν περιόρισαν τις διαθέσιμες επιλογές της Τουρκίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανσή του ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε άμεσες χρηματικές πληρωμές προς το Ιράν.

Το τουρκμενικό αέριο μεταφερόταν μέσω μηχανισμού ανταλλαγής ποσοτήτων (gas swap). Το Τουρκμενιστάν παρέδιδε φυσικό αέριο στο ιρανικό δίκτυο και αντίστοιχες ποσότητες διοχετεύονταν προς την Τουρκία.

Ωστόσο, η απουσία άμεσης χρηματικής πληρωμής προς την Τεχεράνη δεν εξάλειψε τους κινδύνους συμμόρφωσης με το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων.

Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2025, το πολωνικό Κέντρο Ανατολικών Μελετών (OSW) είχε προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη αυστηροποίηση των αμερικανικών κυρώσεων κατά του ιρανικού ενεργειακού τομέα θα μπορούσε να πλήξει και τη συμφωνία μεταφοράς τουρκμενικού αερίου.

Η συμφωνία του 2025 που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα

Η Τουρκία άρχισε να παραλαμβάνει φυσικό αέριο από το Τουρκμενιστάν τον Μάρτιο του 2025, έπειτα από συμφωνία μεταξύ της τουρκικής κρατικής εταιρείας BOTAŞ και της Turkmengaz.

Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε τη μεταφορά περίπου 1,3 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως μέσω Ιράν.

Για την Άγκυρα, η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελούσε ένα ακόμη βήμα προς τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, με στόχο τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία και άλλους παραδοσιακούς προμηθευτές.

Η συνεργασία, ωστόσο, αντιμετώπισε προβλήματα ήδη από το πρώτο έτος.

Σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές, οι παραδόσεις ανεστάλησαν κατά τη διάρκεια του 2025, ενώ η τουρκμενική πλευρά είχε επικαλεστεί διαφωνίες σχετικά με τις ποσότητες και την τιμολόγηση.

Αν και η αρχική πληροφόρηση τοποθετούσε την αναστολή των προμηθειών στον Οκτώβριο του 2025, στοιχεία της S&P Global και του Eurasianet αναφέρουν ότι οι πραγματικές ροές είχαν διακοπεί ήδη από τον Ιούνιο, μετά την παράδοση περίπου 465–500 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων.

Τον Ιανουάριο του 2026, ο Μπαϊρακτάρ είχε εκφράσει την πρόθεση της Άγκυρας να επαναφέρει και να αυξήσει τις εισαγωγές. Η νέα τοποθέτησή του δείχνει ότι το σχέδιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια.

Η Άγκυρα βλέπει διπλασιασμό των εξαγωγών μέσω TANAP

Παρά τις δυσκολίες, η τουρκική κυβέρνηση διατηρεί τον στόχο ενίσχυσης του ρόλου της στη διαμετακόμιση φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές.

Ο Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ υποστήριξε ότι ο αγωγός TANAP διαθέτει επαρκή αχρησιμοποίητη μεταφορική δυναμικότητα, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για σημαντική αύξηση των ποσοτήτων φυσικού αερίου που κατευθύνονται προς την Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τουρκία θα μπορούσε υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις να διπλασιάσει τις εξαγωγές της.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στη διαθεσιμότητα των αγωγών.

Για να αυξηθούν ουσιαστικά οι ποσότητες που θα μεταφέρονται μέσω Τουρκίας, απαιτούνται πρόσθετες πηγές εφοδιασμού, εμπορικές συμφωνίες και επαρκείς υποδομές μεταφοράς.

Ο TANAP αποτελεί βασικό τμήμα του Νοτίου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου, μεταφέροντας αζερικό αέριο μέσω της Τουρκίας. Στη συνέχεια, το αέριο διοχετεύεται μέσω του TAP προς την Ελλάδα, την Αλβανία και την Ιταλία.

Η διαδρομή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και για τις προσπάθειες διαφοροποίησης των ευρωπαϊκών εισαγωγών.

Το Τουρκμενιστάν και το σχέδιο αγωγού μέσω Κασπίας

Με δεδομένο ότι η σημερινή παραγωγική δυνατότητα του Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να καλύψει απεριόριστα την αυξανόμενη ζήτηση, η Άγκυρα αναζητά πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου από το Τουρκμενιστάν.

Η χώρα της Κεντρικής Ασίας διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου και επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις εξαγωγικές της αγορές.

Το στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας προβλέπει τη δημιουργία διασύνδεσης μεταξύ Τουρκμενιστάν και Αζερμπαϊτζάν μέσω της Κασπίας Θάλασσας.

Ένας τέτοιος αγωγός θα επέτρεπε την παράκαμψη του Ιράν και τη μεταφορά τουρκμενικού φυσικού αερίου προς την Τουρκία και την Ευρώπη μέσω των υφιστάμενων υποδομών του Νοτίου Διαδρόμου.

Ωστόσο, το έργο αντιμετωπίζει τεχνικές, οικονομικές και ρυθμιστικές δυσκολίες, καθώς και εκκρεμότητες που συνδέονται με τις θαλάσσιες ζώνες και τη συνεργασία των παράκτιων κρατών της Κασπίας.

Στις 21–23 Οκτωβρίου 2026, κατά τη διάρκεια ενεργειακού συνεδρίου στο Ασγκαμπάτ, η διοίκηση της BOTAŞ επανέλαβε ότι ο διακασπιακός αγωγός αποτελεί στρατηγικό στόχο.

Ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, Αμπντουλβαχίτ Φιντάν, υπογράμμισε την ανάγκη συνεργασίας παραγωγών, διαχειριστών υποδομών και αγοραστών για να καταστεί το έργο εμπορικά βιώσιμο.

Αβεβαιότητα και για το ιρανικό φυσικό αέριο

Στην εξίσωση προστίθεται και το μέλλον των απευθείας εισαγωγών φυσικού αερίου από το Ιράν.

Η Τουρκία προμηθεύεται εδώ και δεκαετίες σημαντικές ποσότητες μέσω διμερών συμβάσεων, ωστόσο η συνεργασία έχει επηρεαστεί επανειλημμένα από τεχνικά προβλήματα, διακοπές τροφοδοσίας και πολιτικές εντάσεις.

Η αβεβαιότητα γύρω από την ανανέωση των συμβάσεων αυξάνει τις πιέσεις στην Άγκυρα να εξασφαλίσει πρόσθετες πηγές.

Τον Απρίλιο του 2026, το Reuters είχε μεταδώσει ότι η βασική 25ετής σύμβαση Τουρκίας–Ιράν επρόκειτο να λήξει τον Ιούλιο, με προβλεπόμενες παραδόσεις 9,6 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως.

Η νεότερη αναφορά σε συμβάσεις που λήγουν τον Νοέμβριο χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση ως προς το εάν αφορά διαφορετική συμφωνία ή μεταγενέστερη παράταση.

Οι κυρώσεις των ΗΠΑ επηρεάζουν τον ενεργειακό σχεδιασμό της Τουρκίας

Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην προσπάθεια να διατηρεί ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις με διαφορετικά γεωπολιτικά στρατόπεδα.

Η Άγκυρα συνεργάζεται με τη Ρωσία στον τομέα των αγωγών και της πυρηνικής ενέργειας, διατηρεί ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν και επιδιώκει ταυτόχρονα την ενίσχυση των δεσμών της με τις ΗΠΑ και την ευρωπαϊκή αγορά.

Ωστόσο, η αμερικανική πολιτική κυρώσεων δημιουργεί περιορισμούς ακόμη και σε συναλλαγές στις οποίες το Ιράν λειτουργεί ως ενδιάμεση χώρα μεταφοράς.

Η πίεση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω στις 4 Νοεμβρίου 2026, όταν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε νέες κυρώσεις σε πρόσωπα και επιχειρήσεις που κατηγορούνται ότι διευκολύνουν ιρανικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης εταιρείας με έδρα την Τουρκία. Τα συγκεκριμένα μέτρα δεν τεκμηριώνεται ότι συνδέονται άμεσα με τη συμφωνία εισαγωγής τουρκμενικού αερίου.

Για την Τουρκία, η εμπλοκή αυτή αποτελεί υπενθύμιση ότι η γεωγραφική της θέση και η διαθέσιμη δυναμικότητα των αγωγών δεν επαρκούν από μόνες τους για να την καταστήσουν περιφερειακό ενεργειακό κόμβο.

Χρειάζονται ασφαλείς πηγές τροφοδοσίας, προβλέψιμο κανονιστικό περιβάλλον και συμφωνίες που δεν θα μπορούν να ανατρέπονται από διεθνείς κυρώσεις ή περιφερειακές συγκρούσεις.

Η περίπτωση του τουρκμενικού αερίου δείχνει ότι ακόμη και μια συμφωνία που δεν προβλέπει άμεσες πληρωμές προς το Ιράν μπορεί να καταστεί προβληματική λόγω του ευρύτερου καθεστώτος κυρώσεων.

Η Άγκυρα διαθέτει το δίκτυο αγωγών και φιλοδοξεί να αυξήσει τις εξαγωγές προς την Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι η πρόσβαση στις πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου που χρειάζεται εξακολουθεί να εξαρτάται από γεωπολιτικές ισορροπίες τις οποίες δεν ελέγχει.

Back to top button