Το κείμενο αυτό γράφτηκε σε μέρες άγχους και φόβου στη διάρκεια των αλλεπάλληλων μετασεισμών του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του 1999. Ήταν ένα κείμενο «για το συρτάρι». Το «συρτάρι» του σκληρού δίσκου, αν θέλετε. Σήμερα βγαίνει από τα σκοτάδια του στο μπλογκ, 27 χρόνια μετά. Όσο είναι «Τα παιδιά του σεισμού».
του Διονύση Βραϊμάκη HardDog-Sport
Γράφω και κλέβω ματιές από το πληκτρολόγιο. Κοιτάω πεταχτά τις ευθείες των τοίχων. Τα ντουβάρια είναι στη θέση τους, απολύτως κατακόρυφα, όπως και λίγο πριν που τα είχα ξανακοιτάξει. Προσέχω τα γωνιάσματα να είναι ακριβώς ενενήντα μοίρες. Παρατηρώ τους σοβάδες, τα ανώφλια στις πόρτες –τα πρέκια δηλαδή–, αυτά που θα σταθώ από κάτω για να με σώσουν αν το κτίριο καταρρεύσει.
Από το ραδιόφωνο πέρασαν πριν από πέντε λεπτά τα Ρίχτερ της Τουρκίας: 6,8 ή 5,8 –τι σημασία έχει; Μόλις έγινε το νέο ταρακούνημα στην Ανατολή και ακόμα είμαστε στα σκοτάδια. Οι ειδήσεις στα πρώτα λεπτά έχουν αγκυλώσεις. Μετά ξεμουδιάζουν και τρέχουν ξυπόλητες σε χίλιες μορφές: καταγραφές ζημιών, προβλέψεις, απολογισμοί. Μας λένε πόσες πολυκατοικίες έπεσαν, πόσες συνοικίες, πόσοι καταπλακώθηκαν.
Η δουλειά της στατιστικής: ψιλοβελονιά των αριθμών. Τσίκι-τσίκι κεντάει τον απολογισμό της συμφοράς. Μπορεί στο επόμενο κούνημα να γίνουμε κι εμείς μονάδα σε τριψήφιο, ίσως και σε τετραψήφιο. Ολόκληρη ζωή, με παρελθόν, με όνειρα, με μέλλον, να γίνεται αριθμούλης με τον σταυρό του προσθετικού συν και τους σταυρούς στους δίσκους με τα κόλλυβα.
Ο Από Κάτω μας πυροβολεί πάλι. Ομοβροντίες. Χτυπάει τους Τούρκους: 1-0. Μετά εμάς: 1-1. Ύστερα πάλι τους Τούρκους: 2-1. Χάνουμε. Καλύτερα. Μοιάζει ποδόσφαιρο, μα είναι πιγκ-πογκ, και τώρα το μπαλάκι βρίσκεται από τη μεριά τους. Ατέλειωτες ομοχειρίες γαζώνουν από μέσα τα χώματα, τα σπίτια, τα νεύρα μας. Σφίγγω το λεξοτανίλ στην τσέπη. Το μεγάλο οχυρό της ψυχής μου αυτές τις ώρες. Το ξέρω, δεν είναι λύση το χαπάκι, αλλά είναι αδύνατο να περάσω την ταραχή χωρίς βοήθεια.
Κούνησε πάλι; Μπορεί ναι, αλλά μάλλον όχι. Κοιτάω τον τοίχο. Στη θέση του είναι ακόμα. Και το πρέκι οριζόντιο· το καταφύγιό μου ανέπαφο. Μπορεί και να αντέξει. Αλλά αν όχι;
Σκέψου τι θα γίνει στα μίντια αν βρουν τούτες τις γραμμές κάτω από το κουφάρι μου. «Ο 257ος νεκρός και το μισοτελειωμένο κείμενό του λίγο πριν από την κατάρρευση της πολυκατοικίας στην οδό Λαοδάμαντος – Έγραφε ενώ σειόταν η γη». Για τίτλο δεν μου έρχεται κάτι. Σου εκχωρώ τα πνευματικά δικαιώματα, μάτια μου. Να, το γράφω εδώ με υπογραφή: «Ορίζω μοναδικό δικαιούχο των εισοδημάτων από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση τούτου του ημιτελούς πονήματος την αναφερόμενη εις την αρχή του κειμένου». Υπογραφή διαθέτου: ο «257ος».
Αν υποθέσουμε ότι τώρα περιγράφω τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου, δεν θα είναι και τόσο εντυπωσιακό. Προηγήθηκε η Γιαπωνέζα αεροσυνοδός, αυτό το τέρας ψυχραιμίας. Έπεφτε το τζάμπο, πεντακόσια άτομα ούρλιαζαν ή έγραφαν σε σημειώματα τις διαθήκες τους, και εκείνη περιέγραφε. Το έκανε κάνα εικοσάλεπτο πριν από την πτώση που προκάλεσε μια βλάβη χωρίς επιστροφή. Και το έκανε όχι από προαίσθημα, αλλά με τη βεβαιότητα ότι πεθαίνει. Ζούσε εκείνες τις στιγμές όπως ζούσε τις δικές του ο Ελύτης. «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω», έλεγε.
Καταπληκτικό αυτό που έκανε η Γιαπωνέζα; Ναι. Αλλά εγώ δεν έχω γονίδια σαμουράι. Είμαι κοινός θνητός. Έχω φοβίες-φίδια που με σφίγγουν στο λαιμό, στη μέση, στα αχαμνά.
Η ζωή μας έχει γίνει μπάζα, μάτια μου. Κι εγώ δεν μπόρεσα ποτέ τη σκόνη, τη λάσπη, τον πόνο, τα τραβήγματα στη μέση, τη σκαλωσιά. Ένας ταπεινός γραφιάς είμαι. Γι’ αυτό θυμώνω με τον Από Κάτω και τις πυροβολαρχίες του. Θυμώνω και δεν μπορώ να ξεσπάσω. Όταν οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι ισοπέδωναν τη Σερβία, είχα κάποιους να τους φωνάξω, να τους βρίσω, να ρίξω αβγά στα παράθυρα κάποιας πρεσβείας, να κάψω τη σημαία. Τώρα τι; Ο Από Κάτω πυροβολεί αθέατος και σκορπάει τον όλεθρο. Δεν μπορούμε να τον βρίσουμε. Δεν έχει άγρια χαρακτηριστικά, χυδαία μάτια, φρικτό στόμα. Δεν είναι Αττίλας. Τι να μισήσουμε; Μια ενέργεια που έρχεται κάτω από τα πόδια μας, μέσα από τα έγκατα;
Θέλουμε να τον πολεμήσουμε μα δεν μπορούμε. Εγώ όμως θα τον νικήσω με ένα πάρτι ακριβώς πάνω από την καρδιά του επίκεντρου. Στο κέντρο του κέντρου. Χοροί, ψητά, γλέντια, έρωτες –όλα εκεί. Θέλει θάρρος το πάρτι στην αυλή του Εγκέλαδου. Και αυτό το θάρρος το έχουν εκείνοι που του βγάζουν τη γλώσσα από πριν.
Ξέρεις το Στρόμπολι; Ένα νησί-ηφαίστειο λίγο πιο πάνω από τη Σικελία. Σπιτάκια χτισμένα στην πλαγιά του το αγνοούν. Κάνουν πως δεν ξέρουν πού βρίσκονται. Και οι άνθρωποι χτίζουν όλο και ψηλότερα, όλο και πιο κοντά στο βαθύ πηγάδι με τη φωτιά· καλλιεργούν χωράφια και περιμένουν τη λάβα να τα λιπάνει ή να τα κάψει. Εγώ τι; Τι σόι θάρρος είναι να καρφώνω τους φόβους μου στα πλήκτρα όταν έχει τελειώσει πια το μεγάλο κούνημα και περιμένω το επόμενο; Σιγά τον άνδρα.
Αυτοί στο Στρόμπολι δεν φοβούνται. Τα έχουν καλά με τον θάνατο. Όπως κι εσύ τα έχεις καλά με τη συνείδησή σου που έστειλες πέντε γάλατα και τρία πακέτα μακαρόνια για τους σκηνίτες. Εκεί είναι το κόλπο, καρδιά μου. Να γράφεις τον θάνατο στα παλιά σου παπούτσια. Να τον γράφεις με αδρεναλίνη αντί για μελάνι. Φιλοσοφία θέλει. Να δεις με καλύτερη διάθεση τη δουλειά του νεκροθάφτη. Δεν είναι τόσο ξεφτίλα άμα σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θάβει μόνο, αλλά και ξεθάβει. Κοίτα σε πόσα θετικά κολλάει η έννοια: ξεθάβω θησαυρό, χρυσάφι, αρχαία, μυστικά. Ξεθάβω ζωντανούς ή σκοτωμένους από τα ερείπια, όπως η ΕΜΑΚ.
(Τι λέω, χρυσούλι μου; Κουνημένες σκέψεις, πλάι σε έναν τοίχο που είναι έτοιμος να χάσει την αλφαδιά του, κάτω από ένα τραπέζι-στέγαστρο, δίπλα σε ένα σκρίνιο γεμάτο γυαλικά –υποψήφια θρύμματα).
Λαλήσαμε από την τρομάρα. Καρικατούρες γίναμε. Στεκόμαστε σαν τρομαγμένα γατιά, με όλες τις αισθήσεις σκαρφαλωμένες στα κεραμίδια, έτοιμοι να αντιδράσουμε αμέσως. Προχτές ξεφτιλίστηκα στο μπαρ. Έβηξε δυνατά ο ευτραφής δίπλα μου, χτύπησαν πεντακόσια ντεσιμπέλ στ’ αυτιά μου και το γατάκι που βρισκόταν ξύπνιο μέσα μου πετάχτηκε όρθιο, έξαλλο. Ξεφτίλα.
Υπάρχουν και χειρότερα. Η Βασούλα ξεγεννούσε όταν έγινε ο σεισμός. Είχαν σπάσει τα νερά, ήταν να ανοίξουν οι σαμπάνιες. Και εκεί άρχισε να κουνάει. Έφυγε τρέχοντας η νοσοκόμα, άρχισε να τρέμει ο γιατρός, έσβησαν τα φώτα –πανικός. Τότε ξαμπούκαρε ο μικρός. Ο γιος του Ρίχτερ. Ο αδερφός του Εγκέλαδου. Το παιδί της Αναισθησίας. Βγήκε και έψαχνε να βρει το βυζί. Δεν κάνω πλάκα. Στα επόμενα εικοσιτετράωρα από τον σεισμό αυξήθηκαν οι γεννήσεις. Δεν πήραν ανάσα τα μαιευτήρια. Σαν σε έξοδο από γεμάτο γήπεδο έβγαινε η γενιά του σεισμού μέσα από διαρρηγμένους υμένες. Φαντάσου τα τσογλανάκια που γεννήθηκαν από εφτά μέχρι είκοσι Σεπτέμβρη. Φαντάσου τους νεολαίους σε έναν σεισμό του 2017. Να τρέμει η γη κι αυτοί να χορεύουν με τα αντισεισμικά αντισώματα. Κι εμείς όλοι να σκάμε από τον φόβο.
Να δεις που έτσι θα γίνει κάποτε. Αναισθησία, ανοσία. Μην κοιτάς που δεν έχουμε πιάσει ακόμα το νόημα. Ένα τεράστιο εργαστήρι των σεισμών είναι η Ελλάδα. Μας το είπε και ένας Ελληνοαμερικάνος καθηγητής –Αμβράζης νομίζω. Τρέχουν τα σάλια των ξένων σεισμολόγων όταν ακούνε Ελλάδα. Εδώ βρίσκεται το αγαπημένο τους γήπεδο. Αν το οργανώσουμε σωστά, θα κάνουμε χρυσές δουλειές. Να καταφθάνουν για σεμινάρια και σεισμικό τουρισμό. Συρτάκι σε ταβέρνες με παλλόμενα δάπεδα, κρασί από αμπέλια σε σεισμογενή εδάφη. Τέλειο. Ακόμα και τα κεμπάπ στο Μοναστηράκι θα κατεβαίνουν ευκολότερα με το βαϊμπρέσιον.
Τι είναι πάλι αυτό; Το πάτωμα πλανάρει, τα γυαλικά σολάρουν, ο τοίχος μπασάρει. Και το πρέκι της πόρτας είναι στενό, δεν με χωράει. Μανούλα μου. Νιαααου, νιαρρρ.