Με αφετηρία τη γεωπολιτική θεωρία του «ζωτικού χώρου» (Lebensraum), την οποία ανέπτυξε ο Γερμανός γεωγράφος Φρίντριχ Ράτσελ και η οποία συνδέθηκε ιστορικά με την επεκτατική πολιτική του Τρίτου Ράιχ, ο Γιάννης Θεοδωράτος επιχείρησε να ερμηνεύσει τη σύγχρονη τουρκική στρατηγική.
Στην 401η εκπομπή «Με το κλειδί της ιστορίας», που μεταδίδεται από το Blue Sky, στάθηκε ιδιαίτερα στις πρόσφατες αναφορές του αρχηγού του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, ναυάρχου Ερτζιουμέντ Τατλίογλου, κατά τη διάρκεια ναυτικής άσκησης στα τέλη Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του Θεοδωράτου, οι τοποθετήσεις του Τούρκου ναυάρχου δεν αποτελούν μεμονωμένες δηλώσεις ενός στρατιωτικού αξιωματούχου, αλλά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Τουρκία, όπως εξήγησε, επιχειρεί να μετατραπεί από μια παραδοσιακά χερσαία δύναμη σε ισχυρή ναυτική δύναμη, ικανή να ελέγχει θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, ενεργειακούς διαδρόμους και κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η ελληνοτουρκική ύφεση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη των τουρκικών διεκδικήσεων, αλλά ως τακτική επιλογή που επιτρέπει στην Άγκυρα να κερδίζει χρόνο.
Οι 47 ναυπηγήσεις και η «Γαλάζια Πατρίδα»
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε στο τουρκικό ναυπηγικό πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ότι τουλάχιστον 47 ναυπηγήσεις πολεμικών πλοίων βρίσκονται σε διάφορα στάδια σχεδιασμού ή υλοποίησης.
Αναφέρθηκε ακόμη σε μακροπρόθεσμες τουρκικές φιλοδοξίες που περιλαμβάνουν συμβατικά αεροπλανοφόρα και πυρηνοκίνητα υποβρύχια.
Ο Θεοδωράτος συνέδεσε αυτή την εξέλιξη με τη στρατηγική σκέψη του πρώην πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση της ναυτικής ισχύος αποτελεί βασικό εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Κατά την ανάλυσή του, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν περιορίζεται στις θαλάσσιες διεκδικήσεις. Αντιθέτως, επιχειρεί να συνδέσει τη στρατιωτική ισχύ με την οικονομία, την ενέργεια, τη διπλωματία και την αμυντική βιομηχανία.
Πρόκειται, όπως υποστήριξε, για μια προσπάθεια δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου κρατικού δόγματος, με κεντρικό στόχο την αναβάθμιση της Τουρκίας σε περιφερειακή ναυτική δύναμη.
Η ελληνική απάντηση και τα 12 ναυτικά μίλια
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, ο Θεοδωράτος υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να επανεξετάσει τις προτεραιότητες της εθνικής στρατηγικής της.
Ειδικότερα, πρότεινε την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, αρχίζοντας από το σύμπλεγμα της Μεγίστης και συνεχίζοντας προς τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κρήτη.
Συνέδεσε την πρόταση αυτή με την ανάγκη ενίσχυσης των αεροναυτικών δυνατοτήτων της χώρας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που, κατά την εκτίμησή του, θα γίνουν εντονότερες προς το τέλος της δεκαετίας.
Επέμεινε επίσης ότι η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία δεν πρέπει να υποτιμά τις δημόσιες διακηρύξεις της Άγκυρας, καθώς αυτές αποκαλύπτουν σημαντικές πτυχές του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού της.
Το τουρκικό αεροπλανοφόρο και η απειλή για την Ανατολική Μεσόγειο
Ο παρουσιαστής αφιέρωσε σημαντικό μέρος της εκπομπής στο τουρκικό αεροπλανοφόρο MUGEM, το οποίο, σύμφωνα με όσα ανέφερε, βρίσκεται ήδη υπό ναυπήγηση.
Επικαλούμενος τις αναφορές της τουρκικής ναυτικής ηγεσίας, σημείωσε ότι προβλέπεται εκτόπισμα τουλάχιστον 60.000 τόνων και δυνατότητα επιχειρήσεων με επανδρωμένα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Μετέφερε επίσης τον στόχο καθέλκυσης το 2027, επισημαίνοντας ότι σε ένα τόσο σύνθετο πρόγραμμα ενδέχεται να υπάρξουν καθυστερήσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε στο αμφίβιο πλοίο TCG Anadolu και στην τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, στο Κατάρ και στη Σομαλία.
Κατά τον Θεοδωράτο, οι συγκεκριμένες κινήσεις υπηρετούν έναν ενιαίο σχεδιασμό προβολής ισχύος από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και την είσοδο του Ινδικού Ωκεανού.
Συνέδεσε μάλιστα αυτή τη στρατηγική με τις τουρκικές αντιδράσεις απέναντι στις έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα αξιοποιεί το Πολεμικό Ναυτικό ως μέσο άσκησης διπλωματικής πίεσης.
Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις: Η πραγματικότητα πίσω από την παρέλαση
Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, ο Θεοδωράτος εξέτασε τα οπλικά συστήματα και τις τεχνολογίες που παρουσιάστηκαν στη στρατιωτική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.
Αναγνώρισε ότι υπήρχαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ελληνικές τεχνολογικές προσπάθειες, αλλά διατύπωσε και μια σαφή επιφύλαξη: δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι όλα τα παρουσιαζόμενα συστήματα βρίσκονται ήδη σε επιχειρησιακή υπηρεσία.
Υποστήριξε ότι χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα οπλικά συστήματα που έχουν παραληφθεί, σε εκείνα που έχουν συμβασιοποιηθεί και σε όσα βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της ανάπτυξης ή της πιθανής προμήθειας.
Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα αντιαεροπορικά συστήματα Barak MX, στους εκτοξευτές PULS, στα τεθωρακισμένα Stryker, καθώς και σε ελληνικές μη επανδρωμένες πλατφόρμες ξηράς και θαλάσσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε ελληνικά μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας και στις δυνατότητες που μπορούν να προσφέρουν σε αποστολές αναγνώρισης, διείσδυσης και προσβολής στόχων.
Εξήρε την προσπάθεια ελληνικών εταιρειών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, επιμένοντας όμως ότι η καινοτομία αποκτά πραγματική στρατιωτική αξία όταν μετατρέπεται σε παραγγελίες, παραγωγή και επιχειρησιακή αξιοποίηση.
Ο πόλεμος των drones και η ανάγκη μαζικής παραγωγής
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανέδειξε ήταν η μεταβολή του σύγχρονου πεδίου μάχης εξαιτίας των μη επανδρωμένων συστημάτων.
Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον πόλεμο στην Ουκρανία, υποστήριξε ότι η μαζική παραγωγή drones αποτελεί πλέον καθοριστικό παράγοντα στρατιωτικής ισχύος.
Αναφέρθηκε στις τεράστιες ποσότητες μη επανδρωμένων αεροσκαφών που παράγουν ή σχεδιάζουν να παράγουν η Ρωσία και η Ουκρανία, ενώ μετέφερε και τουρκικές εξαγγελίες για παραγωγή αναλώσιμων drones σε εξαιρετικά μεγάλη κλίμακα.
Σύμφωνα με τον Θεοδωράτο, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει όχι μόνο στην αγορά προηγμένων συστημάτων, αλλά και στην εγχώρια παραγωγή πυρομαχικών, πυραύλων και μη επανδρωμένων μέσων.
Η στρατηγική αυτονομία, όπως υπογράμμισε, δεν εξασφαλίζεται μόνο με την απόκτηση σύγχρονων όπλων. Απαιτεί παραγωγική υποδομή, επαρκή αποθέματα και δυνατότητα αναπλήρωσης των απωλειών σε συνθήκες παρατεταμένων επιχειρήσεων.
Η Κύπρος του 1974 και το κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής απόφασης
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβασή του για τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974.
Αφορμή αποτέλεσε αναφορά του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια σχετικά με τη σημασία των αεροσκαφών εναέριου ανεφοδιασμού και τη δυνατότητα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας να επιχειρήσει στην Κύπρο.
Ο Θεοδωράτος, επικαλούμενος και σχετικό άρθρο του Ζαχαρία Μίχα στο Defence Point, υποστήριξε ότι η Ελλάδα διέθετε τότε επιχειρησιακές δυνατότητες για την προσβολή των τουρκικών αποβατικών δυνάμεων, ακόμη και χωρίς ιπτάμενα τάνκερ.
Αναφέρθηκε στα μαχητικά F-4 Phantom και στις δυνατότητες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, επισημαίνοντας ότι το αποφασιστικό πρόβλημα δεν ήταν αποκλειστικά τεχνικό ή επιχειρησιακό.
Κατά την άποψή του, εκείνο που έλειψε ήταν η πολιτική απόφαση για στρατιωτική δράση.
Συνέδεσε αυτή τη διαπίστωση με την κρίση των Ιμίων το 1996, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να αποδώσει όταν δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη πολιτική βούληση.
Πρόκειται για ιστορική και στρατηγική αξιολόγηση του ίδιου, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τεκμηριωμένη βεβαιότητα για το ποια θα ήταν η έκβαση μιας διαφορετικής στρατιωτικής απόφασης.
Το ρήγμα Τουρκίας – Αζερμπαϊτζάν και ο ενεργειακός διάδρομος που παρακάμπτει την Άγκυρα
Στην τελευταία ενότητα της εκπομπής, ο Θεοδωράτος στράφηκε στις σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, αμφισβητώντας την εικόνα της απόλυτης στρατηγικής ταύτισης των δύο χωρών.
Αναφέρθηκε στις διαφωνίες που, κατά την εκτίμησή του, έχουν εμφανιστεί ανάμεσα στην Άγκυρα και το Μπακού, καθώς και στη στρατηγική σχέση του Αζερμπαϊτζάν με το Ισραήλ.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στον σχεδιαζόμενο ενεργειακό διάδρομο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από το Αζερμπαϊτζάν μέσω Γεωργίας, Μαύρης Θάλασσας και Ρουμανίας προς την Ουγγαρία.
Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διαδρομή παρακάμπτει την Τουρκία παρουσιάστηκε από τον αναλυτή ως ένδειξη ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την κεντρική της θέση σε κάθε περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό.
Κλείνοντας, ο Θεοδωράτος υποστήριξε ότι η τουρκική επιδίωξη περιφερειακής κυριαρχίας συναντά περιορισμούς και αντιστάσεις, τις οποίες η ελληνική πλευρά οφείλει να αξιολογεί με προσοχή.