breaking newsΕλλάδα

Η Ευρώπη που χάνεται, τα κενά στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η τουρκική υποκρισία

Οι πολιτικές που ακολούθησε η Ευρώπη στο μεταναστευτικό, στην οικονομία, στην ενέργεια και στον πόλεμο της Ουκρανίας ενίσχυσαν τις ακραίες δυνάμεις και έθεσαν σε κίνδυνο το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα οφείλει να απαιτήσει απόλυτο εθνικό έλεγχο στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», ενώ στη Συρία διαμορφώνεται ένα επικίνδυνο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ.

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Τα αποτελέσματα των εκλογών στη Γερμανία δεν αποτελούν ένα τοπικό πολιτικό γεγονός. Είναι η εκδήλωση μιας βαθύτερης κρίσης, η οποία αφορά ολόκληρη την Ευρώπη και προειδοποιεί για εξελίξεις που μπορούν να αλλάξουν ριζικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα όπως το γνωρίζουμε.

Εδώ και χρόνια επισημαίνουμε ότι η πολιτική που ακολουθούν οι Βρυξέλλες στο μεταναστευτικό, αλλά και η έλλειψη σεβασμού στις παραδοσιακές αξίες των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ενισχύουν τα άκρα. Όταν οι κυβερνήσεις αγνοούν τις αγωνίες των πολιτών, πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. Και όταν αυτές οι πολιτικές συνδυάζονται με οικονομική παρακμή, αποβιομηχάνιση και ανασφάλεια, τότε το πολιτικό αποτέλεσμα γίνεται αναπόφευκτο.

Οι ευθύνες για τη γερμανική κρίση

Η Γερμανία υπήρξε για δεκαετίες ο οικονομικός πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση, όμως, της Ευρώπης να εμπλακεί ουσιαστικά στον πόλεμο της Ουκρανίας, αναλαμβάνοντας τεράστιο οικονομικό βάρος και περιορίζοντας την πρόσβασή της στις φθηνές ρωσικές ενεργειακές πρώτες ύλες, έπληξε καίρια τη γερμανική βιομηχανία.

Δεν είναι, βεβαίως, μόνο το ενεργειακό. Η Ευρώπη δεν κατάφερε να αποκτήσει ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό ούτε στη γεωπολιτική και την άμυνα ούτε στην τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ήδη μπροστά, ενώ η Κίνα μάς προσπέρασε. Η Ευρώπη έμεινε ουραγός και σήμερα βλέπει τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής αδράνειας.

Κανείς στην Ελλάδα δεν έχει λόγο να χαίρεται με την αποδυνάμωση της Γερμανίας. Εκεί ζουν και εργάζονται εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, ενώ η γερμανική οικονομία επηρεάζει άμεσα τον ελληνικό τουρισμό, τις εξαγωγές και συνολικά την οικονομία μας. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

Οι ευθύνες, όμως, πρέπει να αποδοθούν. Δεν έπεσε αυτή η κρίση από τον ουρανό. Τις πολιτικές του ανεξέλεγκτου μεταναστευτικού τις στήριξαν κόμματα τόσο της Κεντροδεξιάς όσο και της Αριστεράς. Τις ενεργειακές επιλογές και την ανάληψη του κόστους του πολέμου στην Ουκρανία τις αποδέχθηκε σχεδόν ολόκληρο το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Δεν μπορούν σήμερα όλοι αυτοί να παριστάνουν τους ανήξερους και να ρίχνουν ο ένας την ευθύνη στον άλλον.

Η ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία, ιδιαίτερα στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, δείχνει ότι η δυσαρέσκεια αποκτά πλέον πολιτική δύναμη. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί και το κόμμα φτάσει σε ποσοστά της τάξης του 30% ή ακόμη υψηλότερα, θα καταστεί εξαιρετικά δύσκολο να σχηματίζονται κυβερνήσεις χωρίς τη συμμετοχή του.

Και τότε το ζήτημα δεν θα αφορά μόνο τη γερμανική εσωτερική πολιτική. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία μιλά για έξοδο της χώρας από το ευρώ και για στρατηγική αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία. Εάν η Γερμανία εγκαταλείψει το ευρώ ή αλλάξει πλήρως κατεύθυνση απέναντι στη Μόσχα, η Ευρώπη που γνωρίζαμε θα πάψει να υπάρχει.

Η Ευρώπη πληρώνει, αλλά απουσιάζει από τις αποφάσεις

Η ευρωπαϊκή αποδυνάμωση αποτυπώνεται και στις διαπραγματεύσεις για τον πόλεμο της Ουκρανίας. Η Ευρώπη έχει σηκώσει στην πλάτη της μεγάλο μέρος του οικονομικού και πολιτικού κόστους, όμως στις κρίσιμες επαφές με τη Ρωσία απουσιάζει.

Εάν τελικά υπάρξει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, φαίνεται ότι τους βασικούς όρους θα τους αποφασίσουν η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία. Η Ευρώπη, μολονότι πλήρωσε ακριβά την αναμέτρηση, κινδυνεύει να μην είναι παρούσα στο τραπέζι όπου θα ληφθούν οι αποφάσεις.

Αυτό συμβαίνει επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε σημαία, σύνορα και κοινό νόμισμα, αλλά δεν δημιούργησε στρατό. Και όμως, από τον στρατό έπρεπε να ξεκινήσει, διότι αυτός είναι που εγγυάται την επιβίωση και την προστασία όλων των υπόλοιπων θεσμών ενός κράτους ή μιας πολιτικής ένωσης.

Η Ελλάδα πρέπει να εξετάζει εγκαίρως ακόμη και τα δυσμενέστερα σενάρια. Τι θα κάνει εάν στο μέλλον διαλυθεί ή αποδυναμωθεί δραματικά η Ευρωπαϊκή Ένωση; Με ποιες χώρες θα συνεργαστεί για να προστατεύσει τα συμφέροντά της;

Εδώ και χρόνια έχω προτείνει να αρχίσει, έστω σε ακαδημαϊκό και θεωρητικό επίπεδο, μια συζήτηση για τη δημιουργία συνομοσπονδιακής σχέσης ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Αλβανία. Κάθε χώρα θα διατηρεί το εθνικό της κράτος, αλλά σε κρίσιμους τομείς θα ασκείται κοινή πολιτική. Η γεωγραφία, οι ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί και οι κοινές ανάγκες ασφαλείας θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα τέτοιο σχήμα.

Οι τρεις χώρες θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια ισχυρή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, με αξιόλογο στόλο, ισχυρές αεροπορικές δυνάμεις και δυνατότητα προστασίας των κοινών τους συμφερόντων.

Ελεγχόμενη και όχι ανεξέλεγκτη μετανάστευση

Η προστασία των συνόρων αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της κρατικής κυριαρχίας. Όταν τα σύνορα δεν προστατεύονται και δεν γίνονται σεβαστά, η έννοια του κράτους αποδυναμώνεται.

Το δημογραφικό πρόβλημα υπάρχει και αρκετές χώρες επιλέγουν να καλύψουν τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό μέσω της μετανάστευσης. Αυτό μπορεί να είναι θεμιτό, εφόσον γίνεται οργανωμένα και με κριτήρια που καθορίζει το ίδιο το κράτος. Άλλο, όμως, η ελεγχόμενη μετανάστευση και άλλο η ανεξέλεγκτη είσοδος πληθυσμών.

Μια χώρα πρέπει να γνωρίζει ποιοι εισέρχονται στην επικράτειά της, με ποιες προϋποθέσεις και για ποιον σκοπό. Αυτό δεν είναι ούτε ρατσισμός ούτε φασισμός. Είναι στοιχειώδης και υπεύθυνη κρατική πολιτική.

Τα επεισόδια στη Βρετανία, μετά την άφιξη μεταναστών από νέα θαλάσσια διαδρομή, αποδεικνύουν ότι η κοινωνική ένταση εξαπλώνεται. Παρόμοια φαινόμενα πρέπει να προβληματίσουν και την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε σχέση με όσα συμβαίνουν στην Κρήτη. Σήμερα το πρόβλημα μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμο. Σε δύο ή τρία χρόνια, όμως, ίσως να μην είναι.

Τα παθήματα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών πρέπει επιτέλους να μας γίνουν μαθήματα.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και το κρίσιμο ζήτημα του πηγαίου κώδικα

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είχε δηλώσει κατηγορηματικά ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν θα αποκτήσουν σύστημα διοίκησης και ελέγχου χωρίς να διαθέτουν τον πηγαίο κώδικά του. Και ορθώς. Είναι αδιανόητο η χώρα να διαθέτει ένα σύστημα κρίσιμο για την εθνική της επιβίωση και να εξαρτάται από οποιαδήποτε ξένη δύναμη, ακόμη και από την πιο φιλική.

Στη συνέχεια, όμως, ο διευθυντής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του Ισραήλ, Μοσέ Πατέλ, δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των δυνατοτήτων διοίκησης και ελέγχου της «Ασπίδας του Αχιλλέα», επειδή αυτός δεν περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της συμφωνίας.

Αργότερα προστέθηκε διευκρίνιση ότι θα υπάρξει μεταφορά τεχνογνωσίας και από κοινού χρήση λογισμικού και τεχνολογίας από τις ελληνικές και ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτό, όμως, δεν απαντά καθαρά στο αρχικό ερώτημα: Θα έχει ή όχι η Ελλάδα τον πηγαίο κώδικα;

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ένα πολυεπίπεδο σύστημα, το οποίο θα περιλαμβάνει τα συστήματα SPYDER, Barak MX και David’s Sling, ισραηλινά ραντάρ, καθώς και ενοποιημένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Θα συνδέεται με τα υπόλοιπα ελληνικά και νατοϊκά μέσα μέσω Link 16, ενώ για την ενσωμάτωση του David’s Sling απαιτείται και αμερικανική έγκριση, επειδή μέρος της τεχνολογίας είναι αμερικανικό.

Πρόκειται για συστήματα δοκιμασμένα σε πραγματικές συνθήκες μάχης, με μεγάλη επιχειρησιακή αξία. Αυτό δεν αμφισβητείται. Εδώ, όμως, μιλάμε για ένα πρόγραμμα περίπου τριών δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αφορά την αεράμυνα της χώρας για δεκαετίες. Δεν επιτρέπονται ασάφειες.

Μια τέτοια συμφωνία θα έπρεπε να έχει εξεταστεί εξονυχιστικά από τα αρμόδια όργανα και από την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής. Οι όροι που αφορούν τον εθνικό έλεγχο, την αυτονομία λειτουργίας, την αναβάθμιση και την επέμβαση στην αρχιτεκτονική του συστήματος πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαροι.

Παράλληλα, πρέπει να προετοιμαστούμε για τουρκική αντίδραση στο ΝΑΤΟ. Ήδη Τούρκοι απόστρατοι υποστηρίζουν ότι η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ είναι αντίστοιχη με την αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία και ότι η Άγκυρα πρέπει να προσφύγει στα νατοϊκά όργανα. Το επιχείρημα είναι υποκριτικό, αλλά δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει κάθε θεσμικό εργαλείο για να εμποδίσει την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας.

Ο κίνδυνος σύγκρουσης Ισραήλ–Τουρκίας στη Συρία

Η Συρία εξελίσσεται σε πεδίο δοκιμής των κόκκινων γραμμών του Ισραήλ και της Τουρκίας.

Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την ελευθερία δράσης του στον συριακό εναέριο χώρο και να αποτρέψει την επιστροφή του Ιράν. Παράλληλα, δεν θέλει να επιτρέψει στην Τουρκία να επεκτείνει τη στρατιωτική παρουσία και την επιρροή της από τη Βόρεια Συρία προς τον νότο.

Η Τουρκία, από την πλευρά της, βλέπει τη νέα εξουσία στη Δαμασκό ως στρατηγική ευκαιρία. Θέλει μια κεντρική κυβέρνηση την οποία θα μπορεί να επηρεάζει, ώστε να αντιμετωπίσει το κουρδικό ζήτημα και να χρησιμοποιήσει τη Συρία ως βατήρα για την επέκταση της τουρκικής ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή.

Οι δύο χώρες δεν επιδιώκουν κατ’ ανάγκην μια άμεση πολεμική σύγκρουση. Όμως, όταν δύο δυνάμεις δοκιμάζουν διαρκώς τα όρια η μία της άλλης, ένα λάθος ή ένας λανθασμένος υπολογισμός μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιδιώκουν μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας, με επίκεντρο την ανάσχεση του Ιράν και με μελλοντική συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας και άλλων κρατών στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιχειρήσει να φέρει ξανά πιο κοντά το Ισραήλ και την Τουρκία, οριοθετώντας τις ζώνες επιρροής τους στη Συρία.

Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να παρακολουθούν αυτή την εξέλιξη με ιδιαίτερη προσοχή. Στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν μόνιμες φιλίες. Υπάρχουν συμφέροντα, συσχετισμοί ισχύος και συμφωνίες που μπορούν να αλλάξουν όταν αλλάξουν οι συνθήκες.

Η τουρκική υποκρισία απέναντι στους Κούρδους

Τέλος, όσα συμβαίνουν με την εκπαίδευση στη Συρία αποκαλύπτουν για ακόμη μία φορά την τουρκική υποκρισία.

Η Τουρκία διαμαρτύρεται επειδή το νέο ενιαίο συριακό πρόγραμμα σπουδών περιορίζει τη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία των Τουρκομάνων. Ζητά να προστατευθεί το δικαίωμά τους να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα.

Την ίδια στιγμή, όμως, το τουρκικό κράτος αρνείται αυτό το δικαίωμα σε δεκάδες εκατομμύρια Κούρδους πολίτες του. Δηλαδή, οι Τουρκομάνοι της Συρίας δικαιούνται να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, αλλά οι Κούρδοι της Τουρκίας όχι.

Αυτό δεν είναι απλώς αντίφαση. Είναι η σταθερή αντίληψη της Τουρκίας ότι τα δικαιώματα ισχύουν μόνο όταν υπηρετούν την επέκταση της δικής της επιρροής. Όταν τα ίδια δικαιώματα αφορούν πληθυσμούς εντός της τουρκικής επικράτειας, τότε καταργούνται στο όνομα της κρατικής ενότητας.

Αυτή είναι η πολιτική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε. Και γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται σοβαρό κράτος, στρατηγικό σχεδιασμό και θεσμική συνέχεια. Οι διεθνείς εξελίξεις δεν περιμένουν κανέναν και οι λαοί που δεν προετοιμάζονται εγκαίρως πληρώνουν πάντοτε βαρύτερο τίμημα.

Back to top button