breaking newsΕλλάδα

ΕΔΔΑ: Η πολυγαμία μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην οικογενειακή επανένωση

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δημοσίευσε την απόφαση «A.A. κατά Κάτω Χωρών» (αρ. 7481/23), η οποία αφορά την άρνηση των ολλανδικών αρχών να επιτρέψουν την οικογενειακή επανένωση σε πέντε από τα ανήλικα τέκνα του προσφεύγοντος, τα οποία είχαν γεννηθεί από τον δεύτερο και τον τρίτο πολυγαμικό γάμο του στην Υεμένη. Το τέταρτο Τμήμα του Δικαστηρίου έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ από τις ολλανδικές αρχές.

Ο προσφεύγων, A.A. είναι υπήκοος Υεμένης, δικηγόρος, γεννημένος το 1970 και κάτοικος Κάτω Χωρών. Στην Υεμένη συνήψε πολυγαμικούς γάμους με τρεις γυναίκες. Απέκτησε οκτώ παιδιά με την πρώτη σύζυγό του, τρία παιδιά με τη δεύτερη σύζυγό του και δύο παιδιά με την τρίτη σύζυγό του.

Το ΕΔΔΑ, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, υπογράμμισε τη στενή σχέση που υφίσταται μεταξύ της μεταναστευτικής πολιτικής και των επιταγών της δημόσιας τάξης και τόνισε ότι, όταν ένα κράτος χαράζει τη μεταναστευτική του πολιτική, η οποία λαμβάνει υπόψη τους οικογενειακούς δεσμούς, δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναγνωρίζει πολυγαμικούς γάμους καθώς δεν είναι αποδεκτοί από τη δική του έννομη τάξη.

Τον Οκτώβριο του 2018, ο A.A. έφτασε στην Ολλανδία και υπέβαλε αίτηση για προσωρινή άδεια διαμονής λόγω ασύλου, η οποία του χορηγήθηκε για χρονικό διάστημα πέντε ετών. Εκείνη την περίοδο, όλα τα μέλη της οικογένειάς του (οι τρεις γυναίκες και τα παιδιά τους) βρίσκονταν στην Τουρκία. Τον Νοέμβριο του 2023 έλαβε μόνιμη άδεια διαμονής.

Παράλληλα, τον Ιούλιο του 2019, υπέβαλε στην Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης (Immigratie en Naturalisatiedienst – IND) αίτηση οικογενειακής επανένωσης με την πρώτη σύζυγό του και με όλα τα παιδιά του (13 συνολικά). Η IND τον ενημέρωσε ότι η οικογενειακή του κατάσταση (πολυγαμία) ήταν αντίθετη προς την ολλανδική δημόσια τάξη και του ζήτησε να επιλέξει ποιον γάμο επιθυμούσε να αναγνωρίσει ως νόμιμο κατά το ολλανδικό δίκαιο, διευκρινίζοντάς του ότι μόνο η μία σύζυγος και τα παιδιά που είχαν γεννηθεί από τον συγκεκριμένο γάμο μπορούσαν να υπαχθούν στο καθεστώς της οικογενειακής επανένωσης.

Ο A.A. επέμεινε στο αίτημά του. Οι αρχές συνήγαγαν από αυτό ότι είχε επιλέξει να αναγνωριστεί ο πρώτος γάμος του κατά το ολλανδικό δίκαιο. Τον Δεκέμβριο του 2019, η IND έκανε δεκτή την αίτηση οικογενειακής επανένωσης ως προς την πρώτη γυναίκα του A.A. και τα οκτώ παιδιά τους και την απέρριψε ως προς τα πέντε παιδιά που είχαν γεννηθεί από τους γάμους του με τις άλλες δύο γυναίκες του, με την αιτιολογία ότι η πολυγαμία ήταν αντίθετη προς την ολλανδική δημόσια τάξη.

Όταν ερωτήθηκε σχετικά με τη δυνατότητα να διαζευχθεί από τις άλλες δύο συζύγους του, πράγμα που θα έθετε τέλος στην κατάσταση πολυγαμίας και θα καθιστούσε τα παιδιά που είχαν γεννηθεί από τους γάμους αυτούς επιλέξιμα για οικογενειακή επανένωση, ο A.A. δήλωσε ότι δεν θα του ήταν δυνατό να επικοινωνήσει με τις αρχές της Υεμένης και ότι, σε κάθε περίπτωση, το διαζύγιο θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη δεύτερη και την τρίτη σύζυγό του, όπως, για παράδειγμα, κοινωνικό στιγματισμό, αποκλεισμό και πιέσεις να επιστρέψουν στην Υεμένη και να ξαναπαντρευτούν.

Πρόσθεσε μάλιστα ότι τα πέντε παιδιά του από τη δεύτερη και τρίτη γυναίκα του αντιμετώπιζαν δυσκολίες ένταξης στην Τουρκία, αλλά ότι ήταν υπερβολικά επικίνδυνο για αυτά να επιστρέψουν στην Υεμένη, τη χώρα καταγωγής τους. Κι αυτό λόγω των απειλών κατά του ίδιου και της οικογένειάς του εξαιτίας των δράσεών τους για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που φέρεται να είχαν αναπτύξει καθώς και λόγω της πολιτικής κατάστασης εκεί.

Τον Ιανουάριο του 2021, η IND απέρριψε τη διοικητική προσφυγή του με το σκεπτικό ότι η άδεια διαμονής θα χορηγούνταν μόνο στην πρώτη σύζυγο και στα παιδιά τους, για τον λόγο ότι η πολυγαμία ήταν αντίθετη προς την ολλανδική δημόσια τάξη.

Μετά από δικαστικές προσφυγές του Α.Α., τα ολλανδικά δικαστήρια έκριναν ότι τα παιδιά του ζούσαν σε σταθερό κοινωνικό περιβάλλον μαζί με τις μητέρες τους στην Τουρκία, ότι είχαν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση και ότι απολάμβαναν τη διεθνή προστασία που τους παρείχαν οι τουρκικές αρχές.

Το κρίσιμο ζήτημα που τέθηκε στο ΕΔΔΑ ήταν αν οι Κάτω Χώρες είχαν θετική υποχρέωση να επιτρέψουν την οικογενειακή επανένωση του προσφεύγοντος με τα πέντε παιδιά του από τον δεύτερο και τον τρίτο γάμο.

Το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύει όχι μόνο τη «νόμιμη» αλλά και την «εκτός γάμου» οικογένεια. Η έννοια της οικογένειας δεν περιορίζεται στις σχέσεις που βασίζονται σε αναγνωρισμένο γάμο. Ειδικά για τα παιδιά αναφέρει ότι ένα παιδί που γεννιέται από τέτοια σχέση αποτελεί ipso jure μέρος της οικογενειακής μονάδας από τη γέννησή του και ότι μεταξύ γονέα και παιδιού υπάρχει δεσμός που συνιστά «οικογενειακή ζωή». Με άλλα λόγια το Δικαστήριο διαχωρίζει τη νομική αναγνώριση του γάμου από την πραγματική οικογενειακή σχέση γονέα–παιδιού.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρέμβαση που κατέθεσε στο Δικαστήριο μια ένωση Γάλλων νομικών (European Centre for Law and Justice) με την οποία ζητήθηκε από το Δικαστήριο να συνδέσει το άρθρο 8 με το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ και να δεχθεί ότι η έννοια της «οικογενειακής ζωής» δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε πολυγαμικούς γάμους. Στην ίδια παρέμβαση υποστηρίχθηκε επίσης ότι το συμφέρον των παιδιών δεν μπορεί να υπερισχύσει της δημόσιας τάξης, γιατί διαφορετικά θα υπήρχε έμμεση αποδοχή της πολυγαμίας.

Το Δικαστήριο όμως δεν ακολούθησε αυτή την προσέγγιση (σκέψεις §§54-55) αλλά αναγνώρισε σαφώς τον οικογενειακό δεσμό μεταξύ πατέρα και παιδιών. Κράτησε μεν μια αυστηρή θέση κατά της πολυγαμίας στο πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής αλλά υιοθέτησε μια ευρεία αντίληψη της έννοιας της προστατευόμενης από την ΕΣΔΑ οικογενειακής ζωής.

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι δεν ζητούσε την είσοδο της δεύτερης ή τρίτης γυναίκας του αλλά αποκλειστικά των παιδιών του. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η επίδικη αίτηση αφορούσε μόνο τα παιδιά, έκρινε όμως ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι αυτά είχαν γεννηθεί από τους πολυγαμικούς γάμους του προσφεύγοντος. Μάλιστα, χαρακτήρισε το στοιχείο αυτό ως τον «πυρήνα της υπόθεσης», δεδομένου ότι η αίτηση είχε απορριφθεί ακριβώς λόγω της απαγόρευσης της πολυγαμίας στις Κάτω Χώρες.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι σε όλες τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης η πολυγαμία απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις, ανεξάρτητα από το αν συνάπτεται εκουσίως ή εμπεριέχει οποιοδήποτε στοιχείο εξαναγκασμού. Από αυτή την ισχυρή ευρωπαϊκή συναίνεση το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης διαθέτουν «ευρύ περιθώριο εκτίμησης» (“a wide margin of appreciation”) όταν αποφασίζουν εάν θα επιτρέψουν οικογενειακή επανένωση μεταξύ πατέρα και παιδιών που γεννήθηκαν από πολυγαμικούς γάμους.

Όπως προαναφέρθηκε, οι ολλανδικές αρχές είχαν καλέσει τον A.A. να καταστήσει την οικογενειακή του κατάσταση συμβατή με το ολλανδικό δίκαιο, επιλέγοντας ποιον γάμο επιθυμούσε να αναγνωριστεί ως νόμιμος. Ο προσφεύγων όμως αρνήθηκε και εξακολούθησε να θεωρεί «νόμιμους» και τους τρεις γάμους. Κατά το Δικαστήριο, η απόφαση να διατηρηθούν και οι τρεις γάμοι ελήφθη από τον προσφεύγοντα και την οικογένειά του έχοντας επίγνωση ότι τα παιδιά από τον δεύτερο και τον τρίτο γάμο θα αντιμετώπιζαν, ως αποτέλεσμα, μεταναστευτικές δυσχέρειες.

Το ΕΔΔΑ, πάντως, δεν αρκέστηκε στην επίκληση της απαγόρευσης της πολυγαμίας. Εξέτασε και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Δέχθηκε ότι υπήρχαν ανυπέρβλητα εμπόδια για την άσκηση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή στην Υεμένη, επισήμανε όμως ότι τα πέντε παιδιά ζούσαν με τις μητέρες τους στην Τουρκία, διέθεταν προσωρινές άδειες διαμονής και είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση και σε υπηρεσίες υγείας. Δεν προέκυπτε ότι είχαν εκτεθεί σε βία στην Τουρκία ούτε ότι οι τουρκικές αρχές αδυνατούσαν να τα προστατεύσουν.

Συνεπώς, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η σχέση του πατέρα με τα παιδιά του από τον δεύτερο και τον τρίτο πολυγαμικό γάμο συνιστά «οικογενειακή ζωή» κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, παρά το γεγονός ότι οι γάμοι αυτοί δεν αναγνωρίζονται από την ολλανδική έννομη τάξη. Η προστασία του άρθρου 8, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποχρέωση του κράτους να επιτρέψει την οικογενειακή επανένωση.

Επικαλούμενο την ισχυρή ευρωπαϊκή συναίνεση ως προς την απαγόρευση της πολυγαμίας, το Δικαστήριο αναγνώρισε στα κράτη ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν υπέχουν τέτοια θετική υποχρέωση. Έτσι, ενώ προστατεύει τον οικογενειακό δεσμό γονέα-παιδιού ανεξάρτητα από την αναγνώριση του γάμου των γονέων, δέχεται ότι η πολυγαμική οικογενειακή κατάσταση μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο στη στάθμιση για τη χορήγηση οικογενειακής επανένωσης.

Back to top button