Σίγουρος, ότι η Αθήνα προτίθεται να προχωρήσει το επόμενο διάστημα την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου εμφανίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα θα εκδώσει τις αναγκαίες NAVTEX για τις έρευνες βυθού και την πόντιση του καλωδίου, σε συνεργασία με τη Γαλλία και με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρακολουθεί την εξέλιξη του έργου.
Σε συνέντευξή του στον ομογενειακό ραδιοφωνικό σταθμό Cosmos FM στη Νέα Υόρκη, ο Έλληνας ΥΠΕΞ ρωτήθηκε ειδικά για το Great Sea Interconnector (GSI), τις τουρκικές αντιδράσεις και τα επόμενα βήματα για τις θαλάσσιες έρευνες και την ανάπτυξη του καλωδίου.
«Η Ελλάδα, σε απόλυτη συνεργασία με τη Γαλλία, θα προχωρήσει»
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση της διασύνδεσης, υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για Έργο Ευρωπαϊκού Κοινού Ενδιαφέροντος.
«Η Ελλάδα, σε απόλυτη συνεργασία με τη Γαλλία, θα προχωρήσει το έργο αυτό το επόμενο διάστημα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η γαλλική εμπλοκή έχει αποκτήσει πλέον συγκεκριμένο επιχειρηματικό περιεχόμενο, καθώς τον Αύγουστο υπεγράφη συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector. Παράλληλα, ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans συμφώνησαν για τις θαλάσσιες έρευνες βυθού που απαιτούνται για την υλοποίηση του έργου.
Ο Έλληνας ΥΠΕΞ υπογράμμισε παράλληλα ότι τέτοιου τύπου ηλεκτρικές διασυνδέσεις προστατεύονται από το Διεθνές Δίκαιο και, κατά την ελληνική θέση, δεν μπορούν να παρεμποδίζονται από τρίτες χώρες.
NAVTEX για τις έρευνες και την πόντιση
Ο Γεραπετρίτης ήταν συγκεκριμένος και ως προς τα πρακτικά βήματα που σχεδιάζει η Αθήνα.
Όπως δήλωσε, «κατά λόγον αρμοδιότητας, η Ελλάδα θα αδειοδοτήσει το έργο και θα εκδώσει τις αναγκαίες NAVTEX για την έρευνα και πόντιση του καλωδίου».
Οι σχετικές διαδικασίες βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο του σχεδιασμού για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών. Ρεπορτάζ των τελευταίων εβδομάδων έχουν αναφέρει ότι η έκδοση NAVTEX αποτελεί ένα από τα κρίσιμα επόμενα στάδια πριν από τις νέες βυθομετρήσεις.
Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί την εξέλιξη του έργου.
«Ό,τι απαιτηθεί από την ελληνική, τη γαλλική και την ευρωπαϊκή πλευρά θα γίνει», τόνισε.
Το μήνυμα προς την Τουρκία
Το πλέον σαφές μήνυμα της συνέντευξης αφορούσε την πιθανότητα τουρκικής παρεμπόδισης των εργασιών.
Ο Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι «δεν νοείται» παρεμπόδιση ευρωπαϊκού έργου, ιδίως από μια χώρα η οποία φιλοδοξεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα σημείωσε ότι οι κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε συνέχεια προηγούμενης δήλωσής του, στις 31 Αυγούστου, όταν είχε ξεκαθαρίσει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης και ότι σε περίπτωση αυθαιρεσίας ή επιθετικότητας θα υπάρξει ελληνική αντίδραση.
Η στρατηγική σημασία του GSI
Το Great Sea Interconnector θεωρείται κρίσιμο έργο για την ενεργειακή διασύνδεση της Κύπρου με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς επιδιώκει να άρει την ενεργειακή απομόνωση του νησιού.
Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει επίσης το έργο ως τμήμα μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής διασυνδεσιμότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το γεγονός ότι η γαλλική Meridiam απέκτησε πλειοψηφική θέση στο GSI προσδίδει επιπλέον γαλλική διάσταση στο έργο, κάτι που εξηγεί και την ιδιαίτερη αναφορά του Γεραπετρίτη στην «απόλυτη συνεργασία» Αθήνας και Παρισιού.
«Καλοδεχούμενη η ήπια ρητορική» της Άγκυρας
Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε παράλληλα στο γενικότερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δηλώνοντας ότι η ηπιότερη ρητορική και η διατήρηση του διαλόγου είναι θετικά στοιχεία.
Η Αθήνα, ωστόσο, συνδέει τον διάλογο με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και επιμένει ότι αυτό δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του GSI, καθώς η πραγματική δοκιμασία δεν θα είναι μόνο η πολιτική ρητορική αλλά το τι θα συμβεί όταν τα ερευνητικά πλοία επανέλθουν στο πεδίο και αρχίσουν οι εργασίες.
Το επόμενο διάστημα, επομένως, θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η κυβερνητική διαβεβαίωση ότι το έργο «θα προχωρήσει» θα μετατραπεί σε πραγματική επιχειρησιακή επανεκκίνηση των ερευνών και της πόντισης του καλωδίου.